Πώς ο θεός Διόνυσος έγινε ο Άγιος Βασίλης (Μέρος Α’)

  Illustration by John Leech

Illustration by John Leech

Κάτι σαν πρόλογος (αν βαριέστε, προσπεράστε τον άφοβα)

Πριν ξεκινήσουμε, πρέπει να σας πω ότι κι εγώ σαν παιδί γνώρισα τον Άι Βασίλη όπως συνηθίζουμε να τον βλέπουμε εδώ και πολλά χρόνια: έναν χαρούμενο γεράκο, κεφάτο και στρουμπουλό, ντυμένο στα κόκκινα. Λίγο αργότερα άρχισα να ακούω από εδώ και από εκεί ότι ο αληθινός Άγιος Βασίλης δεν είχε καμία σχέση με αυτόν τον τύπο, που στα αγγλικά τον λέγαμε Σάντα Κλάους. Ότι ο αληθινός Άγιος ήταν αδύνατος, αυστηρός, με σκούρα γένια και καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Μάλιστα ο παππούς μου, όντας Καππαδόκης, με πείραζε λέγοντάς μου ότι τον είχε συναντήσει όταν ήταν παιδί, πριν έρθει στην Ελλάδα σαν πρόσφυγας.

Πολύ αργότερα, κι ενώ το ίντερνετ μας έκανε όλους πιο σοφούς, διάβασα ότι ο Σάντα Κλάους δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, αλλά ο Άγιος Νικόλαος. Στην αρχή μου ήταν λίγο δύσκολο να το πιστέψω κι έτσι άρχισα να ερευνώ σε βάθος την ιστορία του. Πράγματι, έπειτα από μεγάλη έρευνα ανακάλυψα πως ο υποτιθέμενος Άγιος Βασίλης ήταν ο Σίντεκλας των Ολλανδών και ο Σαιντ Νίκολας των Αμερικάνων. Μα πριν, ήταν ο Πατέρας των Χριστουγέννων των Άγγλων και των Γάλλων. Και πιο πριν ακόμα, ήταν κάποιος άλλος που άλλαζε ονόματα και συνήθειες από τόπο σε τόπο. Και η μορφή αυτή που μοίραζε τα δώρα στο χειμερινό ηλιοστάσιο, φτάνει ακόμα πιο πίσω, πολύ πριν τη γέννηση του Χριστού. Και κάπου εκεί συναντάει μια δική μας γιορτή, ξεχασμένη στον χρόνο, που είχε ως κύριο γνώρισμα τη χαρά, το τραγούδι και το ξεφάντωμα μες στη μέση του καταχείμωνου. Εκεί που, προς μεγάλη μας έκπληξη, οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τη γέννηση του θεού Διονύσου. Του θεού του κρασιού, του κεφιού και της χαράς. Του εορταστικού Βάκχου τον οποίο αναβίωσε ο Κάρολος Ντίκενς στην ιστορία του «Ο Ύμνος των Χριστουγέννων» χρησιμοποιώντας το πορτραίτο του για να δημιουργήσει το Πνεύμα των Φετινών Χριστουγέννων. Ένα πνεύμα χαρούμενο που σκορπά την ευλογία και την αφθονία στις καρδιές των ανθρώπων, γελώντας τρανταχτά από καλοσύνη και ευγένεια, όπως ο πάντοτε ειρηνικός Διόνυσος, ο θεός που λένε πως κάποτε κατέκτησε την Ανατολή χωρίς στρατό και όπλα. Και αν δεν είναι αυτός ο αληθινός Άι Βασίλης που έρχεται κάθε Χριστούγεννα για να μας κάνει χαρούμενους, τότε πραγματικά δεν έχω ιδέα ποιος είναι. Άλλωστε, ο Διόνυσος ξέρει να μεταμφιέζεται καλύτερα από όλους!

Φτάνοντας, λοιπόν, τόσο πίσω, άρχισα να συλλέγω όλες τις πληροφορίες σχετικά με τη διαμόρφωση της μορφής του Άι Βασίλη, ώστε να επιστρέψω στο παρόν. Και ναι, υπήρξαν πολλές αλλαγές από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, λαογραφικές, θρησκευτικές, συγγραφικές, καλλιτεχνικές και φυσικά εμπορικές, δανείζοντας στοιχεία από διάφορες χώρες και έθιμα. Στην ουσία είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στον Χρόνο και στη Δύση, που χρειάζεται πολλές σελίδες για να καταγραφεί.

Αλλά πώς μπορείς να μιλήσεις στα παιδιά, μικρά και μεγάλα, για όλες τις ρίζες και την εξέλιξη του Άι Βασίλη ανά τους αιώνες, χωρίς να τα κάνεις να βαρεθούν; Φυσικά, με μια ιστορία. Ένα παραμύθι. Γιατί πίσω από κάθε παραμύθι, υπάρχει και μια σπουδαία αλήθεια.

Ιδού λοιπόν το «Πνεύμα των Γιορτών». Μια ιστορία για τα παιδιά, μεγάλα και μικρά, που πιστεύουν στον Άι Βασίλη.

Εύχομαι οι αναγνώστες να εκτιμήσουν τη συγκεκριμένη ιστορία και κάθε φορά που βλέπουν τον Άι Βασίλη, να θυμούνται με χαμόγελο την αληθινή του καταγωγή.

Το Πνεύμα των Γιορτών ή πώς ο Διόνυσος έγινε ο Άγιος Βασίλης

Ο μεθυσμένος θεός

Κάποτε ο Διόνυσος, ο θεός του κρασιού και του γλεντιού, άφησε τον Όλυμπο για να κατέβει στην Αθήνα.

Εκεί του είχαν αφιερώσει μια γιορτή για τη γέννηση του και τη γιόρταζαν με μαγεία και πολύ κέφι. Μες στο καταχείμωνο στόλιζαν τα σπίτια με γκι και με κισσούς και μεταμφιέζονταν σε Σάτυρους πίνοντας κρασί και κάνοντας σαματά έξω στους δρόμους.

Βλέπετε, οι αρχαίοι Αθηναίοι τον αγαπούσαν πολύ τον Διόνυσο. Για εκείνους δεν ήταν μόνο ο θεός του γλεντιού και της χαράς. Ήταν το Παιδί-Σωτήρας και ο προστάτης των Βοσκών. Ήταν ο γιος του θεού Δία και της παρθένας Σεμέλης που πολέμησε τους Τιτάνες, πέθανε και αναστήθηκε. Και κάθε που ερχόταν χειμώνας, οι Αθηναίοι διοργάνωναν εκείνο το πολυήμερο ξεφάντωμα για τον τιμήσουν.

 Άκουσε, λοιπόν, ο Διόνυσος ότι του ετοίμασαν ένα ωραίο πάρτι στην Αθήνα και αποφάσισε να πάει και να παρευρεθεί στη γιορτή. Έτσι μια μέρα, ντυμένος όλος στα πράσινα και φορώντας στεφάνι με καρπούς και φρούτα στα μαλλιά του, κατέβηκε από τον Όλυμπο και άρχισε να περπατά προς την Αθήνα για να δει όλα εκείνα τα ωραία που είχαν ετοιμάσει οι άνθρωποι για αυτόν.

Στην πορεία όμως χάθηκε. Όχι επειδή δεν ήξερε προς τα πού έπεφτε η Αθήνα, αλλά επειδή είχε πιει τόσο πολύ κρασί που μέθυσε και έχασε τον δρόμο! Μπέρδεψε τότε τον Νότο με τον Βορρά και βρέθηκε πολύ μακριά, σε μια παγωμένη χώρα.

Μια Χιονισμένη Χώρα

Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Διόνυσος το πάθαινε αυτό. Άλλη μια φορά, όταν ήταν ακόμη πολύ νέος, μέθυσε, χάθηκε και βρέθηκε στα βάθη της Ανατολής. Έτσι έμαθαν οι άνθρωποι σε εκείνα τα μέρη να καλλιεργούν αμπέλια και να πίνουν κρασί, αλλά αυτό είναι μια ιστορία που θα την πούμε κάποια άλλη στιγμή.

Ας δούμε τι έγινε όταν πήγε ο Διόνυσος στον Βορρά.

Σε εκείνη τη χώρα με το χιόνι και την παγωνιά, που δεν είχε καμία σχέση με την ηλιόλουστη Ελλάδα, ο Διόνυσος συνάντησε έναν άλλο θεό που έμοιαζε πολύ με τους αδελφούς του, τον Ήφαιστο και τον Ηρακλή. Ήταν φοβερά δυνατός και κρατούσε πάντα ένα μεγάλο σφυρί.

Αυτός ήταν ο Θωρ, ο θεός του κεραυνού.

«Συγγνώμη, πού βρίσκομαι;» ρώτησε ο Διόνυσος τον Θωρ.

«Είσαι στη Μίντγκαρ, τον κόσμο των θνητών».

«Πρέπει να έχω χαθεί. Τόσο πολύ χιόνι δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Επί την ευκαιρία, χάρηκα για τη γνωριμία. Είμαι ο Διόνυσος, ο θεός του γλεντιού και του κρασιού».

«Δεν μπορεί να είσαι θεός. Όλοι οι θεοί είναι συγγενείς μου και τους γνωρίζω όλους. Είμαι ο Θωρ, ο γιος του Όντιν που είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων».

«Τα ίδια λένε και για τον δικό μου πατέρα, τον Δία», είπε ο Διόνυσος. «Μήπως αν με πήγαινες να γνωρίσω την οικογένεια σου, να λύναμε την παρεξήγηση».

«Ευχαρίστως», είπε ο Θωρ. «Θα σε συνοδεύσω στο Χρυσό Παλάτι που βρίσκεται πάνω από τα σύννεφα».

«Και πώς θα πάμε εκεί ψηλά;» ρώτησε ο Διόνυσος.

Τότε ο Θωρ του έδειξε το όχημά του. Ήταν ένα άρμα που το έσερναν δύο τράγοι που μπορούσαν να πετούν.

  Art source  here

Art source here

Το Ιπτάμενο Όχημα του Θωρ

Με αυτό το ιπτάμενο όχημα οι δυο θεοί έφτασαν στην Άσγκαρντ, εκεί όπου κατοικούσαν οι συγγενείς του Θωρ. Και εκεί, στο Χρυσό Παλάτι, ο Διόνυσος γνώρισε τον περιβόητο Όντιν, τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων. Ο Όντιν ήταν γέρος με μακριά άσπρα μαλλιά και μια κατάλευκη γενειάδα που του έκρυβε το στήθος. Είχε την κοψιά του Δία αλλά αντί για αετό, για κατοικίδιο είχε δύο κοράκια, τον Χάγκιν και τον Μάνιν.

Ο Διόνυσος προσέφερε στον Όντιν να πιει από το κρασί του και τότε, όπως συνέβη και με τον Θωρ, κατασυμπάθησε τον χαρούμενο θεό και του ζήτησε να μείνει κοντά του για όσο επιθυμούσε. Έτσι ο Διόνυσος έμεινε στο Χρυσό Παλάτι απολαμβάνοντας τη φιλοξενία των Βόρειων θεών, οι οποίοι στη γλώσσα τους λέγονταν Έζιρ. Συζητούσαν ώρες ατελείωτες για τις μάχες που είχαν κερδίσει, τους ήρωες που είχαν βοηθήσει και τα τέρατα που είχαν σκοτώσει και βρήκαν ότι οι δύο οικογένειες, Ολύμπιοι και Έζιρ, είχαν πολλά μεταξύ τους κοινά, όπως τον πόλεμο με τους Τιτάνες και τους Γίγαντες.

Μια μέρα ο Όντιν είπε στον Διόνυσο να τον ακολουθήσει κάτω, στις χώρες των Ανθρώπων.

«Αύριο είναι το Χειμερινό Ηλιοστάσιο», είπε. «Πάμε να δούμε ποιοι από τους ανθρώπους ήταν δίκαιοι και ποιοι όχι».

Ο Όντιν μοιράζει δώρα για το Χειμερινό Ηλιοστάσιο

Κάθε χρόνο μέσα στο καταχείμωνο ο Όντιν κατέβαινε στις πόλεις και επέβλεπε τους ανθρώπους. Όσους ήταν φρόνιμοι τους αντάμειβε με δώρα, αφήνοντας τους λιχουδιές έξω από την πόρτα του σπιτιού τους. Όσους δεν ήταν φρόνιμοι και είχαν κάνει κακά πράγματα, τους τιμωρούσε.

Εκείνη τη χρονιά στη μοιρασιά των δώρων τον βοήθησε ο Διόνυσος που είχε μαζί του το κέρατο της Αμάλθειας και χάριζε καλούδια και άφθονο κρασί σε όσους ήταν καλοί. Οι δυο θεοί, καβάλα στο άλογο του Όντιν, ένα λευκό άλογο με οχτώ πόδια, αφού ολοκλήρωσαν την επίσκεψή τους στις χιονισμένες χώρες, επέστρεψαν στο Χρυσό Παλάτι για να γιορτάσουν κι αυτοί το Χειμερινό Ηλιοστάσιο παρέα με τους ήρωες και τις Βαλκυρίες, εκείνες τις όμορφες κοπέλες που συνόδευαν τον Όντιν στα κυνήγια του.

«Λοιπόν φίλοι μου», είπε ο Διόνυσος στον Όντιν και τον Θωρ, «μου αρέσουν πολύ τα έθιμά σας. Όταν επιστρέψω στην πατρίδα μου, θα μοιράζω κι εγώ δώρα σε όσους είναι τίμιοι και σωστοί».

Το Δέντρο της Ζωής

Χρόνια έμεινε ο Διόνυσος στο Χρυσό Παλάτι, τρώγοντας, πίνοντας και διασκεδάζοντας. Ώσπου μια μέρα θυμήθηκε ότι κάποτε είχε ξεκινήσει για την Αθήνα χωρίς ακόμη να έχει ολοκληρώσει το ταξίδι του. Τότε ευχαρίστησε τους Έζιρ για τη φιλοξενία και αναχώρησε για την Ελλάδα.

Λίγο πριν φύγει, ο Θωρ του έκανε δώρο ένα άρμα ολόιδιο με το δικό του, που το έσερναν κι αυτό δυο ιπτάμενοι τράγοι. Όσο για τον Όντιν του χάρισε ένα έλατο για να του θυμίζει τις μέρες που πέρασε στον Βορρά.

«Οι άνθρωποι εδώ στη Μίντγκαρ πιστεύουν ότι ο κόσμος στηρίζεται πάνω σε ένα αειθαλές δέντρο», είπε ο Όντιν. «Γι’ αυτό και στολίζουν έλατα κάθε που έρχεται το Χειμερινό Ηλιοστάσιο».

«Χοχοχο!» ο Διόνυσος γέλασε δυνατά. «Τι αστείο! Οι Άνθρωποι στην Ελλάδα πιστεύουν ότι ο κόσμος στηρίζεται στις πλάτες του Άτλαντα, του Τιτάνα. Ίσως ο αδελφός μου ο Ηρακλής να μας είπε ψέματα για το πώς κατάφερε να κλέψει τα Μήλα των Εσπερίδων!»

Και έτσι έφυγε ο Διόνυσος πετώντας με το άρμα που το έσερναν οι δυο ιπτάμενοι τράγοι, κρατώντας το έλατο για να θυμάται τους βόρειους φίλους του.

«Είμαι σίγουρος ότι οι Αθηναίοι θα χαρούν πολύ με αυτό το δέντρο!» σκέφτηκε.

Ο Πράσινος Άνθρωπος

Φεύγοντας από τους Βόρειους, ο Διόνυσος είχε παχύνει από το πολύ φαί που έτρωγε όσο βρισκόταν στην Άσγκαρντ, ενώ τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει όχι βέβαια από γηρατειά, αλλά από το χιόνι. Όσο για το ιπτάμενο άρμα που οδηγούσε, δεν ήξερε πώς ακριβώς να το κουμαντάρει, μιας και οι τράγοι ήταν ατίθασα ζώα.

Έτσι, αντί για την Ελλάδα βρέθηκε στη Χώρα των Κελτών με τα αιωνόβια δάση. Εκεί προσγειώθηκε, προσπαθώντας να κάνει τους τράγους υπάκουους. Ο ένας τράγος όμως λύθηκε και έφυγε χοροπηδώντας κι έτσι ο Διόνυσος άρχισε να τον κυνηγάει. Έπειτα από ένα πολυήμερο κυνήγι, κατάφερε να τον πιάσει. Και για να μην του φύγει ξανά, τον καβάλησε κρατώντας τον από τα κέρατα.

Έτσι τον είδαν μερικοί Κέλτες να βγαίνει μέσα από το δάσος και τον πέρασαν για τον Πράσινο Άνθρωπο. Γιατί οι Κέλτες ήταν λαός που πίστευε στα πνεύματα της φύσης. Και βλέποντας τον Διόνυσο να βγαίνει καβάλα στον τράγο, ντυμένος στα πράσινα και με το στεφάνι  στραπατσαρισμένο πάνω στα μαλλιά του, άρχισαν να τον προσκυνούν. Εκείνος, χαρούμενος από την υποδοχή των Κελτών, τους αντάμειψε με ποτό και φαγητό κι ύστερα έφυγε να συνεχίσει το ταξίδι.

Από εκείνη τη μέρα στα νησιά της Βρετανίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας γεννήθηκε η δοξασία ότι ο Πράσινος Άνθρωπος έρχεται χαρούμενος και γελαστός καβάλα στον τράγο του και μοιράζει δώρα.

Ο μεθυσμένος Σιρ Νοές

Μετά από τη Χώρα των Κελτών ο Διόνυσος έφτασε στη Γαλλία. Μα έτσι πιωμένος όπως ήταν, νόμιζε πως είχε φτάσει στην Ελλάδα. Κι αυτό επειδή η Γαλλία είχε εξαιρετικά αμπέλια και έφτιαχνε τα καλύτερα κρασιά.

Νομίζοντας, λοιπόν, ο Διόνυσος πως είχε φτάσει στην Αθήνα, πήγε στην πρώτη μεγάλη πόλη που βρήκε και έστησε το έλατο του Όντιν στην κεντρική πλατεία. Έπειτα άρχισε να χτυπάει τις πόρτες και να μοιράζει λιχουδιές στους ανθρώπους.

Ξαφνικά, άκουσε έναν παράξενο θόρυβο που δεν τον είχε ξανακούσει ποτέ μέχρι εκείνη τη νύχτα. Ήταν ο ήχος της καμπάνας που έβγαινε από την εκκλησία. Όμως ο Διόνυσος δεν είχε δει ποτέ ούτε καμπαναριά ούτε και εκκλησίες.

Τότε κάποιος του εξήγησε ότι εκείνος ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Χριστό, τον Γιο του Θεού και της Παρθένου Μαρίας, ο οποίος είχε γεννηθεί σε μια μακρινή πόλη που την έλεγαν Βηθλεέμ.

Και ο Διόνυσος, αφού κατάλαβε ότι δεν βρισκόταν στην Ελλάδα αλλά στη Γαλλία, έσκασε στα γέλια και ζήτησε συγγνώμη για την παρεξήγηση. Ξέστησε το έλατο από την πλατεία, το φόρτωσε στον ώμο του και έφυγε για να βρει το ιπτάμενο του όχημα που θα τον πήγαινε στην Αθήνα.

Από τότε, όμως, οι Γάλλοι άρχισαν να λένε για έναν μεθυσμένο γίγαντα με πράσινα ρούχα και άσπρα γένια που ερχόταν το βράδυ των Χριστουγέννων και μοίραζε δώρα στους καλούς ανθρώπους. Αυτόν τον είπαν Σιρ Νοές, αλλά αργότερα τον είπαν Πεγ Νοέλ, δηλαδή “Πατέρα των Χριστουγέννων”.

Οι τραγόμορφοι Κράμπεν

Όπως είπαμε και πριν, οι τράγοι ήταν ανυπάκουα ζώα που έκαναν το ταξίδι του Διονύσου ακόμα πιο δύσκολο. Όσο εκείνος μοίραζε δώρα στους Γάλλους, οι τράγοι το έσκασαν. Για να τους βρει ο Διόνυσος, χρειάστηκε πολλά-πολλά χρόνια, τόσα που κουράστηκε να τους ψάχνει. Τότε τους καταράστηκε να περιφέρονται άσκοπα στη Γη και να ζητάνε τροφή και νερό.

Η κατάρα έπιασε και οι τράγοι μεταμορφώθηκαν σε μαλλιαρούς ανθρώπους με κέρατα, γενειάδες και κουδούνες. Αυτοί με τα χρόνια έγιναν πολλοί και τρομοκρατούσαν τα χωριά της Ευρώπης. Οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί τους ονόμασαν Κράμπεν, δηλαδή δαίμονες. Αργότερα πέθαναν από το κρύο και ο κόσμος ησύχασε από αυτούς. Έμεινε όμως σαν παράδοση ότι κάθε χειμώνα εκείνα τα τραγόμορφα τέρατα έρχονταν για να ενοχλήσουν τους ανθρώπους και να τους κλέψουν τα παιδιά τους.

Φυσικά όταν κάποτε όλα αυτά έφτασαν στα αυτιά του Διονύσου, εκείνος έσκασε στα γέλια. Όπως και να ‘χει η ζημιά είχε γίνει και ένας ακόμα θρύλος είχε γεννηθεί.

Ο Διόνυσος μαθαίνει τα Χριστούγεννα

 Έτσι όπως περιπλανιόταν στη μεσαιωνική Γαλλία, ο Διόνυσος γνώρισε μια παρέα από οδοιπόρους. Αυτούς τους είχε πιάσει ο χειμώνας στον δρόμο και για να προστατευτούν από την παγωνιά, κατασκήνωσαν μέσα σε μια σπηλιά. Εκεί τους βρήκε ένα βράδυ ο Διόνυσος να τραγουδούν πλάι στη φωτιά και τους ζήτησε να κάτσει μαζί τους.

Από αυτούς τους ταξιδιώτες ο Διόνυσος έμαθε διάφορα πράγματα. Του είπαν για τους Λυκάνθρωπους και τα τέρατα που κυκλοφορούσαν τον χειμώνα τρομάζοντας τους χωρικούς και τους διαβάτες. Όταν του ανέφεραν για τους τραγόμορφους δαίμονες, ο Διόνυσος θυμήθηκε τους δικούς του τράγους και αναρωτήθηκε αν όλο αυτό το είχε ξεκινήσει αυτός.

«Είμαι σίγουρος ότι κάποιος γενναίος ήρωας θα βρεθεί για να τους εξοντώσει», είπε.

«Δεν υπάρχουν πια ήρωες για αυτή τη δουλειά», του είπαν. «Μόνο άγιοι».

Και τότε του εξήγησαν τι ήταν οι Άγιοι και πώς αντικατέστησαν τους ημίθεους ήρωες.

Του είπαν για τους Ρωμαίους που κατέκτησαν τους Έλληνες και όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Του είπαν για τον Χριστό που γεννήθηκε σε μια ρωμαϊκή επαρχία στην Ανατολή και για τον βασιλιά Ηρώδη που διέταξε τους στρατιώτες του να τον βρουν και να τον σκοτώσουν. Του είπαν ότι ο Χριστός ήταν ο Σωτήρας που με τη σταύρωση και την ανάστασή του θα έσωζε τον κόσμο. Του είπαν για τους άγιους που πέθαναν στο όνομά του από τους ειδωλολάτρες και για το πώς οι άνθρωποι άρχισαν να γίνονται Χριστιανοί. Τέλος του είπαν για τα Χριστούγεννα τα οποία οι άνθρωποι τα γιόρταζαν με ευλάβεια στη Δύση και την Ανατολή κάθε 25 του Δεκέμβρη.

Ο Διόνυσος γέλασε και είπε:

«Χοχοχο! Ε λοιπόν, πρέπει να πάω στη Ρώμη και να μάθω περισσότερο για τον Χριστό και για τις περιπέτειές του. Όσο για εσάς, να περνάτε καλά και να διασκεδάζετε. Και να μην πάψετε ποτέ να ταξιδεύετε, γιατί στα ταξίδια μαθαίνει κανείς όμορφα πράγματα!»

Ο Κρόνος που έγινε Χρόνος

Ταξιδεύοντας προς τη Ρώμη, με το έλατο στον ώμο και το κέρας της Αμάλθειας δεμένο στο ζωνάρι του, ο Διόνυσος, ξεμέθυστος αυτή τη φορά, παρατήρησε πως ο κόσμος είχε αλλάξει. Πέρα από τα κάστρα και τα φρούρια που είχαν φυτρώσει στους λόφους και στις κοιλάδες, οι ναοί των αρχαίων θεών είχαν αντικατασταθεί από εκκλησίες, τα αγάλματα από εικόνες και οι ημίθεοι ήρωες από αγίους και μάρτυρες. Κυρίαρχο σύμβολο παντού ήταν ο σταυρός, εκεί που πέθανε ο Χριστός για να αναστηθεί. Κάθε γιορτή αγροτική γιορτή που ήταν αφιερωμένη στους Ολύμπιους, τώρα ήταν αφιερωμένη στον Ιησού Χριστό. Εκείνος ήταν πια ο Σωτήρας.

Όλα είχαν αλλάξει. Οι λαοί, τα έθιμα και οι εποχές. Οι Ρωμαίοι, αυτοί που κατέκτησαν τους Έλληνες, τώρα πια δεν εξουσίαζαν την Ευρώπη. Μα όσο έκαναν αυτοί κουμάντο, έχοντας ακολουθήσει αρχικά τη λατρεία των Ολύμπιων θεών, κάθε Δεκέμβρη γιόρταζαν τα Σατουρνάλια, μια γιορτή που ήταν αφιερωμένη στον Κρόνο. Ο Κρόνος ήταν ο αρχηγός των Τιτάνων, ο παππούς του Διονύσου, τον οποίο μετά την Τιτανομαχία ο Δίας κατάφερε να τον εκθρονίσει και να τον αιχμαλωτίσει στον Κάτω Κόσμο, όπου τιμωρήθηκε για όλα εκείνα τα παιδιά που έφαγε τον παλιό καιρό. Στην πορεία τα Σατουρνάλια αντικαταστάθηκαν από τα Χριστούγεννα, ενώ ο Κρόνος από τον Χρόνο ο οποίος την τελευταία μέρα του Δεκέμβρη έφευγε για να έρθει ο καινούργιος. Εκείνη τη μέρα την ονόμαζαν Πρωτοχρονιά και τη γιόρταζαν με πολύ κέφι και παιχνίδι. Όσο για τις Καλένδες, τα τραγούδια που έλεγαν οι άνθρωποι στα Σατουρνάλια από πόρτα σε πόρτα, τώρα πια λέγονταν Κάλαντα.

  Art source  here

Art source here

Και όλα αυτά, καθώς και άλλα πολλά, τα έμαθε ο Διόνυσος από μια μάγισσα που την έλεγαν Μπεφάνα.

Η Μάγισσα Μπεφάνα

Φτάνοντας σε κάποια πόλη της Ιταλίας, ο Διόνυσος έπεσε πάνω σε μια γριά μάγισσα που πετούσε από σπίτι σε σπίτι καβάλα σε μια σκούπα. Δεν το έκανε, βεβαίως, για να τρομάξει τον κόσμο, ούτε για να απαγάγει παιδιά, όπως έκαναν οι λάμιες και οι στρίγγλες. Αυτή η μάγισσα, που την έλεγαν Μπεφάνα, πετούσε πάνω την Ιταλία κάθε Γενάρη για να ανταμείψει τα καλά παιδιά με δώρα.

«Είσαι φίλη με τον Όντιν και τον Θωρ;» τη ρώτησε ο Διόνυσος, καθώς θυμήθηκε τους φίλους του από τον Βορρά.

«Δεν τους ξέρω τους κύριους», του είπε η Μπεφάνα.

«Ε τότε από ποιον έμαθες να μοιράζεις δώρα στους ανθρώπους μέσα στο καταχείμωνο;»

«Από τον Γκάσπαρ, τον Μπαλτάζαρ και τον Μελχιώρ», απάντησε η Μπεφάνα. «Αυτούς που πήγαν τα δώρα στον νεογέννητο Χριστό».

Ο Διόνυσος ζήτησε από τη Μάγισσα να τη συνοδέψει εκείνο το βράδυ στη μοιρασιά των δώρων κι εκείνη δέχτηκε. Αργότερα τον φιλοξένησε στο σπιτάκι της στο δάσος, τον κέρασε γλυκό και του είπε ιστορίες, μιας και ο Διόνυσος ήθελε να μάθει για τον Χριστό και τη γέννησή του.

Έμαθε τότε για τους Τρεις Μάγους της Ανατολής που προφήτευσαν τον ερχομό του Σωτήρα. Αυτοί οι σοφοί άντρες έκαναν ένα μεγάλο ταξίδι ακολουθώντας ένα παράξενο αστέρι που είχε φανεί στον ουρανό. Έτσι βρέθηκαν στη φάτνη που η Μαρία είχε γεννήσει τον μικρό Χριστό και του έκαναν δώρο τρία σπουδαία δώρα: χρυσό, σμύρνα και λιβάνι.

Πριν φτάσουν οι Μάγοι στη Βηθλεέμ, πέρασαν από το σπίτι της Μπεφάνα. Μα όταν της είπαν για τον σκοπό του ταξιδιού τους, εκείνη δεν τους πίστεψε. Όταν, ύστερα από χρόνια, μετάνιωσε που δεν πήγε κι εκείνη μαζί τους να φέρει δώρο στον μικρό Χριστό, αφιέρωσε τη ζωή στης στο να ετοιμάζει δώρα και να τα πηγαίνει κάθε Χριστούγεννα στα παιδιά των ανθρώπων.

Και του είπε κι άλλες ιστορίες για τον Χριστό και τα Χριστούγεννα μέχρι που την πήρε ο ύπνος. Ο Διόνυσος τότε την έβαλε να κοιμηθεί στο κρεβατάκι της κι ύστερα έφυγε για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Το επόμενο πρωί το σπίτι της Μάγισσας ήταν στολισμένο με γκι, αμπέλια και κισσούς και το τραπέζι της γεμάτο φαγητά, φρούτα και μια κανάτα κρασί.

Η ανακάλυψη του νέου κόσμου

Η Ελλάδα ήταν κοντά, γι’ αυτό και ο Διόνυσος, έχοντας ήδη καθυστερήσει, σκέφτηκε πως δεν υπήρχε πρόβλημα να αργήσει λιγάκι ακόμη και να κάνει μια βόλτα στη Μεσόγειο. Έτσι τράβηξε νοτιοανατολικά για να επισκεφτεί την Ιερουσαλήμ και τη Βηθλεέμ όπου είχε γεννηθεί ο, διάσημος πλέον, Χριστός.

Όταν τελικά βρέθηκε σε εκείνα τα μέρη, ο Διόνυσος έμαθε ότι βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία είχε κατακτήσει την Ελλάδα και το Αιγαίο. Τώρα οι παντοδύναμοι Τούρκοι έκαναν κουμάντο στις θάλασσες και δεν άφηναν τα καράβια των Ευρωπαίων να ταξιδεύουν ως τις Ινδίες για να κάνουν εμπόριο.

Έμαθε τότε ο Διόνυσος πως είχε συμβεί κάτι φοβερό στον κόσμο, το οποίο το είχαν προκαλέσει οι Τούρκοι άθελά τους. Οι Ευρωπαίοι ναυτικοί, στην προσπάθεια τους να βρουν πέρασμα για τις Ινδίες, πήγαν ανάποδα πλέοντας προς τη Δύση. Και αντί να γκρεμοτσακιστούν από το Τέλος του Κόσμου, όπως πίστευαν για αιώνες, ανακάλυψαν μια νέα ήπειρο! Η ήπειρος εκείνη ονομάστηκε Αμερική και ήταν τόσο μεγάλη, που χωρούσε όλο και περισσότερους εξερευνητές και άποικους. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Ισπανοί, Γερμανοί και Ολλανδοί σάλπαραν συνεχώς για την Αμερική, χτίζοντας νέες πόλεις και χώρες που ήταν μεγαλύτερες από τα βασίλεια της Ευρώπης.

Φυσικά ένα τέτοιο “πάρτι” δεν θα μπορούσε να το χάσει ο χαρωπός θεός του κρασιού κι έτσι έβαλε ρότα για τη μακρινή Αμερική, όπου ένας νέος κόσμος φτιαχνόταν από την αρχή.

 Όσο για την Ελλάδα και την Αθήνα, θα έπρεπε να περιμένουν λίγο ακόμα για την επιστροφή του.

Ο Διόνυσος συναντά τον Κάρολο Ντίκενς

Στον δρόμο για την Αμερική ο Διόνυσος, πιωμένος ως συνήθως, χάθηκε πολλές φορές και επισκέφτηκε πολλές χώρες κερνώντας τον κόσμο με καλλούδια και κρασί. Ώσπου, κατέφερε να φτάσει σε μια χώρα με τεράστια φουγάρα, εργοστάσια και μηχανοκίνητα τρένα. Αυτή η χώρα ήταν η Αγγλία στην οποία εκείνον τον καιρό βασίλισσα ήταν Βικτώρια.

Μπορεί μεν η τεχνολογία να είχε προχωρήσει στην Αγγλία, αυτό όμως δεν σήμαινε πως όλοι οι άνθρωποι ζούσαν καλύτερα. Ο κόσμος χωριζόταν ακόμη σε πλούσιους και σε φτωχούς, και μάλιστα οι δεύτεροι ήταν πολύ περισσότεροι από τους πρώτους.

  Arthur Rackham's Santa Claus

Arthur Rackham's Santa Claus

Βλέποντας ο Διόνυσος όλους εκείνους τους φτωχούς της Αγγλίας, σταμάτησε σε μια γωνιά του δρόμου και άρχισε να τους μοιράζει κρασί και φαγητό για να τους κάνει χαρούμενους. Και κάπου εκεί τον είδε ένας νεαρός συγγραφέας να περιφέρεται με την πράσινη στολή του και το στεφάνι στα μαλλιά και να σκορπά τις ευλογίες του μέσα από το κέρατο της Αφθονίας. Αυτός ο συγγραφέας ήταν ο Κάρολος Ντίκενς, που συμπονούσε τους φτωχούς γιατί είχε ζήσει δύσκολα παιδικά χρόνια. Επίσης, λάτρευε τα Χριστούγεννα και τρελαινόταν για ιστορίες με φαντάσματα.

Ακολούθησε τότε τον Διόνυσο μέχρι που τον βρήκε να ξεκουράζεται κάτω από το έλατο που είχε κουβαλήσει μαζί του. Ο Διόνυσος, χαρούμενος όπως πάντα, τον είδε και τον προσκάλεσε να κάτσει και να γιορτάσει μαζί του.

«Αν δεν με γελούν τα μάτια μου, εσύ πρέπει να είσαι ο Πατέρας των Χριστουγέννων!», είπε ο νεαρός Ντίκενς και ο Διόνυσος απάντησε.

«Έλα κοντά μου άνθρωπε και γνώρισε με καλύτερα!»

Εκείνο το βράδυ ο νεαρός συγγραφέας μέθυσε από το κρασί του Διονύσου και μια φανταστική ιδέα του ήρθε στο μυαλό. Γυρνώντας στο σπίτι ξεκίνησε να γράφει μια ιστορία για κάποιον πλούσιο που μισούσε τα Χριστούγεννα, ώσπου ένα βράδυ τον επισκέφτηκαν τα Πνεύματα των Χριστουγέννων, γεμίζοντας την καρδιά του με αγάπη, χαρά και καλοσύνη.

Το ένα από αυτά τα Πνεύματα ήταν ο Διόνυσος, ο πράσινος εκείνος γίγαντας που έδειξε στον Σκρουτζ, τον ήρωα της ιστορίας, τη μαγεία των Χριστουγέννων.

Αυτή η ιστορία που ονομάστηκε ο «Ύμνος των Χριστουγέννων» στα χρόνια που ακολούθησαν, αγαπήθηκε από χιλιάδες αναγνώστες, όπως άλλωστε και ο συγγραφέας της.

Όσο για τον Διόνυσο, συνέχιζε το ταξίδι του στην Αμερική, όπου η ιστορία του Κάρολου Ντίκενς είχε γίνει κάτι παραπάνω από διάσημη. 

 

Τέλος Α’ Μέρους