Άνυα: Χορεύοντας με τους Λύκους (Μέρος 11ο)

Art by https://www.deviantart.com/pascalcampion

Art by https://www.deviantart.com/pascalcampion

Ο Ορφέας δεν καταλάβαινε τι έκανε ούτε και γιατί το έκανε.

Βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο του κλαμπ, σε μια πίστα με ασπρόμαυρα πλακάκια που την έκαναν να μοιάζει με τεράστια σκακιέρα, περιστοιχισμένος από κόσμο που χόρευε ξέφρενα στον ρυθμό της μουσικής. Όπου κι αν γυρνούσε έβλεπε πρόσωπα, άγνωστα και γνωστά, να χαμογελάνε, να ξεφωνίζουν και να τραγουδούν. Τα χαμηλά φώτα και οι παλλόμενοι προβολείς έκαναν όλους αυτούς τους ανθρώπους να δείχνουν πότε κόκκινοι, πότε πράσινοι και πότε μπλε.

Ο Ορφέας πάντως ήταν κόκκινος. Από ντροπή.

Ήταν ο πιο άχαρος χορευτής και σε αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. Κουνούσε χέρια-πόδια τόσο άτονα και τόσα μακριά από τον ρυθμό, που ήταν σίγουρος πως όλο το κλαμπ είχε γυρίσει και τον κοιτούσε, γελώντας μαζί του και μόνο. Πού και πού κάποιος τον σκουντούσε, κάποιος τον έσπρωχνε ενώ όποτε έβρισκε ευκαιρία, σταματούσε. Στο ύφος του ήταν αποτυπωμένη η απόγνωση, αντίθετα με το ταίρι του, την Αερίνα, που έδειχνε πιο χαριτωμένη από ποτέ.

Ούτε κι εκείνη ήταν του χορού. Οι κινήσεις της ήταν απλές, σχεδόν καθοδηγούμενες από τα επαναλαμβανόμενα μπιτ. Δεν ήταν σαν τους Μάγους, οι οποίοι, αν και ήταν τόσο ήσυχοι στην καθημερινότητα τους, τώρα ξεφάντωναν, σαν να τους είχαν βάλει νέφτη. Ούτε επίσης σαν τις Γερμανίδες, που αν δεν ήταν οι γονείς τους παρόντες, θα είχαν ανέβει στην μπάρα και όλο το κλαμπ θα χειροκροτούσε το πάθος και την τρέλα τους.

Όμως η Αερίνα ένιωθε τόσο όμορφα που χόρευε με τον Ορφέα και αυτό της ήταν αρκετό. Και ας ήταν ο χειρότερος καβαλιέρος που μπορούσε να έχει μια κοπέλα σε ένα κλαμπ.

Χάλια...» τον άκουσε να λέει στην εναλλαγή του τρίτου τραγουδιού.

«Τι;»

«Λέω, χάλια. Σου το είπα, δεν ξέρω να χορεύω».

«Τα πας υπέροχα!»

«Ναι καλά...»

«Αλήθεια το λέω!»

«Δεν πάμε πίσω στα παιδιά καλύτερα;»

«Κάτσε λίγο ακόμα».

«Μα...»

«Κοίτα! Κάνε ό,τι κάνω, εντάξει;»

«Μα εγώ...»

«Φαντάσου πως είμαστε στην παραλία. Κάνε ότι κολυμπάς!»

«Καλά...», είπε και άρχισε να μιμείται τις κινήσεις της Αερίνας.

«Μπράβο! Μείνε στον ρυθμό. Έτσι, πολύ καλά! Και τώρα κάνε πως κολυμπάς προς τα πίσω. Προς τα πίσω, ναι! Ωραία, τώρα κάνε ότι παίζουμε ρακέτες. Κούνα βρε λίγο και τα πόδια σου, μην είσαι αγγούρι! Μπράβο, αυτό είναι...»

Ξαφνικά, από εκεί που ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί, ο Ορφέας ένιωθε όμορφα. Είχε να χορέψει με κορίτσι από ένα πάρτι μασκέ στην Πέμπτη Δημοτικού, μπορεί στην Τετάρτη, όπου εκείνος ήταν ντυμένος νίντζα και η συνοδός του βασίλισσα της νύχτας ή κάτι τέτοιο. Τους είχαν βάλει με το ζόρι να χορέψουν για κάποιο έπαλθο το οποίο δεν κέρδισαν ποτέ. Τώρα ο Ορφέας χόρευε με το πιο όμορφο κορίτσι της Άνυα που, ενώ τις προηγούμενες μέρες έδειχνε να τον αποφεύγει, τον πήρε μαζί της στην πίστα και του μάθαινε να κάνει φιγούρες.

«Έχει... έχει πλάκα τελικά!» της είπε. Εκείνη χαμογέλασε και συνέχισε να χορεύει. Κι ενώ την έβλεπε να απολαμβάνει τη στιγμή, ξαφνικά την είδε να σταματάει και να πιάνει το κεφάλι της.

«Τι έπαθες;» τη ρώτησε.

«Κάτι με χτύπησε...»

Την ίδια στιγμή ο Ορφέας ένιωσε κι αυτός κάτι να χτυπάει στο δικό του κεφάλι.

«Άουτς», έκανε και κοίταξε πάνω. Νόμιζε πως θα έβλεπε ένα σύννεφο που έριχνε χαλάζι, μα ο ουρανός πάνω από το Λάδι ήταν ξάστερος.

Άλλο ένα παγάκι κοπάνησε στο κεφάλι του.

«Ποιος το κάνει αυτό;» ρώτησε θυμωμένος. Οι διπλανοί του, ο Αργύρης και η Εύη σταμάτησαν και αυτοί τον χορό καθώς τους έλουσε μια βροχή από στραγάλια.

«Κάποιος πετάει ξηρούς καρπούς!» είπε η Εύη.

«Και παγάκια!» είπε η Αερίνα.

 Οι Μάγοι πάντως δεν είχαν καταλάβει τίποτα και συνέχιζαν να χορεύουν.

«Ο Κλώτσος θα το έκανε», είπε ο Ορφέας κοιτώντας πέρα από την πίστα τον Νάνο που κρατούσε ένα μπολάκι και μασουλούσε δίπλα στη Μαριλένα.

«Δεν το έκανε ο Κλώτσος», είπε ο Αργύρης και στράφηκε στην άλλη πλευρά. «Από εκεί ήρθαν».

Και τότε είδαν τους Ντούρηδες να παριστάνουν τους αδιάφορους ενώ η παρέα τους είχε λυθεί στα γέλια. Είδαν επίσης τον Ρωμύλο να γυρνάει πλάτη και να πετάει προς τα πάνω ένα παγάκι το οποίο έσκασε στο καπέλο του Ρούντι. Και πάλι οι Λυκοχωρίτες γέλασαν με την εξυπνάδα του Ρωμύλου ενώ ο ίδιος γύρισε για να δει πού είχε πέσει το παγάκι.

«Αυτοί οι βλάκες είναι», είπε ο Ορφέας νιώθοντας το αίμα του να βράζει.

«Επίτηδες το κάνουν», είπε ο Αργύρης.

«Πάμε να κάτσουμε παιδιά», είπε η Εύη και τους τράβηξε από το χέρι.

«Τι;» αντέδρασε ο Ορφέας. «Μας χάλασαν τη στιγμή και εμείς θα φύγουμε σαν τις κότες;»

«Δεν μπορείς να τους κάνεις κάτι», είπε η Εύη. Άλλο ένα παγάκι έσκασε δίπλα τους. «Πάμε σου λέω, δεν αξίζει».

«Ηλίθιοι», γρύλισε η Αερίνα και κατέβηκε από την πίστα. Η Εύη, ο Αργύρης και τα αδέλφια Γκέλλιν την ακολούθησαν ξενερωμένοι. Ο Ορφέας, όμως, έμεινε για λίγο στη θέση του να κοιτάζει τους Ντούρηδες με θυμό. Είδε τον Πάνο να του κάνει ένα νόημα με το χέρι και το πάνω χείλος, κάτι σαν “τρέχει κάτι;” ή “θες τίποτα;” προκαλώντας τον περισσότερο. Μα τότε ήρθε η Εύη και τον τράβηξε πίσω στη γωνιά όπου ήταν συγκεντρωμένη η παρέα.

«Τι πάθατε βρε παιδιά;» ρώτησε η Μαριλένα βλέποντας τη ζοχάδα στα πρόσωπα των φίλων της.

«Οι Ντούρηδες έχουν όρεξη για φασαρίες», είπε η Εύη.

«Οι Ντούρηδες;» αναπήδησε άξαφνα ο Κλώτσος. Έδωσε το μπολ με τους ξηρούς καρπούς στον Αργύρη και έφυγε βιαστικά.

«Τι έπαθε;» ρώτησε ο Ορφέας βλέποντας τον Νάνο να χάνεται μέσα στο πλήθος.

«Φοβάται τους Λυκοχωρίτες», εξήγησε η Αερίνα

«Δεν του το ̔χα”, είπε ο Ορφέας και κοίταξε προς τη μεριά των Ντούρηδων που συνέχιζαν να πετούν φυστίκια και παγάκια στην πίστα. Πολύ θα ήθελε να δει κάποιον -τον οποιονδήποτε- να πηγαίνει και να τους πλακώνει στο ξύλο. Όμως κανείς δεν αντιδρούσε στα πειράγματά τους και ο Ορφέας αναρωτήθηκε γιατί.

Ασυναίθητα ο Ορφέας γύρεψε τον πατέρα του στον χώρο. Τον είδε να κάθεται μαζί με τον Ορέστη και να κουβεντιάζουν με τις Ισπανίδες. Σκέφτηκε να πάει και αυτός μαζί τους, μα την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε πως κάποιος έλειπε από την παρέα τους.

«Πού είναι ο Βύρωνας;» ρώτησε τη Μαριλένα.

«Εδώ ήταν πριν», απάντησε εκείνη. «Κάτι μου έλεγε, αλλά δεν τον άκουγα. Μετά ήρθε ο Κλώτσος και έφυγε. Νομίζω ότι τον είδα να βγαίνει από το κλαμπ».

«Πάω να τον βρω», είπε ο Ορφέας και κίνησε προς την είσοδο. Ο κόσμος ήταν πολύς και μετά βίας χωρούσε για να βγει από το κλαμπ. Βγαίνοντας έξω αναζήτησε τον φίλο του, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν παρκαρισμένα αυτοκίνητα και ένα ζευγαράκι που φιλιόταν καθισμένο στο πεζούλι. Ο Ορφέας πήγε από τη δεξιά πλευρά του κλαμπ, όπου και είδε τον Βύρωνα να κάθεται στη ρίζα μιας ελιάς και να κουνά νευρικά το πόδι του. Έδειχνε πέρα για πέρα λυπημένος.

«Βύρωνα; Είσαι εντάξει;»

Εκείνος του έριξε ένα σύντομο βλέμμα και μετά κοίταξε κάτω ανασηκώνοντας τους ώμους.

«Τι έγινε; Της μίλησες;»

«Όχι. Δεν τα κατάφερα. Μας τη χάλασε ο γνωστός χαλάστρας».

«Ο Κλώτσος;»

«Ώρες-ώρες γίνεται τόσο ενοχλητικός... Ήμουν έτοιμος να της τα ρίξω, αλλά ήρθε και μπήκε ανάμεσα μας και άρχισε τις σαχλαμάρες».

«Έλα, μην κάνεις έτσι. Μπορείς να δοκιμάσεις αργότερα. Ή κάποια άλλη μέρα, κάπου πιο ρομαντικά. Αυτό το μέρος είναι χάλια για να κάνεις κίνηση, δεν συμφωνείς;»

«Ποτέ δεν μπορώ να την πετύχω μόνη», παραπονέθηκε ο Βύρωνας. «Δεν πάει πουθενά χωρίς τις φίλες της. Απόψε ήταν η ευκαιρία μου. Και την έχασα...»

Ο Ορφέας σούφρωσε τα χείλη. Ήθελε να τονώσει το ηθικό του φίλου του, αλλά ήξερε καλά πως όποτε ο Βύρωνας πείσμωνε, δεν άλλαζε διάθεση ούτε με σφαίρες.

«Θες να πάμε μέσα μπας και σου φτιάξει το κέφι;»

«Δεν το νομίζω. Εδώ έξω είναι καλύτερα». Κοίταξε τα αστέρια από πάνω τους και πρόσθεσε, «Και ήσυχα».

«Δίκιο έχεις», είπε ο Ορφέας. «Ας, μείνουμε εδώ, γλιτώνουμε και τη βαβούρα έτσι. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι θα έσκαγε το κεφάλι μου από την ένταση. Και δεν ήταν μόνο η μουσική που μου έφταιγε. Αν θες το πιστεύεις, αλλά νομίζω πως άκουγα όλον τον κόσμο στο κλαμπ να μιλάει μες στο αυτί μου».

«Είναι το τοτέμ της νυχτερίδας», του είπε ο Βύρωνας. «Έχεις την καλύτερη ακοή από όλους μας. Αν εμείς ενοχλούμαστε από τους θορύβους μία, εσύ λογικά θα ενοχλείσαι δέκα».

«Αυτό δεν το είχα σκεφτεί», είπε ο Ορφέας και κοίταξε τη νυχτερίδα στο μπράτσο του. «Καλά που μου το είπες».

«Ωχ, να και οι άλλοι», είπε ο Βύρωνας βλέποντας παραπέρα τον Ορέστη και τον Ρούντι. «Σε παρακαλώ, μην τους πεις τίποτα, εντάξει; Δεν έχω όρεξη».

«Εντάξει», είπε ο Ορφέας και κοίταξε τα αγόρια. «Θα τους πω ότι ζαλίστηκες και ότι θες να μείνεις μόνος. Όμως, Βύρωνα, αργά ή γρήγορα θα το καταλάβουν όλοι».

«Ας το καταλάβουν...» είπε ο Βύρωνας ανασηκώνοντας τους ώμους.

Ο Ορφέας ξεφύσηξε και πήγε προς τον Ορέστη και τον Ρούντι.

«Άντε βρε, πού είστε;» ρώτησε ο Ορέστης όταν τον είδε να ξεπροβάλλει από τα δέντρα.

«Καθόμαστε», είπε ο Ορφέας. «Όλα καλά».

«Βύρωνας είναι πού;» ρώτησε ο Ρούντι.

«Ζαλίστηκε και θέλει να πάρει λίγο αέρα», του απάντησε.

«Σε έψαχνε ο πατέρας σου», είπε ο Ορέστης με το γνωστό χαμόγελό του ως τα αυτιά. «Ήμασταν με τις Ισπανίδες. Θέλουν να κατέβουν στην Άνυα για μπάνιο και να πάμε Καραβούπολη για καφέ! Φίλε, νομίζω πως η Ισαβέλα σε γουστάρει! Άντε, πάμε μέσα».

«Πηγαίνετε εσείς», είπε ο Ορφέας χαμηλώνοντας το βλέμμα. Όχι πως δεν είχε δελεαστεί, αλλά το θεωρούσε υποχρέωση να κρατήσει συντροφιά στον Βύρωνα. «Θα μείνω για λίγο εδώ να τον προσέχω».

Μα πριν προλάβει να πει κάτι ο Ορέστης, εμφανίστηκε ο Ρωμύλος μαζί με άλλους τρεις από την παρέα του.

«Ώπα!», είπε και άρπαξε το καπέλο του Ρούντι. «Για δείτε τούτο εδώ το καπελάκι. Έχετε δει ποτέ πιο πετυχημένο ρούχο για έξοδο;»

Οι Λυκοχωρίτες γέλασαν. Τα τρία παιδιά κοίταξαν αφοπλισμένα τον Ρωμύλο να παίζει με το καπέλο του Ρούντι.

«Πού τα μοιράζουν αυτά;» ρώτησε ο Ρωμύλος δήθεν με ενδιαφέρον. «Είδα κάτι καραγκιοζάκια να τα φοράνε μέσα. Ήρθαν οι απόκριες ή τα φοράνε από άποψη;»

«Πρόσεξε πώς μιλάς για τους φίλους μου», είπε ο Ορφέας. Ο Ρωμύλος τον αγνόησε και συνέχισε να κοροιδεύει τον Ρούντι με την τσιριχτή ενοχλητική φωνή του.

«Βγαίνει και σε κόκκινο; Θέλω πολύ να αγοράσω ένα τέτοιο. Ή μάλλον, μιας που βρήκα αυτό, θα το κρατήσω όπως είναι», είπε και το φόρεσε στο κεφάλι του. «Ω κοιτάξτε με! Είμαι η κακιά μάγισσα! Ιχιχιχιχι! Ιχιχιχιχι!»

Οι Λυκοχωρίτες γελούσαν μία με τις μιμήσεις του Ρωμύλου, μία με τον καημένο τον Ρούντι, που προσπαθούσε να πάρει πίσω το καπέλο του μιλώντας σπαστά ελληνικά.

«Δώσε πίσω μου! Δώσε πίσω μου!»

«Θα σας κάνω βατράχια!» συνέχισε ο Ρωμύλος να κάνει τη μάγισσα τρέχοντας πέρα-δώθε. «Φέρτε μου το τσουκάλι μου να βράσω το φίλτρο!»

«Κόψε την πλάκα!» του φώναξε ο Ορέστης. Και αυτόν τον αγνόησε ο Ρωμύλος και συνέχισε να παίζει με τον Ρούντι.

«Δώσε μου!» επέμεινε εκείνος χωρίς να καταφέρνει να το πιάσει.

«Το θες πολύ;» τον ρώτησε ο Ρωμύλος και σταμάτησε λίγο πιο πέρα. «Έλα πάρʼ το. Ουπς!» είπε και το πέταξε ψηλά. «Εξαφανίστηκε! Είναι μαγικό!»

Ένας από την παρέα του Ρωμύλου πήδηξε και άρπαξε το καπέλο σχεδόν μέσα από τα χέρια του Ρούντι. Πήγε λίγο παραπέρα και τότε άρχισαν να το πετούν ο ένας στον άλλον σαν να ήτανε φρίζμπι.

«Τελειώνετε!» φώναξε και πάλι ο Ορέστης. «Δώστε του το καπέλο και αδειάστε μας τη γωνιά».

«Εσύ τι μιλάς ρε τράγε;» του είπε ο Ρωμύλος. «Άν έρθω εκεί και σε τραβήξω από το γένι θα μου πεις τα κάλαντα βελάζοντας».

«Για δοκίμασε...» είπε ο Ορέστης κάτω από τα βροντερά γέλια της παρέας του Ρωμύλου.

«Δεν μου λες;» συνέχισε αυτός. «Ο πατέρας σου ακόμα κόβει δέντρα για να φτιάχνει τσαντήρια ή το έριξε και πάλι στις κατσίκες για να σου κάνει αδελφάκια;»

«Ω τι είπε!» φώναξε ένας Λυκοχωρίτης χτυπώντας παλαμάκια. Ο Ορέστης έσφιξε τις γροθιές του.

«Αφήστε τους ήσυχους!» ακούστηκε εκείνη τη στιγμή η φωνή του Βύρωνα που μόλις κατέφθασε.

«Α, νάτος και ο βούβαλος της παρέας», είπε ο Ρωμύλος. «Κοιτάξτε φάτσα ανθρώπου που θέλει να βρει και γκόμενα! Έλα χοντρούλη, πλησίασε. Μην κάθεσαι μοναχούλης σου και σε τσιμπήσει κανένα κουνούπι και εκραγείς».

«Αρκετά!» φώναξε ο Ορφέας. «Ζήτα συγνώμη από τους φίλους μου και ξεκουμπίσου και εσύ και η παρέα σου».

«Α μπα; Για δείτε, μίλησε κι ο άπλυτος! Εσένα ποιος σου μίλησε ρε μαλλιά; Άντε τράβα μέσα να κουνηθείς όπως έκανες πριν».

Αυτό ήταν. Ο Ορφέας ήταν έτοιμος να χιμήξει χωρίς να τον νοιάζει αν θα τις έτρωγε ή όχι. Μα ο Ρωμύλος είχε και κάτι ακόμα για να τον τσαντίσει περισσότερο.

«Φέρε το καπέλο», του είπε ο Ορφέας ως τελευταία προειδοποίηση.

«Πάρʼ το», είπε αυτός και έκανε πως του το έδινε. Έπειτα το τράβηξε πίσω και έχωσε το χέρι του μέσα ψαχουλεύοντας. “Ωπ, μου ήρθε ένα μαγικό. Τι μπορώ να βγάλω μέσα από το καπέλο, ε; Τι λέτε να κρύβεται εδώ; Λαγός; Περιστέρι; Καμιά μπεκάτσα; Για μαντέψτε!»

«Τέλειωνε!”, του είπε ο Βύρωνας. «Δώσε μας το καπέλο».

«Αχά!» έκανε ο Ρωμύλος συνεχίζοντας το νούμερό του. «Το βρήκα! Έχει ένα δώρο για τον καλύτερο χορευτή της πίστας!»

Και τότε μια χούφτα στραγάλια έφυγε όλη πάνω στο πρόσωπο του Ορφέα.

Και το αληθινό “γλέντι” μόλις ξεκίνησε.

Ο Ρωμύλος θα μπορούσε κάλλιστα να εκμεταλλευτεί αυτήν την κίνηση για να ορμήσει στον Ορφέα, αφού τον είχε ξαφνιάσει. Μα οι Λυκοχωρίτες το είχαν συνήθειο να γελάνε με τα καψόνια που έκαναν στα θύματά τους δίχως να περιμένουν ως απάντηση κάποια μπουνιά. Άλλωστε, όλοι τους έτρεμαν στις γύρω περιοχές και κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει χέρι πάνω τους. Ειδικά στους Ντούρηδες.

Όμως ο Ορφέας δεν ήταν από εκεί. Και είχε ήδη μαζέψει πολλά για τους Λυκοχωρίτες. Ειδικά για τους Ντούρηδες.

Έτσι ο Ρωμύλος έφαγε πρώτος τη γροθιά.

Δεν ήταν καλό το χτύπημα. Ούτε και δυνατό, ανάλογα με την ορμή που έβαλε άθελά του ο Ορφέας. Αρκούσε, όμως, για να κόψει το γέλιο του Ρωμύλου και της παρέας του μια και καλή.

«Τι έκανες ρε μπάσταρδο;» μούγκρισε ο Ρωμύλος και χίμηξε πάνω στον Ορφέα. Ήταν τόση η φόρα του, που κατάφερε να τον ρίξει και να πέσει από πάνω του, κρατώντας τον στο έδαφος. Μα τότε τον άρπαξαν ο Ορέστης με τον Βύρωνα και τον τράβηξαν πίσω, δίνοντας έτσι χρόνο στον Ορφέα να σηκωθεί. Οι φίλοι του Ρωμύλου όρμησαν και αυτοί και η μάχη φούντωσε για τα καλά με φωνές, βρισιές και αδέσποτα κλωτσομπούνια.

Τα πράγματα χειρότερεψαν όταν από την είσοδο του κλαμπ φάνηκε ο Πάνος, ο αδελφός του Ρωμύλου, μαζί με άλλους δύο. Αυτός, με το που είδε τον καβγά όρμησε χωρίς δεύτερη σκέψη χτυπώντας τον Ρούντι που προσπαθούσε να χωρίσει τον Ορφέα από τον Ρωμύλο. Έπειτα άρπαξε τον Ορφέα από τον λαιμό και τον έσειρε μέχρι τον τοίχο. Όμως μια κλωτσιά στα αχαμνά τον ξάπλωσε, ενώ ο Ορφέας, βήχοντας από τον πόνο και τη ζαλάδα ξαναχίμηξε στον Ρωμύλο. Μία ακόμα γροθιά στη μούρη έστειλε τα μαύρα γυαλιά του Ρωμύλου στο χώμα.

Και τότε φάνηκε το βλέμμα του. Ένα βλέμμα στυγερό και δολοφονικό. Τα μάτια του ήταν κίτρινα και δεν θύμιζαν σε καμία περίπτωση μάτια συνηθισμένου ανθρώπου.

«Τώρα θα πεθάνεις, μούλε...» γρύλισε και έπεσε πάνω του. Κυλίστηκαν στο έδαφος κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλου σε έναν αγώνα δύναμης και αντοχής. Ο Ορφέας ένιωθε τις δικές του δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν, ενώ τα κίτρινα μάτια του Ρωμύλου του γέννησαν έναν πρωτόγνωρο φόβο. Ήταν σαν να πάλευε με θηρίο, όχι με άνθρωπο.

Παρόμοια ήταν και τα μάτια του Πάνου. Αυτός είχε βγάλει από μόνος του τα γυαλιά, για να παλεύει καλύτερα και να προκαλεί τρόμο.

Για καλή τύχη όλων, ο καβγάς κόπηκε στη μέση όταν ένα τσούρμο πετάχτηκε έξω από το κλαμπ για να χωρίσει τους μαινόμενους νεαρούς. Χρειάστηκαν δώδεκα άντρες για να κρατήσουν πίσω τους Λυκοχωρίτες.

Οι κίτρινες λάμψεις έσβησαν και τα μάτια των Ντούρηδων έγιναν ανθρώπινα και πάλι. Τουλάχιστον έτσι του φάνηκαν του Ορφέα, που τώρα τα έβλεπε όλα θολά ενώ τα δάχτυλά του πονούσαν ήδη από την πρώτη μπουνιά που είχε ρίξει. Ο Ρωμύλος έκανε σαν κοριτσάκι, τσιρίζοντας στον κόσμο πως οι άλλοι ξεκίνησαν τον καβγά. Ο Ορέστης και ο Βύρωνας από τη μεριά τους φώναζαν υποστηρίζοντας το αντίθετο.

«Δεν τελείωσαμε εδώ ρε πονοκέφαλοι», προειδοποίησε ο Πάνος τον Ορφέα και τους φίλους του. «Αφού θέλετε τσαμπουκάδες, θα τους έχετε...»

«Έχετε να φάτε πολλές φάπες ακόμη για να στρώσετε!» τσίριξε ο Ρωμύλος.

«Εσείς αρχίσατε!» επέμεινε ο Βύρωνας. «Ζητάτε και τα ρέστα τώρα;»

«Τι μιλάς εσύ ρε βόδι;» συνέχισε ο Ρωμύλος να προκαλεί. «Άντε τράβα να βοσκίσεις!»

Και αφού αντάλλαξαν μερικά ακόμα “κοσμητικά” επίθετα με τους Λυκοχωρίτες, η παρέα της Άνυας τραβήχτηκε παραπέρα. Οι Ντούρηδες, όμως, δεν τους άφηναν από τα μάτια τους, ειδικά τον Ορφέα.

«Εσύ εκεί, άπλυτε!» του φώναξε κάποια στιγμή ο Ρωμύλος. «Σου αρέσει να παριστάνεις το αντράκι ε;»

«Είμαι, δεν το παριστάνω», απάντησε ο Ορφέας.

«Σιγά ρε μαγκάκο», τον ειρωνεύτηκε ο Ρωμύλος. «Αφού έχεις τόσα πολλά κότσια, έλα να μας βρεις στην Παναγιά τη Λύκαινα μεθαύριο βράδυ».

«Πάμε και τώρα», βιάστηκε να πει ο Ορφέας.

«Μεθαύριο σου λέω», είπε ο Ρωμύλος. «Έλα και θα καλοπεράσεις».

«Γιατί, τι είναι μεθαύριο;» ρώτησε ο Ορφέας.

«Έλα και θα δεις βρωμόσκυλο», του είπε ο Πάνος. 

Η φασαρία που προκλήθηκε έβγαλε το μισό κλαμπ έξω για να δει τι έχει συμβεί. Οι άλλοι μισοί έμειναν μέσα χορεύοντας ανενόχλητοι. Ανάμεσά τους ήταν και ο Όντι, ο πατέρας του Ορφέα, ο οποίος δεν πήρε χαμπάρι τι είχε συμβεί παρά μόνο όταν τον ειδοποίησαν οι Τρίδυμες. Τότε βγήκε έξω κι αυτός μαζί με τους δικούς του για να δουν τα παιδιά μες στα χώματα και με τα ρούχα τους σκισμένα.

«Τι έγινε εδώ;» ρώτησε ο Όντι βλέποντας τον γιο του να τρέμει σαν το ψάρι από την ένταση.

«Να και ο αρχιπονοκέφαλος!», πετάχτηκε ο Ρωμύλος βλέποντας τον Οδυσσέα. «Άντε, μάζεψε το μούλικο σου πριν το τουλουμιάσουμε για τα καλά».

«Αυτοί άρχισαν, μπαμπά!» είπε ο Ορφέας δείχνοντας τους Ντούρηδες.

«Εσείς βαρέσατε τον αδελφό μου!», φώναξε ο Πάνος και οι Λυκοχωρίτες πήραν το μέρος του λέγοντας πως ο πρώτος που σήκωσε χέρι ήταν ο Ορφέας.

«Ενοχλούσε τους φίλους μου», είπε εκείνος υπερασπίζοντας τον εαυτό του. «Πήραν το καπέλο του Ρούντι και δεν του το έδιναν πίσω».

Τότε ο κόσμος που ήταν εκεί συγκεντρωμένος ξέσπασε σε γέλια. Οι πιο πολλοί νόμιζαν πως η αιτία του τσακωμού ήταν κάποια κοπέλα ή έστω μια παρεξήγηση με κάποιο κατά λάθος σπρώξιμο ή στραβοκοίταμα. Όμως το να πλακωθούν ένα μάτσο νεαροί για χάρη ενός καπέλου, ήταν βλακώδες.

«Καλά, είστε σοβαροί;» ρώτησε κάποιος από τους παρευρισκόμενους. «Χαλάσατε τη βραδιά σας για ένα καπέλο;»

Οι Ντούρηδες θύμωσαν πιο πολύ και προσπάθησαν να ρίξουν δίκιο στην πράξη τους.

«Δεν είναι ένα απλό καπέλο!» τσίριξε ο Ρωμύλος και έδειξε τους Γκέλλιν. «Κοιτάξτε τους τι φοράνε. Τι νομίζουν ότι παριστάνουν;»

 «Έτσι κάνουν στη χώρα τους», είπε ο Βύρωνας.

«Τότε να πάνε στη χώρα τους!» είπε ο Πάνος. «Εδώ είναι η δική μας χώρα και θα τη σέβονται!»

«Αρκετά ακούσαμε», είπε ο Όντι και χτύπησε απαλά την πλάτη του Ορφέα. «Ώρα να φεύγουμε».

«Μπαμπά, το συνεχίζουν, δεν τους ακούς;»

«Δεν πρόκειται να πάψουν», είπε και πήγε στους Μάγους. «Πάμε φίλοι μου. Ίσως δεν ήταν καλή ιδέα να έρθουμε εδώ».

Και έτσι οι Ανυανοί πήραν τα πράγματά τους από το κλαμπ και έφυγαν άρον-άρον για την παραλία τους. Τα ποτά ήταν κερασμένα από τον Όντι για τη γιορτή του Ορφέα. Τους πήρε κάμποση ώρα να μαζέψουν τον Άντι που συνέχισε να την πέφτει στη σερβιτόρα μην έχοντας πάρει καθόλου χαμπάρι  τον τσακωμό έξω από το κλαμπ. Όταν πια του εξήγησαν τι είχε γίνει, πήγε φουριόζος να πλακωθεί με τους Λυκοχωρίτες, μα ήταν πολύ αργά. Οι Ντούρηδες και η παρέα τους είχαν φύγει πρώτοι, καβάλα στα μηχανάκια τους.

«Δεν τελείωσαμε εμείς», απείλησαν τον Ορφέα φεύγοντας. «Θα σε περιμένουμε...»

Και κάπως έτσι πέρασαν τα γενέθλεια του Ορφέα. Τελείωσαν το ίδιο επισοδειακά όπως ξεκίνησαν. Άρχισαν με μια φάρσα και ολοκληρώθηκαν με έναν καβγά. Κι όμως, στο ενδιάμεσο ο πλέον δεκαεξάχρονος Ορφέας είχε αποδείξει ότι δεν έπαιρνε από φοβέρες και ότι δεν δίσταζε να υπερασπιστεί τους φίλους του. Γιατί, αν είχε βρει κάτι που άξιζε να παλέψει, αυτό ήταν οι φίλοι του. Οι φίλοι που δεν είχε στην Αθήνα, οι φίλοι που δεν είχε γνωρίσει κανένα καλοκαίρι, οι φίλοι που έλειπαν από τη ζωή του τα προηγούμενα δεκαπέντε χρόνια.

Έτσι, λοιπόν, πέρασαν τα γενέθλια του Ορφέα στην Άνυα, χωρίς να ξέρει πού είχε μπλέξει και τι τον περίμενε τις μέρες που θα ακολουθούσαν, καθώς το φεγγάρι γέμιζε και οι λύκοι ετοιμάζονταν για το καθιερωμένο τους κυνήγι. 

***

Art by https://www.deviantart.com/pascalcampion

Art by https://www.deviantart.com/pascalcampion

Έπειτα από το περιστατικό στο κλαμπ, ο Ορφέας δεν έβλεπε τίποτα άλλο μπροστά του εκτός από τους Ντούρηδες και τη μέρα όπου θα αναμετριόταν μαζί τους, μια μέρα που δεν θα αργούσε να έρθει.

Ξυπνώντας το πρωί της Κυριακής, το πρώτο πράγμα που έκανε αντί να πάει στην παραλία ως συνήθως, ήταν να πέσει στο πάτωμα και να παίρνει κάμψεις, να κάνει κοιλιακούς, λίγες ασκήσεις -ψιλοπράγματα- που θυμόταν από τα μαθήματα Γυμναστικής στις προηγούμενες τάξεις του Γυμνασίου και να ρίχνει στον φανταστικό του αντίπαλο κλωτσιές και μπουνιές, τη μία πιο αδέξια από την άλλη.

Οι φίλοι του, έχοντας ανησυχήσει που η ώρα περνούσε κι ο Ορφέας δεν είχε ακόμη εμφανιστεί, πήγαν μέχρι το δεντρόσπιτό του να τον ξυπνήσουν.

«Τι έπαθες;» τον ρώτησε η Εύη βλέποντάς τον να στάζει από ιδρώτα.

«Κάνει πολλή ζέστη σήμερα», είπε ο Ορφέας.

«Άσε τα αυτά», είπε ο Ορέστης. «Τι έκανες εκεί πάνω τόση ώρα;»

«Νομίζαμε ότι κοιμόσουν», είπε η Αερίνα.

«Μόλις τώρα ξύπνησα», επέμεινε ο Ορφέας.

«Πάμε για μπάνιο;» είπε ο Ρούντι με τη γνωστή προφορά του που δεν καταλάβαινες αν έκανε ερώτηση ή πρόταση.

«Καλή ιδέα», είπε ο Ορφέας νιώθοντας την ανάγκη να δροσιστεί και να απαλλαχτεί από τον ιδρώτα. «Φοράω μια στιγμή το μαγιό και κατεβαίνω».

Ακόμα και στη θάλασσα ήταν ζοχαδιασμένος και δεν είχε καμιά όρεξη για παιχνίδια. Κάθε λίγο και λιγάκι κοιτούσε τα μπράτσα και τα λεπτά του χέρια συνειδητοποιώντας πόσο αγύμναστος ήταν. Ό,τι και να έκανε, δύσκολα θα μπορούσε να σφίξει μέχρι το βράδυ της επόμενης μέρας.

«Δεν το γλιτώνω το ξύλο...» είπε καθώς στέγνωνε κάτω από την ήλιο. Το μπάνιο κράτησε λίγο και η παρέα του τώρα καθόταν στη σκιά μιας ψάθινης ομπρέλας.

«Μη λες βλακείες, θα τους κάνουμε με τα κρεμμυδάκια», είπε ο Ορέστης.

«Σιγά ρε master chef!» τον ειρωνεύτηκε ο Βύρωνας, «πρόσεξε μην τους μαγειρέψεις πολύ και χάσουν τη γεύση τους...»

«Καλά, θα δείτε αύριο βράδυ τι έχει να γίνει», ο Ορέστης επέμεινε. «Έτσι και έρθουν μαζί μας ο Άντι, ο Κλώτσος κι ο Αστέρης, αυτοί οι τυπάδες δεν πρόκειται να ξαναβγούν από το βλακοχώρι τους».

«Δεν θα έρθει κανείς τους», είπε η Μαριλένα.

«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε ο Ορφέας.

«Ακούσαμε τον πατέρα σου να το λέει», είπε η Αερίνα. «Είπε πως κανείς δεν θα πάει να τσακωθεί με τους Ντούρηδες και πως όλοι θα μείνουμε στην Άνυα αύριο το βράδυ».

«Και πώς το έμαθε ο πατέρας μου;»

 “Εμείς του το είπαμε», ομολόγησε η Εύη.

«Εσείς;» ο Ορφέας κοίταξε θυμωμένος τα κορίτσια. «Μα... Τι λέτε, δεν γίνεται να μην πάω! Με προκάλεσαν, δεν μπορώ να λακίσω τώρα!»

«Ορφέα άσε τις παλικαριές», του είπε η Εύη. «Οι Ντούρηδες δεν αστειεύονται».

«Ούτε κι εγώ», είπε ο Ορφέας. «Βαρέθηκα τους νταήδες που νομίζουν ότι είναι κάποιοι. Δεν  σκοπεύω να αφήσω δύο ηλίθιους να μου χαλάσουν το καλοκαίρι, ούτε και να προσβάλλουν τους φίλους μου».

«Η αλήθεια είναι πως ένα χέρι ξύλο το χρειάζονται», είπε ο Βύρωνας. «Όσα χρόνια έρχομαι στην Αρκαδία, πάντα τους θυμάμαι να φοβερίζουν τους ξένους, να ειρωνεύονται τους γνωστούς, γενικά να ενοχλούν κόσμο παριστάνοντας τους καμπόσους».

«Έτσι είναι», συμφώνησε η Εύη. «Όμως τι θα αλλάξει αν πάτε και πλακωθείτε μαζί τους; Αφήστε τους βρε παιδιά, πείτε πως ήταν ένα καβγαδάκι και τίποτα παραπάνω».

«Κι εγώ αυτό λέω», είπε η Μαριλένα. Η Αερίνα δεν μίλησε.

«Δεν θα τους κάνω τη χάρη να με λένε κότα», είπε ο Ορφέας κοιτώντας θυμωμένος προς το μπαρ του Αγκαλίτσα. «Γιατί αυτό θα κάνουν και το ξέρετε. Με προκάλεσαν και θα πάω». Έκανε δυο βήματα και στράφηκε προς την παρέα. «Πώς είπαμε ότι λέγεται το μέρος;»

«Παναγιά η Λύκαινα», είπαν όλοι με μια φωνή και μετά η Μαριλένα έβαλε το χέρι της στην πετσέτα της Εύης. «Πιάστε κόκκινο για να μην τσακωθούμε!»

«Έχεις και λίγο κόκκινο στο μαγιό σου!» είπε με νόημα ο Ορέστης στην Αερίνα κι έκανε να την αγγίξει. Εκείνη του έδωσε μια φάπα και έβαλε τα γέλια.

«Παναγιά η Λύκαινα...» μουρμούρισε ο Ορφέας. «Μα καλά, τι όνομα είναι αυτό; Έχω ακούσει για Παναγιά Σουμελά, Οδηγήτρα, Πλατανιώτισσα, αλλά Λύκαινα ποτέ».

«Πλατανιώτισσα;» ρώτησε η Αερίνα βρίσκοντας εξίσου παράξενο εκείνο το προσωνύμιο.

«Είναι μια εκκλησία φταγμένη μέσα στην κουφάλα ενός τεράστιου πλάτανου», εξήγησε ο Ορφέας. «Βρίσκεται κάπου στην Πελοπόνησσο. Είχα πάει πολύ μικρός εκεί με τον πατέρα μου και τη μάνα μου».

«Ωραίο ακούγεται», είπε η Αερίνα και ο Βύρωνας συμφώνησε. Ο Ρούντι ήθελε να αναφέρει ότι στα μέρη του υπήρχαν πολλοί τέτοιοι ναοί, αλλά μέχρι να το πει, τον πρόλαβε ο ανυπόμονος Ορφέας.

«Θα μου πει κάποιος για την Παναγιά τη Λύκαινα;»

«Εγώ εγώ!» πετάχτηκε ο Ορέστης που μετά την κατραπακιά της Αερίνας του είχε ανέβει η διάθεση για αστεία. «Λοιπόν είναι η Παναγία που αντί για πέπλα φοράει λυκοτόμαρο, όπως οι θεοί των Βίκινγκς!»

«Έλα, σοβαρέψου...» είπε η Μαριλένα, ενώ την ίδια στιγμή η Αερίνα έδωσε δεύτερο χαστούκι στον Ορέστη, ο οποίος το δέχτηκε με περισσή ευχαρίστηση. «Η Παναγιά Λύκαινα είναι μια εκκλησία στο Λυκοχώρι. Μόνο εκεί τη λατρεύουν, πουθενά αλλού».

«Καλέ, εγώ νόμιζα πως ήταν παραλία...» είπε η Εύη. «Έχουμε πάει, δεν έχουμε πάει;»

«Ναι, εκεί όπου γίνεται και το τουρνουά βόλεϊ», είπε η Μαριλένα. «Έχει πάρει το όνομά της από την εκκλησία που λέγαμε. Νομίζω πως εκεί είχε βρεθεί η εικόνα της Παναγίας, για αυτό και την ονόμασαν έτσι, αλλά δεν παίρνω και όρκο».

«Λυκοχώρι, Παναγιά Λύκαινα...» μουρμούρισε ο Ορφέας. «Μα γιατί τέτοια εμμονή με τους λύκους;»

«Αυτά τα ξέρει καλύτερα ο κύριος Ντάνσεν, ο συγγραφέας», είπε η Μαριλένα. «Αυτόν θα πρέπει να ρωτήσεις».

«Το μόνο που μπορούμε να σου πούμε με σιγουριά είναι πως οι Λυκοχωρίτες δεν έρχονται στην Άνυα κι εμείς δεν μπορούμε να πάμε στο Λυκοχώρι», είπε η Εύη. «Είναι παλιός κακόνας αυτός».

«Ναι, αυτό το ξέρω, μου το είπε ο πατέρας μου από την πρώτη μέρα. Αλήθεια, γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν έχετε αναρωτηθεί ποτέ;»

«Πρέπει να ρωτήσουμε τον κύριο Ντάνσεν», είπε ο Βύρωνας.

«Και πόσο απέχει η Λύκαινα από δω;» ρώτησε ο Ορφέας.

«Κάτι χιλιόμετρα από το Λυκοχώρι», είπε ο Ορέστης. «Νομίζω πως υπάρχει και άλλος δρόμος που σε πάει παραλιακώς από τον Κάβο».

«Άρα δεν γίνεται να πάω με τα πόδια...»

«Είσαι αποφασισμένος να πας, ε;» είπε η Εύη. Ο Ορφέας έριξε την πετσέτα του στον ώμο και αποχώρησε. «Έι, πού πηγαίνεις;»

«Θα τα πούμε σε λίγο», είπε ο Ορφέας αφήνοντας την παρέα στην παραλία. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να πάει στην Παναγιά τη Λύκαινα και αυτός που θα μπορούσε να τον βοηθήσει βρισκόταν τώρα μακριά από τη θάλασσα.

«Περίμενε με», είπε ο Ορέστης και σηκώθηκε να τον ακολουθήσει.

 

© Γιώργος Χατζηκυριάκος, για το Will o' Wisps.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου, για οποιαδήποτε κοινοποίηση ή χρήση του περιεχομένου, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη συγγραφική ομάδα του Will o' Wisps.gr.

Άνυα: Όταν ήρθε ο Ιούνης (Μέρος 1ο)

Άνυα: Το χειρότερο καλοκαίρι (Μέρος 2ο)

Άνυα: Ταξίδι με τον Τρελό Ιρλανδό (Mέρος 3ο)

Άνυα: Το Πέρασμα (Mέρος 4ο)

Άνυα: Ξημέρωμα στην Άνυα (Mέρος 5ο)

Άνυα: Έχει τουαλέτες στον Παράδεισο (Μέρος 6ο)

Άνυα: Η Καραβούπολη (Μέρος 7ο)

Άνυα: Το Μεγάλο Μπλουμ και η Φυλή των Άνυ-Άνυ (Μέρος 8ο)

Άνυα: Το Τοτέμ του Ορφέα (Μέρος 9ο)

Άνυα: Το Κλαμπ στη Μέση του Πουθενά (Μέρος 10ο)

Μια καλοκαιρινή περιπέτεια ξεκινάει στο Will o' Wisps, διαβάστε περισσότερα εδώ: Το Πνεύμα των Περασμένων Καλοκαιριών