Πώς ο θεός Διόνυσος έγινε ο Άγιος Βασίλης (Μέρος B’)

  Art source  here

Art source here

Στο πρώτο μέρος αυτής της ιστορίας είδαμε πώς ο γκαφατζής θεός Διόνυσος μέθυσε και έχασε τον δρόμο του για την Αθήνα, που τον περίμεναν οι αρχαίοι για να γιορτάσουν τη θεία γέννησή του. Έφτασε στη χώρα των Βόρειων Λαών, όπου φιλοξενήθηκε στο Χρυσό Παλάτι του Όντιν και έμαθε για το έθιμο της μοιρασιάς των δώρων στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Έπειτα, έφυγε με ένα έλατο κι ένα ιπτάμενο άρμα που το έσερναν δυο τράγοι για να γυρίσει στην Ελλάδα. Στην πορεία χάθηκε ξανά, κυνηγώντας τους ανυπάκουους τράγους ,και βρέθηκε στις χώρες των Κελτών, στη Γαλλία και τη Γερμανία, όπου άθελά του και πάλι γέννησε θρύλους για τέρατα, αλλά και τον Πατέρα των Χριστουγέννων. Μιλώντας με ταξιδιώτες και με τη μάγισσα Μπεφάνα από την Ιταλία, έμαθε για τον Χριστό και τους Τρεις Μάγους και πέταξε για την Ιερουσαλήμ, όπου έμαθε για μια νέα ήπειρο που ανακαλύφτηκε στη Δύση. Θέλοντας να επισκεφτεί την Αμερική, έκανε μια στάση στη Βικτωριανή Αγγλία, όπου συνάντησε τον συγγραφέα Κάρολο Ντίκενς, εμπνέοντας τον να γράψει την ιστορία Ο Ύμνος των Χριστουγέννων.

Ας δούμε τώρα τι ακολούθησε μετά και πώς η μία παρεξήγηση οδήγησε στην άλλη, μέχρι ο Διόνυσος να βρει τον δρόμο για την Αθήνα, περνώντας από την Αμερική, τον Καναδά, τον Βόρειο Πόλο και τη Λαπωνία.

Το Καράβι από την Ολλανδία

Για να φτάσει ο Διόνυσος από την Αγγλία στην Αμερική, έπρεπε να διασχίσει τον Ατλαντικό Ωκεανό. Και πώς το έκανε; Φυσικά, με τον δικό του θεϊκό τρόπο. Μεταμορφώθηκε σε δελφίνι και βούτηξε στη θάλασσα. Κάποια στιγμή, όμως, κουράστηκε να κολυμπάει και πήδησε στο πρώτο καράβι που συνάντησε. Ήταν ένα ιστιοφόρο καράβι με τρία ψηλά κατάρτια που πάλευε με τη φουρτούνα. γεμάτο ναύτες από την Ολλανδία, που μόλις είδαν τον Διόνυσο να εμφανίζεται μπροστά τους, έκαναν τον σταυρό τους φωνάζοντας χαρούμενοι:

«Ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Νικόλαος!»

«Χοχοχο!» γέλασε ο Διόνυσος και ρώτησε τους ναύτες, «Ποιος είναι πάλι αυτός ο Άγιος Νικόλαος;»

«Ο προστάτης μας!» είπαν οι ναύτες. «Εκείνος που φυλάει τα καράβια και τους ναυτικούς από τις φουρτούνες και τα ναυάγια!»

«Αυτός που λέτε εσείς, είναι ο θείος μου, ο Ποσειδώνας. Όσο για εμένα, είμαι ο θεός Διόνυσος, ο γιος του Δία».

 Αλλά οι ναύτες από την Ολλανδία συνέχισαν να τον νομίζουν για τον Άγιο Νικόλαο.

«Εσύ είσαι Άγιε», του είπαν. «Το ξέρουμε πως είσαι εσύ και μας τα λες αυτά για να δοκιμάσεις την πίστη μας. Ποιος άλλος θα ερχόταν σε εμάς μια τέτοια νύχτα με φουρτούνα, για να μας παρηγορήσει και να μας κρατήσει συντροφιά;»

«Ποτέ δεν μας ξέχασες, Άγιε Νικόλαε», συνέχισαν να του λένε. «Από τον καιρό που ήμασταν παιδιά, μας έφερνες δώρα από τον Νέο Κόσμο με το καράβι σου. Κι εμείς καθόμασταν φρόνιμα και σε περιμέναμε να έρθεις με το λευκό σου άλογο την έκτη νύχτα του Δεκέμβρη. Γιατί, αν δεν ήμασταν φρόνιμα, άφηνες τον συνοδό σου, τον Πέτρο τον Μαυριτανό να μας τιμωρεί με το μαστίγιο».

Και ο Διόνυσος γέλασε και είπε στους ναύτες:

«Χοχοχο! Μωρέ σας έχει κουνήσει η θάλασσα για τα καλά. Στήστε τραπέζι να φάμε και να πιούμε. Έχετε πολλά να μου πείτε για ταξίδια σας».

  Art by Corns de Bruin

Art by Corns de Bruin

Ο Άι Νικόλας

Κάθισε τότε ο Διόνυσος μαζί με τους θαλασσοδαρμένους ναύτες και μοιράστηκε μαζί τους το κρασί του και χίλια δυο καλούδια από το Κέρας της Αμάλθειας. Και εκείνοι του έδωσαν να ρουφήξει καπνό από μια ξύλινη πίπα, ένα έθιμο που είχαν φέρει οι παππούδες τους από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Και αφού είδαν ότι του άρεσε ο καπνός, του χάρισαν την πίπα για να καπνίζει κάθε που θα ξεκουραζόταν.

Και έτσι όπως τρωγόπινε και κάπνιζε με τους ναυτικούς, έμαθε από εκείνους πολλές ιστορίες για τον προστάτη τους, τον Άι Νικόλα, που τον έλεγαν επίσης Σίντερ Κλαας, Σαιντ Νίκολας και Σάντα Κλάους. Αυτός, ο Άι Νικόλας, ήταν κάποτε επίσκοπος και είχε κάνει δεκάδες θαύματα πριν, αλλά και μετά τον θάνατό του. Του είπαν για τα αγόρια που ανάστησε όταν τα έκανε λουκάνικα ένας χασάπης και για τα τρία φτωχά κορίτσια που τους έδωσε από ένα τσουβάλι με χρυσό για να μην πάρουν τον κακό δρόμο του πατέρα τους. Του είπαν και για τα δώρα που έφερνε στα καλά παιδιά κάθε Δεκέμβρη, καβάλα στο λευκό άλογό του και τότε ο Διόνυσος θυμήθηκε τον φίλο του, τον θεό Όντιν που έκανε το ίδιο πολλά χρόνια πριν. Και όταν μίλησε στους ναύτες για εκείνον, αυτοί επέμειναν και πάλι ότι τους τα έλεγε αυτά για να δοκιμάσει την πίστη τους. Γιατί, στο χαρούμενο πρόσωπο του οι Ολλανδοί έβλεπαν τον αγαπημένο τους Άι Νικόλα.

Έπειτα, αφού οι ναύτες μέθυσαν και κοιμήθηκαν, ο Διόνυσος, αφού ρούφηξε λίγες ακόμα τζούρες από την πίπα που του χάρισαν, έγινε και πάλι δελφίνι και συνέχισε το ταξίδι του στον Ατλαντικό, πλέοντας προς την Αμερική.

Όσο για τους Ολλανδούς, σε όποιο λιμάνι κι αν πήγαιναν, μιλούσαν για το θαύμα του Αγίου Νικολάου που ήρθε μια νύχτα στο καράβι τους και τους έφερε κρασί, χαρά και δώρα.

Στην Αμερική και στον Εμφύλιο

Κι έτσι ο Διόνυσος έφτασε στην Αμερική, όπου όλα ήταν τεράστια. Οι εκτάσεις, οι αποστάσεις, οι δρόμοι, οι πόλεις, τα κτίρια. Μια αχανής χώρα που χωρούσε πολλούς και ακόμα περισσότερους.

Ήδη από τη συνάντησή του με τον Κάρολο Ντίκενς στην Αγγλία, ο Διόνυσος είχε μάθει πολλά για την ιστορία της Αμερικής. Οι άποικοι εκείνης της ηπείρου είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στη Βρετανική Αυτοκρατορία και μετά από έναν μακρύ πόλεμο κατάφεραν να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους. Έφτιαξαν τότε ένα νέο έθνος  χωρίς βασιλιά και το πολίτευμα του έμοιαζε με εκείνο της Αθήνας. Η Δημοκρατία είχε φύγει πια από την Ελλάδα και είχε βρει το νέο της σπίτι στην Αμερική και τις Ηνωμένες Πολιτείες της.

Αλλά προς μεγάλη του έκπληξη, ο Διόνυσος δεν βρήκε ούτε ειρήνη ούτε και χαρά στη νέα εκείνη χώρα. Αντιθέτως, βρήκε δυστυχία και πόλεμο. Οι Αμερικάνοι είχαν χωριστεί σε δύο στρατιές και πολεμούσαν μεταξύ τους. Από τη μία βρίσκονταν οι Βόρειοι με τις μπλε στολές και από την άλλη οι Νότιοι με τις γκρι.

Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Διόνυσο. Όταν πέρασε από μια πολιτεία των Βορείων, είδε τις γυναίκες και τα παιδιά να περιμένουν στα σπίτια τους άντρες τους να γυρίσουν από το μέτωπο. Τα αγοράκια έπαιζαν με ξύλινα άλογα, σπαθιά, τρομπέτες και τύμπανα. Ετοιμάζονταν κι αυτά να γίνουν στρατιώτες, όπως οι πατέρες τους.

Σκέφτηκε τότε πως έπρεπε να σταματήσει τον πόλεμο. Και πώς θα το έκανε αυτό; Θα πήγαινε όπου υπήρχαν μάχες και αντί για καυγάδες, θα έφερνε στους στρατιώτες δώρα, γλέντι και χαρά.

Δώρα για μικρούς και μεγάλους

Έτσι και έκανε. Πήγαινε από στρατόπεδο σε στρατόπεδο δίχως να τον νοιάζουν τα λάβαρα, τα χρώματα και οι στολές. Καθόταν με τους στρατιώτες και έπινε μαζί τους κρασί και έλεγε τραγούδια των παλιών καιρών για την ειρήνη και την καλοπέραση. Τους κερνούσε φαγητό, ποτό, καπνό και κουβέρτες για το κρύο. Τους μιλούσε για τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους, που τους περίμεναν να γυρίσουν και τους ορμήνευε να πετάξουν τα όπλα και να μονιάσουν στο όνομα του Χριστού, τον οποίον πίστευαν και αγαπούσαν. Και οι στρατιώτες, που λαχταρούσαν κι αυτοί να γυρίσουν στα σπίτια τους, παρακαλούσαν τον Διόνυσο να πάρει τα γράμματά τους και να τα πάει στις οικογένειες τους μαζί με μικρές κατασκευές που είχαν φτιάξει για τα παιδιά τους. Του έδιναν κι εκείνου δώρα για το καλό των Χριστουγέννων. Και επειδή τα ρούχα του είχαν τρυπήσει και χαλάσει από τα πολλά ταξίδια που είχε κάνει από τον Όλυμπο ως την Αμερική, οι στρατιώτες της Ένωσης τον έντυσαν με μπότες, σκούφο, γιλέκο και του έραψαν παντελόνι με τα αστεράκια της αμερικάνικης σημαίας.

Και κάπως έτσι, ο θρύλος του Σάντα Κλάους που έφερνε δώρα και κεράσματα με το χαμόγελο και τη χαρά, άρχισε διαδίδεται στις πολιτείες του Νέου Κόσμου, αφού όταν έληξε ο πόλεμος, όλο και περισσότεροι στρατιώτες εξιστορούσαν τις εμπειρίες τους από το Πνεύμα των Χριστουγέννων, που δεν ήταν άλλο από τον μεθυσμένο Διόνυσο.

Ο Τόμας Ναστ του χαρίζει την Κόκκινη Στολή

Δεν έμεινε για πολύ καιρό ντυμένος με την αμερικάνικη σημαία. Ένα βράδυ ήρθε και τον βρήκε ένας κύριος από τη Νέα Υόρκη, που τον έλεγαν Τόμας Ναστ. Αυτός ήταν ζωγράφος και εργαζόταν ως σκιτσογράφος σε μεγάλες εφημερίδες της εποχής. Χάρη στο πενάκι του κύριου Ναστ, η εικόνα του Διόνυσου που έφερνε δώρα στους στρατιώτες της Ένωσης, έγινε διάσημη σε όλη την Αμερική. Μόνο που οι Αμερικάνοι, όπως είπαμε και πριν, δεν τον έμαθαν σαν Διόνυσο, αλλά σαν Σάντα Κλάους.

Μα και ο ίδιος ο Τόμας Ναστ έτσι τον προσφώνησε τον θεό, όταν τον βρήκε να ξεκουράζεται και να καπνίζει την πίπα που του είχαν χαρίσει κάποτε οι Ολλανδοί.

«Καλησπέρα Σάντα Κλάους! Συμπάθα με, μα σε περίμενα λιγότερο τροφαντό και όχι τόσο γελαστό».

«Χοχοχο, πάντα ήμουν έτσι γελαστός, μα όχι και τόσο παχύς, το ομολογώ. Τελευταία πίνω πολύ και τρώω άτσαλα. Μα δεν με λένε Σάντα Κλάους. Διόνυσο με λένε».

Και έκατσε και του είπε όλη του την περιπέτεια από τις χώρες των Βίκινγκ μέχρι τον ερχομό του στην Αμερική. Και αφού τον άκουσε ο Τόμας Ναστ, του εξήγησε για ποιο λόγο τον αποκαλούσε Σάντα Κλάους.

«Δύσκολο να το πιστέψει ο κόσμος. Πριν έρθεις και μας βρεις, ένας ποιητής ονόματι Κλέμεντ Μουρ, έγραψε το “Μια Επίσκεψη από τον Άι Νικόλα”, όπου ο Άγιος οδηγά ένα έλκηθρο που το σέρνουν οχτώ ιπτάμενοι τάρανδοι και κατεβαίνει από την καμινάδα για να αφήσει τα δώρα των Χριστουγέννων. Αυτό το ποίημα έγινε πολύ διάσημο στη χώρα μας και πλέον, μιας και είσαι εδώ και μοιράζεις δώρα από εδώ και από ‘κεί, νομίζαμε πως είσαι ο Άι Νικόλας, που εδώ τον λέμε χαϊδευτικά Σάντα Κλάους».

«Χοχοχο», γέλασε ο Διόνυσος τρανταχτά. «Φοβερή σύμπτωση. Λοιπόν, πείτε με όπως θέλετε, δεν έχει σημασία. Άλλωστε, δεν θα μείνω για πολύ. Πρέπει να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα, όπου με περιμένουν».

Και τότε ο Τόμας Ναστ του πρόσφερε μια ζεστή κάπα με κόκκινα και λευκά χρώματα.

«Επέτρεψε μου να σου χαρίσω αυτό το δώρο», του είπε.

«Μια κόκκινη κάπα», είπε ο Διόνυσος. «Και λευκή. Γιατί κόκκινη και λευκή;»

«Γιατί αυτά τα χρώματα είχαν τα άμφια του Αγίου Νικολάου όταν ήταν επίσκοπος», εξήγησε ο Ναστ.

«Ας είναι», είπε ο Διόνυσος και φόρεσε την κόκκινη στολή. «Πάντα μου άρεσε το κόκκινο. Είναι το χρώμα του καλού κρασιού!»

Και πριν φύγει ο Τόμας Ναστ, ζήτησε από τον Διόνυσο να κάτσει για να τον ζωγραφίσει με την κόκκινη στολή, την πίπα και το χαρούμενο από το μεθύσι πρόσωπο. Και στα χρόνια που ακολούθησαν, η ζωγραφιά του αυτή έγινε τόσο διάσημη, όσο και το ποίημα του Κλέμεντ Μουρ.

  Art by Lynn Bywaters

Art by Lynn Bywaters

Ο Τζακ ο Παγετός

Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα που ο Διόνυσος πήγαινε να επισκεφτεί τους στρατιώτες του εμφυλίου, συνάντησε έναν παράξενο καβαλάρη. Αυτός ήταν ο Τζακ ο Παγετός, ένας στρατηγός που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, μα η ψυχή του στοίχειωνε τα πεδία της μάχης. Τα γένια του, τα μουστάκια και τα μαλλιά του ήταν παγωμένα όπως και το βλέμμα του. Ο Τζακ είχε πληροφορηθεί για τον Διόνυσο και το κήρυγμα της ειρήνης και ξεκίνησε να τον βρει και να τον εμποδίσει.

«Τι ήρθες να κάνεις σε ετούτα τα μέρη;» του είπε δείχνοντας το σπαθί του απειλητικά. «Άσε τους άντρες να συνεχίσουν να μάχονται και να πεθαίνουν ηρωικά. Η ειρήνη κάνει τους ανθρώπους αδύναμους και μαλθακούς. Πάρε τα δώρα σου και ξεκουμπίσου, γιατί εγώ κάνω κουμάντο εδώ».

«Πρόσεξε καλά τα λόγια σου», του απάντησε ο Διόνυσος. «Η φιλοξενία είναι ιερή σε κάθε γωνιά του κόσμου. Κι αν εσύ είσαι αφέντης αυτής της χώρας, τότε θα μου φερθείς ανάλογα».

«Αυτή η χώρα φτιάχτηκε από σπαθί και φωτιά», είπε ο Τζακ ο Παγετός. «Σκοτώσαμε τους Ινδιάνους για να την κάνουμε δική μας, δεν μας τη χάρισε κανείς. Είμαστε κατακτητές και πολεμιστές και αυτό θα παραμείνουμε. Οι πιο δυνατοί είναι που επιβιώνουν. Αυτό μου δίδαξε ο χειμώνας. Αυτό θα κηρύττω στους ανθρώπους και όχι τις δικές σου χαζομάρες».

Θύμωσε τότε ο Διόνυσος και επιτέθηκε στον καβαλάρη. Άλλο που δεν ήθελε και ο Τζακ, και πιάστηκαν στα χέρια. Κι εκεί που νόμιζε πως ο αντίπαλος του ήταν ένας αδύναμος μέθυσος και τίποτα παραπάνω, διαπίστωσε ότι πάλευε με έναν παντοδύναμο θεό.

Και τότε ο Τζακ ο Παγετός, αφού τις έφαγε για τα καλά, ανέβηκε στο άλογό του και έτρεξε μακριά, εκεί που είχε όλο τον χρόνο παγωνιά, πέρα μακριά, στον Βόρειο Πόλο. Ο Διόνυσος τον πήρε στο κυνήγι και ξεκίνησε κι αυτός για τον μακρινό Βόρειο Πόλο, όπου θα φυλάκιζε τον Τζακ για τον αιώνα τον άπαντα.    

Στον Βόρειο Πόλο

Ο Τζακ ο Παγετός ήταν πολύ γρήγορος και συνεχώς ξέφευγε από τον Διόνυσο, που τον κυνηγούσε από πόλη σε πόλη. Το χιόνι και η παγωνιά καθυστερούσαν τα βήματα του θεού. Για να τον προφτάσει, έπρεπε να βρει κάτι γρήγορο.

Θυμήθηκε τότε το ποίημα του Κλέμεντ Μουρ που του είχε πει ο Τόμας Ναστ και σκέφτηκε πως δεν ήταν άσχημη ιδέα να χρησιμοποιήσει ένα έλκηθρο. Και γιατί όχι ιπτάμενο; Βρήκε, λοιπόν, ένα έλκηθρο στον Καναδά, έβαλε και για οδηγούς οχτώ γοργοπόδαρα ελάφια, σαν αυτά που έσερναν το άρμα της αδελφής του, της θεάς Άρτεμης, και συνέχισε το κυνήγι του Τζακ. Άλλωστε, τα ελάφια ήταν ζώα υπάκουα και ανθεκτικά, όχι σαν τους τρελούς τράγους που του είχε χαρίσει κάποτε ο Θωρ, που μόνο μπελάδες του φεράνε.

Και έτσι κυνήγησε τον Τζακ τον Παγετό μέχρι που τον έπιασε στον Βόρειο Πόλο και τον φυλάκισε κάτω από μια παγωμένη λίμνη.

Οι άνθρωποι που τον είδαν να ταξιδεύει στον Βόρειο Πόλο, νόμιζαν ότι εκεί είχε το σπίτι του. Εκεί τον φαντάζονταν να μένει, και να κατασκευάζει παιχνίδια μες στο ζεστό του εργαστήρι. Και έλεγαν πως είχε για συντροφιά μια μεγάλη παρέα από νάνους και ξωτικά που τον βοηθούσαν στην κατασκευή των παιχνιδιών και στις παραγγελίες. Γιατί κάθε Χριστούγεννα, όσο τα χρόνια περνούσαν, χιλιάδες παιδιά στην Αμερική έγραφαν γράμματα στον Σάντα Κλάους και τα ταχυδρομούσαν με προορισμό τον Βόρειο Πόλο, ζητώντας του το παιχνίδι που ονειρεύονταν.

Μα ο Διόνυσος δεν τα διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα. Γιατί, πολύ απλά, δεν έμεινε στον Βόρειο Πόλο, αλλά συνέχισε το ταξίδι του για να φτάσει επιτέλους πίσω στην Αθήνα.

Ναι Βιρτζίνια, υπάρχει ο Σάντα Κλάους

Και κάπου εδώ πρέπει να πούμε για τη μικρή Βιρτζίνια, ένα κοριτσάκι οχτώ χρονών από τη Νέα Υόρκη που συνέβαλε στη γέννηση του θρύλου του Σάντα Κλάους.

Η Βιρτζίνια δεν έστειλε γράμμα στον Βόρειο Πόλο, αλλά στην εφημερίδα Ήλιος, για να ρωτήσει αν όντως υπήρχε ο Σάντα Κλάους. Ο αρχισυντάκτης διάβασε το γράμμα της και της απάντησε με ειλικρίνεια:

«Ναι Βιρτζίνια. Υπάρχει ο Σάντα Κλάους. Και θα συνεχίσει να υπάρχει για δέκα χιλιάδες χρόνια ακόμα, κάνοντας χαρούμενες τις καρδιές των παιδιών».

Αυτή η απάντηση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα με αποτέλεσμα εκατομμύρια παιδιά να πιστέψουν στα λόγια του αρχισυντάκτη. Τα πίστεψε, φυσικά, και ο μεγάλος παραμυθάς της Αμερικής, ο Λάυμαν Φρανκ Μπάουμ, ο συγγραφέας του Μάγου του Οζ. Και καθώς η φαντασία του κάλπαζε σαν τους ιπτάμενους ταράνδους, αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή, τα παιδικά χρόνια και τις περιπέτειες του Σάντα Κλάους.

Όλα αυτά, βεβαίως, έγιναν κάτω από τη δική του επινόηση. Στην τελική, η Αμερική είχε ανάγκη από τους δικούς της μύθους. 

Και έτσι, από ένα γράμμα κι ένα μυθιστόρημα, ο Σάντα Κλάους έγινε ακόμα πιο διάσημος, ενώ ο Διόνυσος συνέχισε να ψάχνει τον δρόμο του γυρισμού, αγνοώντας όλη αυτήν την παρεξήγηση.

  Art by Haddon Sundblom

Art by Haddon Sundblom

Ο Σάντα Κλάους και η Κόκα-Κόλα

Τα πράγματα άλλαζαν καθώς ο Διόνυσος αναζητούσε τον δρόμο για την πατρίδα. Η βιομηχανία και η επιστήμη εξελίσσονταν ραγδαία. Τώρα στους ουρανούς δεν πετούσαν μόνο πουλιά, αλλά και άνθρωποι, όχι με αυτοσχέδια φτερά, όπως κάποτε ο Δαίδαλος και Ίκαρος, αλλά με αεροπλάνα που διένυαν τεράστιες αποστάσεις και μπορούσαν να μεταφέρουν πολλούς μαζί. Ο κόσμος συγκεντρωνόταν στις πόλεις, εκεί όπου καινούργια πράγματα έρχονταν να αντικαταστήσουν τα παλιά. Τα αυτοκίνητα είχαν αντικαταστήσει τις άμαξες, ο κινηματογράφος τις θεατρικές παραστάσεις, τα τηλέφωνα την αλληλογραφία, τα σούπερ μάρκετ τις μικρές αγορές. Ακόμα και το κρασί, το ποτό που έρεε άφθονο στις γιορτές, είχε αρχίσει να δίνει τη θέση του σε ένα αναψυκτικό με γλυκιά γεύση. Τα σπίτια ανέβαιναν προς τον ουρανό, ενώ μεγάλες, φωτεινές επιγραφές διαφήμιζαν προϊόντα ευρείας κατανάλωσης.

Ο κόσμος είχε αλλάξει. Μα και ο Διόνυσος είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια ο θεός του κρασιού με τα σταφύλια να κρέμονται από τα μαλλιά του. Είχε γίνει ο Σάντα Κλάους, ένας παχουλός γεράκος με κόκκινη μύτη που διαφήμιζε την Κόκα-Κόλα, το ποτό που στη συσκευασία του, κόκκινη και άσπρη, είχε τα ίδια ακριβώς χρώματα με τη στολή που του είχε χαρίσει κάποτε ο Τόμας Ναστ. Ήταν εκείνη η εποχή όπου οι μεγάλες εταιρείες αναζητούσαν χαρούμενες μασκότ για να διαφημίζουν τα προϊόντα τους. Η Κόκα-Κόλα δεν δυσκολεύτηκε να βρει τη δική της μασκότ. Τα Χριστούγεννα ήταν πια η αγαπημένη γιορτή των Αμερικάνων και η μορφή του Σάντα Κλάους, τόσο δημοφιλής όσο και το έλατο που πια στολιζόταν σε κάθε πόλη, σε κάθε πλατεία, σε κάθε σπίτι.

«Σάντα Κλάους, λοιπόν», μονολόγησε ο Διόνυσος χαζεύοντας τη μεταμόρφωσή του σε μια τεράστια πινακίδα της Νέας Υόρκης. «Γελάει σαν κι εμένα, χαίρεται σαν κι εμένα, γλεντάει σαν κι εμένα και πίνει σαν κι εμένα. Αλλά από φάτσα... πιο πολύ μοιάζει στον γερο-Σειληνό. Χοχοχο, έχε γεια Σάντα Κλάους! Να προσέχεις τα παιδιά του κόσμου!»

Και με το έλκηθρο που τραβούσαν τα οχτώ ιπτάμενα ελάφια, πέταξε πάνω από τον Ατλαντικό με πορεία προς την Ευρώπη.

Ροβανιέμι

Ο Διόνυσος δεν ξαναπήγε στον Βόρειο Πόλο. Πήγε όμως σε μια εξίσου παγωμένη χώρα, βόρεια της Ευρώπης, μια χώρα που την έλεγαν Λαπωνία. Εκεί τον οδήγησε το Βόρειο Σέλας, που το είχε δει πριν από πολλούς αιώνες, τότε που τον φιλοξένησαν οι Έζιρ στο Χρυσό Παλάτι της Άσγκαρντ. Και επειδή πεθύμησε τους φίλους του, σταμάτησε στην περιοχή Ροβανιέμι, που ήταν γεμάτη με ταράνδους. Έλυσε τότε τα ελάφια, τα άφησε να ξεκουραστούν και πήγε να αναζητήσει τον Όντιν και τον Θωρ για να τους πει ένα γεια.

Αντί για τους θεούς, όμως, συνάντησε τρεις μικρούς νάνους με μακριές γενειάδες, πολύχρωμα πουλόβερ και μυτερά κόκκινα σκουφιά.

«Ποιοι είστε εσείς;»

«Εγώ είμαι ο Τόμτε», είπε ο ένας. «Πηγαίνω δώρα στα παιδιά της Σουηδίας».

«Εγώ είμαι ο Νίσσε», είπε ο δεύτερος. «Πηγαίνω δώρα στα παιδιά της Νορβηγίας»

«Κι εγώ είμαι ο Τόντου», είπε ο τρίτος. «Πηγαίνω δώρα στα παιδιά της Φινλανδίας».

«Πού είναι ο Όντιν και η παρέα του;» ρώτησε ο Διόνυσος. «Κάπου εδώ κοντά είχαν το παλάτι τους, θυμάμαι».

«Πάνε εκείνοι οι καιροί», του είπαν οι νάνοι. «Έφυγαν μαζί με τους θεούς και τους ήρωες. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκονται τώρα».

Αναρωτήθηκε τότε ο Διόνυσος μήπως και οι δικοί του, οι Ολύμπιοι είχαν εγκαταλείψει το ιερό βουνό τους. Γύρισε τότε στο έλκηθρο, έδεσε τα ελάφια και πέταξε συνεχίζοντας το ταξίδι του.

Και όσοι τον είδαν να πετά ερχόμενος από το Ροβανιέμι, είπαν ότι το σπίτι του Σάντα Κλάους βρισκόταν στη Λαπωνία, και όχι στον Βόρειο Πόλο.

Όσο για τους τρεις νάνους, τον Τόμτε, τον Νίσσε και τον Τόντου, συνέχισαν και αυτοί να μοιράζουν δώρα στα παιδιά της Σκανδιναβίας. Αλλά πριν φύγει ο παράξενος ταξιδιώτης που συνάντησαν εκείνο το βράδυ στο Ροβανιέμι, τον ρώτησαν «Εσύ ποιος είσαι;»

Και εκείνος, γελώντας τρανταχτά, απάντησε:

«Είμαι ο Διόνυσος και πάω δώρα στα παιδιά της Ελλάδας!»

Χριστούγεννα παντού

Μέχρι ο Διόνυσος να καταφέρει να βρει τον δρόμο του γυρισμού, ο κόσμος άλλαξε πολλές φορές. Είδε δύο καταστροφικούς πολέμους να βασανίζουν την Ευρώπη, μα και τον υπόλοιπο πλανήτη. Κι όμως οι πόλεμοι αυτοί δεν ήταν ικανοί να αφανίσουν την ανθρωπότητα. Αντιθέτως, οι άνθρωποι έμαθαν από τα λάθη τους και έκαναν ειρήνη. Και κάθε Χριστούγεννα έβρισκαν τρόπους να διασκεδάσουν και να χαρούν και να τραγουδήσουν για τη Γέννηση του Χριστού και τον ερχομό του Σάντα Κλάους. Τα παιδιά περίμεναν πώς και πώς να τον δουν να πετάει πάνω από τις καμινάδες και να τους αφήνει δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Και όσο ο Διόνυσος συνέχιζε να ταξιδεύει γελώντας τρανταχτά και μοιράζοντας την ευλογία του, ο θρύλος του Πατέρα των Χριστουγέννων γινόταν όλο και πιο πιστευτός. Η μορφή του Σάντα Κλάους βρισκόταν πλέον παντού, σε πίνακες, ζωγραφιές, βιβλία, παιχνίδια και βιτρίνες. Ο Άι Νικόλας καβάλα στο άλογο του συνέχιζε να πηγαίνει τα δώρα στα παιδιά, χωρίς όμως να τιμωρεί τα άτακτα. Ο Σάντα Κλάους κατέβαινε από την καμινάδα να κάνει το ίδιο την νύχτα της Παραμονής των Χριστουγέννων. Τουλάχιστον, έτσι έλεγαν οι γονείς στα παιδιά τους, παίζοντας οι ίδιοι τον ρόλο των παραπάνω. Πλέον όλοι πίστευαν σε κάτι μαγικό.

Όσο για τη μάγισσα Μπεφάνα, συνέχισε ακάθεκτη να κάνει χαρούμενα τα παιδιά της Ιταλίας κάθε Γενάρη, καβάλα στην ιπτάμενη σκούπα της.

Ο κόσμος είχε αλλάξει. Και έδειχνε πιο χαρούμενος από ποτέ.

Και ο Διόνυσος, με λευκά γένια και κόκκινη στολή, έφτανε επιτέλους στον προορισμό του. Πίσω  στην Αθήνα!

  Art source  here

Art source here

Ακόμα μια παρεξήγηση

Και έτσι, έφτασε στην Αθήνα! Με καθυστέρηση δύο χιλιάδων και βάλε χρόνων, επέστρεψε στην πόλη που κάποτε τον υποδεχόταν με μεγάλους εορτασμούς.

Η Αθήνα τώρα πια είχε γίνει μια μεγαλούπολη τίγκα στο τσιμέντο και το καυσαέριο. Από τον παλιό καιρό, μόνο η Ακρόπολη είχε απομείνει στη θέση της και ο ναός του Ηφαίστου στο Θησείο.

«Κοίτα εδώ αλλαγές!» είπε πετώντας πάνω από την πόλη. Η μία έκπληξη διαδεχόταν την άλλη. Όμως τη μεγαλύτερη έκπληξη, του τη φυλούσαν τα παιδιά της Αθήνας.

Ήταν Πρωτοχρονιά όταν έφτασε στην Αθήνα. Προσγείωσε το έλκηθρο σε μια φαρδιά πλατεία, έστησε το έλατο και με τη βροντερή φωνή του κάλεσε τον κόσμο να πάει κοντά του και να γιορτάσει. Και ο κόσμος, βλέποντας έναν ψηλό τύπο με λευκά γένια και κόκκινη στολή, να γελά με όλη του την καρδιά, έτρεξε να τον προϋπαντήσει.

«Ο Άι Βασίλης!» άκουσε τα παιδιά να φωνάζουν τρέχοντας χαρούμενα καταπάνω του. «Ο Άι Βασίλης!»

«Ο ποιος;» απόρησε ο Διόνυσος.

«Ο Άγιος Βασίλης! Ήρθε από την Καισαρεία!»

«Την ποια;» απόρησε ξανά.

«Την Καισαρεία!» συνέχισε το πλήθος. «Νάτος ο Άι Βασίλης από την Καισαρεία!»

«Τι λένε μωρέ αυτοί;» ρώτησε ο Διόνυσος τα ελάφια. «Μουρλάθηκαν; Δεν με αναγνωρίζουν;»

Όχι, δεν τον αναγνώρισαν. Κάποιοι, μάλιστα, δεν είχαν ιδέα ούτε για εκείνον ούτε για τους Ολύμπιους συγγενείς του. Και όπως οι Ολλανδοί παλιότερα τον πέρασαν για τον Άι Νικόλα, έτσι και οι Έλληνες τον μπέρδεψαν με τον Άι Βασίλη, τον Άγιο από την Καισαρεία της Καππαδοκίας που γιόρταζε ανήμερα της Πρωτοχρονιάς.

Ο Άγιος Βασίλης

Πολλούς αιώνες πριν, στην Καισαρεία της Καπποδοκίας, έζησε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Βασίλειο. Ο Βασίλειος ήταν θεολόγος και ιεράρχης και ζούσε απλά και ασκητικά. Αγαπούσε τους ανθρώπους και βοηθούσε τους φτωχούς. Είχε βοηθήσει να χτιστούν νοσοκομεία, φτωχοκομεία και ιδρύματα και πήγαινε ρούχα, τρόφιμα, χρήματα και αγαθά στις αδύναμες οικογένειες. Πέθανε ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και από τότε η Εκκλησία τον έκανε Άγιο. Και επειδή στα πενήντα εκείνα χρόνια που έζησε, βοηθούσε τους ανθρώπους, γεννήθηκε ο θρύλος ότι κάθε Πρωτοχρονιά ερχόταν για να φέρει δώρα σε κάθε σπίτι.

Με τον Άγιο Βασίλειο, λοιπόν, μπέρδεψαν οι Αθηναίοι τον Διόνυσο εκείνη την Πρωτοχρονιά που επισκέφτηκε την πόλη τους φέρνοντας το δέντρο, τα δώρα και το τρανταχτό του γέλιο. Υπήρξαν βέβαια και εκείνοι που τον είδαν και είπαν ότι ουδεμία σχέση είχε με τον αληθινό Άγιο Βασίλη. Όμως οι περισσότεροι υποστήριζαν πως ήταν αυτός και δεν έδιναν δεκάρα για το ποιος βρισκόταν πραγματικά κάτω από εκείνα τα λευκά γένια και την κόκκινη στολή. Για εκείνους ήταν ο Άι Βασίλης.

Μα και ο Διόνυσος ο καημένος προσπαθούσε να λύσει την παρεξήγηση.

«Κάνετε λάθος! Εγώ δεν είμαι ο Άι Βασίλης!»

Μάταια όμως. Οι φωνές του κόσμου ήταν δυνατότερες από τη δική του. Παιδιά και μεγάλοι, τρελαμένοι από τη χαρά τους, άρχισαν να χτυπούν τα μεταλλικά τριγωνάκια τους και να τραγουδούν τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς:

«Άγιος Βασίλης έρχεται

και δεν μας καταδέχεται

από, από την Καισαρεία,

ζήσε αρχό-, ζήσε αρχόντισσα κυρία

Το καλαμάρι έγραφε

τη μοίρα του την έλεγε

και το, και το χαρτί ομίλει

Άγιε μου, Άγιε μου, Άγιε Βασίλη».

Το Πνεύμα των Γιορτών

Και τότε ο Διόνυσος μελαγχόλησε. Μελαγχόλησε όπως πολλοί άνθρωποι που κάτι τέτοιες μέρες σαν την Πρωτοχρονιά, θυμούνται τα περασμένα. Για μια στιγμή ένιωσε ξεχασμένος και ξένος στον ίδιο του τον τόπο.

Άλλα, κάτι οι αγκαλιές, κάτι τα χαμόγελα του κόσμου, κάτι η όλη η χαρά μέσα σε εκείνη την αστεία παρεξήγηση, του ανέβασε σιγά-σιγά το κέφι. Έπρεπε να αποδεχτεί τη νέα του ταυτότητα. Έστω κι έτσι, με κόκκινη στολή, λευκά γένια και άλλο όνομα, παρέμενε αγαπητός στους ανθρώπους.

Δύο παιδάκια έπεσαν στην αγκαλιά του. Το ένα του τράβηξε τα γένια για να δει αν ήταν αληθινός. Το άλλο του κράτησε το χέρι και του είπε:

«Σε περιμέναμε, Άγιε Βασίλη!»

«Με περιμένατε», είπε ο Διόνυσος σκεφτικός. «Πράγματι, με περιμένατε, μα άργησα να έρθω. Ταξίδεψα σε πολλά μέρη και είδα μεγάλες αλλαγές. Ακόμα κι εγώ δεν είμαι όπως που ήμουν στην αρχή. Με έντυσαν με νέους μύθους και με άλλες ονομασίες, τόσες που κοντεύω πια να ξεχάσω το αληθινό μου όνομα. Αλλά δεν πειράζει. Αν κάτι έμεινε απαράλλαχτο μες στους αιώνες, είναι η ανάγκη του κόσμου για ειρήνη, χαρά και διασκέδαση. Και να ξέρετε αυτό. Όπως κι αν με έλεγαν, όπως κι αν με λένε, όπως κι αν με πούνε στα χρόνια που έρθουν, εγώ θα είμαι πάντα ο ίδιος. Αυτός που θα σας φέρνει ειρήνη, χαρά και γλέντι. Από όπου κι αν έρχομαι, ό,τι κι αν φοράω, ό,τι κι αν ιππεύω ή οδηγώ, θα είμαι το αιώνιο Πνεύμα των Γιορτών!»

Αυτά είπε και ευλόγησε την πόλη με δώρα, φαγητά, γλυκά και ότι τραβούσε η ψυχή του. Και αφού γλέντησε μαζί τους μέχρι το πρωί της άλλης μέρας, ανέβηκε στο έλκηθρό του και πέταξε γελώντας από χαρά.

«Χοχοχο! Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος!»

Και πια δεν τον είδε κανείς ξανά στην Αθήνα. Όχι τον ίδιο, τουλάχιστον. Γιατί κάθε Χριστούγεννα και κάθε Πρωτοχρονιά, δεκάδες Αγιο-Βασίληδες έρχονταν ντυμένοι στα κόκκινα για να μοιράσουν δώρα στα παιδιά και να ακούσουν τις ευχές τους.

Και παρ’ όλο που τα παιδιά μπέρδευαν τον Άι Βασίλη με τον Σάντα Κλάους και την Καισαρεία με τον Βόρειο Πόλο, ποτέ δεν έπαψαν να πιστεύουν στο γελαστό Πνεύμα των Γιορτών που έρχεται από μακριά για να σκορπίσει τη χαρά.

Και μέχρι σήμερα πιστεύουν.

Και περιμένουν.

Οι Σάτυροι

Τι έκανε ο Διόνυσος μετά από εκείνη την Πρωτοχρονιά; Θα σας πω.

Έχοντας φτάσει πια στην πατρίδα του, πεθύμησε να κάνει έναν περίπατο στα χώματα που περπατούσε από τον καιρό που ήταν παιδί. Άφησε λοιπόν τα ελάφια πάνω στην Πάρνηθα, έκρυψε το έλκηθρο σε μια σπηλιά και συνέχισε με τα πόδια για να πάει στον Όλυμπο.

Στον δρόμο παρατηρούσε τα πάντα γύρω του. Η Ελλάδα ήταν διαφορετική από εκείνη που θυμόταν. Οι ναοί των θεών είχαν αντικατασταθεί από εκκλησίες με τρούλους και καμπαναριά. Οι κάποτε ξέφρενες γιορτές στην ύπαιθρο είχαν αποκτήσει έναν αλλιώτικο, θρησκευτικό χαρακτήρα. Ακόμα κι έτσι όμως, το κρασί έπαιρνε και έδινε μαζί με τη χαρά και τα τραγούδια. Όσο για τα Χριστούγεννα, φυσικά είχαν έρθει και αυτά στην Ελλάδα προ πολλού, αν και αντί για δέντρο οι άνθρωποι στόλιζαν καράβι, όπως εκείνο που έφερνε τα δώρα του Άι Νικόλα από την Αμερική στην Ολλανδία. Τώρα πια, το έλατο που έφερε ο Διόνυσος από τις χώρες του Βορρά, θα αντικαθιστούσε σιγά-σιγά το καραβάκι.

Φτάνοντας λίγες μέρες μετά στη Θήβα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, συνάντησε μερικούς από τους καλύτερους του φίλους που έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν όλο χαρά. Αυτοί ήταν οι Σάτυροι, οι τραγοπόδαροι κάτοικοι των δασών που τον συνόδευαν παλιά στα μεγάλα καλαμπούρια.

Τρόμαξε ο Διόνυσος να τους αναγνωρίσει. Άλλοι ήταν μαυριδεροί, άλλοι κουτσοί, άλλοι στραβοί και άλλοι τριχωτοί σαν αρκούδες. Αλλά και οι Σάτυροι δεν τον κατάλαβαν με την πρώτη, αφού και εκείνοι αλλιώς τον θυμούνταν. Ήξεραν όμως από το χαμόγελο και από την αύρα του πως ήταν αυτός, ο αγαπημένος τους Διόνυσος.

«Επέστρεψες, επιτέλους! Πάχυνες, άσπρισες, ντύνεσαι στα κόκκινα, μα δεν μας ξεγελάς εμάς. Είσαι ο Διόνυσος, ο ένας και μοναδικός!»

«Να και κάποιοι που με θυμούνται με το όνομά μου!»

«Γιατί, πώς σε αποκαλούνε τώρα;»

«Εδώ; Με λένε Άι Βασίλη».

«Κι εμάς αλλιώς μας αποκαλούν», είπαν οι Σάτυροι. «Μας λένε Καλικάτζαρους».

  Art source  here

Art source here

Η παρέα των Χριστουγέννων

Κάθισε τότε η παλιοπαρέα, ο Διόνυσος και οι Σάτυροι του και μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους. Ο Διόνυσος τους είπε για τα ταξίδια του στον Βορρά και τη Δύση και για όλα εκείνα τα αστεία που συνέβησαν μέχρι να επιστρέψει στην Ελλάδα. Και ύστερα οι Σάτυροι του είπαν για τις δικές τους περιπέτειες, για το πως έμειναν στη μνήμη του κόσμου ως Καλικάτζαροι.

Είπαν, λοιπόν, οι Σάτυροι ότι σκορπίστηκαν από ‘δω κι από ‘κει για να βρουν τον χαμένο Διόνυσο. Χωρίστηκαν σε ομάδες και ταξίδεψαν στην Ανατολή, στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, κάνοντας παράλληλα αυτό που ήξεραν να κάνουν καλύτερα από πάντα: αταξίες και σκανδαλιές. Και από όπου περνούσαν, οι άνθρωποι τους έδιναν διαφορετικά ονόματα. Αλλού τους είπαν Καλικάτζαρους, αλλού Καταχανάδες, αλλού Πλανήταρους και Μνημοράτους, αλλού Βαμβουτσικάριους και Παγανούς, Κάηδες και Κωλοβελόνηδες. Σε κάποια μέρη τους μπέρδεψαν με τους βρικόλακες, σε κάποια άλλα με τους ληστές. Και είπαν για αυτούς ότι κρύβονται όλο τον χρόνο κάτω από τη γη, για να βγουν μες στα Χριστούγεννα για να τρομάξουν τους ανθρώπους, να μαγαρίσουν τα φαγητά τους, να κάνουν ζημιές στα σπίτια τους και γενικώς, να σκορπίσουν πανικό.

«Τώρα πια μας έχουν συνδέσει με τα Χριστούγεννα για τα καλά», είπε ένας γερο-Σάτυρος. «Καλύτερα έτσι, από το να μας ξεχνούσαν μια για πάντα».

«Όπως τα λες, καλέ μου φίλε», είπε ο Διόνυσος και κοίταξε την κόκκινη στολή του. «Και να ‘σαι σίγουρος ότι θα μας θυμούνται για πολλά πολλά χρόνια, όπως κι αν μας πούνε στο μέλλον!»

Αυτά κουβέντιασαν κι ύστερα το έριξαν στο καλαμπούρι. Και ο Διόνυσος - Άγιος Βασίλης γλέντησε και ήπιε μαζί με τους Σάτυρους - Καλικάτζαρους μέχρι τη μέρα των Φώτων, τότε που οι παπάδες έριχναν τον σταυρό στις λίμνες και στα λιμάνια για να αγιάσουν τα νερά. Εκείνη ήταν η τελευταία μέρα των Χριστουγέννων.

Άκουσαν τότε τις καμπάνες ο Διόνυσος και η παρέα του και έφυγαν. Έφυγαν μαζί με τα Χριστούγεννα και τις γιορτές. Έφυγαν μαζί με τα γλέντια και τις χαρές. Κίνησαν για τον χιονισμένο Όλυμπο, μήπως κι έβρισκαν τους άλλους θεούς να τους αφηγηθούν τις περιπέτειες τους κι από ένα κρεβάτι να ξεκουραστούν έπειτα από όλο εκείνο το μεγάλο ταξίδι.

Και μετά;

Και μετά; Τι έγινε μετά; Επέστρεψε ο Διόνυσος στον Όλυμπο ή χάθηκε ξανά; Μήπως τα μεθυσμένα του βήματα τον οδήγησαν πάλι σε άλλη χώρα ή βρήκε εύκολα τον δρόμο για το σπίτι;

Στ’ αλήθεια, δεν ξέρω τι έκανε ο Διόνυσος στη συνέχεια. Ίσως να γύρισε στο κρεβάτι του και να κοιμήθηκε και μέχρι σήμερα να κοιμάται. Ίσως να ξεκίνησε ένα καινούργιο ταξίδι και τώρα να κάνει σαφάρι με την Ηρακλή στην Αφρική. Ίσως να έφυγε για να γυρέψει τους φίλους του, τον Όντιν, τον Θωρ και την Μπεφάνα. Μπορεί να πίνει το κρασάκι του πλάι στη φωτιά και να διαβάζει όλα εκείνα τα γράμματα που στέλνουν τα παιδιά στον Άι Βασίλη και να απαντά χαρούμενος για λογαριασμό του. Ή μπορεί να θέλησε να δοκιμάσει να γίνει κι αυτός θνητός, όπως ο Χριστός και σήμερα να ζει ανάμεσα μας, σαν ένας από εμάς.

Κι όμως, είτε το πιστεύετε είτε όχι, κάθε Χριστούγεννα, ακούω το γέλιο του να αντηχεί στους δρόμους, τις πλατείες και τις μικρές γωνιές της πόλης. Γιατί, όπως και να τον πούμε, είτε Διόνυσο, είτε Σάντα Κλάους, είτε Άγιο Βασίλη, παραμένει μέχρι σήμερα το Πνεύμα των Γιορτών.

 

Τέλος

 

Πώς ο θεός Διόνυσος έγινε ο Άγιος Βασίλης (Μέρος Α’)