Άνυα: Ταξίδι με τον Τρελό Ιρλανδό (Mέρος 3ο)

  Art by http://pascalcampion.deviantart.com/

Art by http://pascalcampion.deviantart.com/

Ποτέ ο Ορφέας δεν ένιωσε την αδρεναλίνη να πιάνει κόκκινο, όσο εκείνο το απόγευμα που έφυγε με τον Άντι και το παράξενο αμάξι του. Ο χαρούμενος Ιρλανδός οδηγούσε βιαστικά, σαν κυνηγημένος από αστυνομία, στρατό και FBI ταυτόχρονα. Έπαιρνε τις στροφές χωρίς να κόψει, έκανε προσπεράσεις τρομάζοντας τους οδηγούς του αντίθετου ρεύματος, περνούσε τα φανάρια πάνω που άναβε κόκκινο.

Σίγουρα δεν ήταν ο πιο συνετός οδηγός που είχε περάσει από την Αθήνα. Ο τρόπος που οδηγούσε θύμιζε στον Ορφέα ένα παιχνίδι που είχε παίξει κάποτε σε ένα ουφάδικο, με κάτι παλαβούς ταξιτζήδες που έκαναν άνω-κάτω την πόλη για να πάνε γρήγορα τους πελάτες στον προορισμό τους. Σε ένα τέτοιο όχημα βρισκόταν τώρα ο Ορφέας και κρατιόταν σφιχτά από την πόρτα και το κάθισμα, αμίλητος, με την καρδιά του να βαρά ρυθμικά όπως τα τύμπανα στα τραγούδια που άκουγε ο Άντι. 

«Δεν έχεις πρόβλημα με την ταχύτητα, έτσι Μορφέα;»

«Όχι ιδιαίτερα…», είπε ο Ορφέας, «αν και θα προτιμούσα να πηγαίναμε λίγο πιο σιγά».

«Ζαλίζεσαι;»

«Δεν… δεν έχω συνηθίσει τις κούρσες. Νομίζω πως πάμε πιο γρήγορα από το κανονικό, δεν συμφωνείς;»

«Χμ… έχεις δίκιο», είπε ο Άντι και σούφρωσε τα χείλη. «Του Ρόβερ δεν του αρέσει η πόλη. Βιάζεται να φύγει και να τρέξει στις μεγάλες ευθείες. Τον έχω κουράσει τον κακομοίρη, δεν βλέπει την ώρα να γυρίσει πίσω στην Άνυα».

Κι έτσι όπως το είπε αυτό, έκανε το τιμόνι αριστερά και βγήκε στο αντίθετο ρεύμα, προσπερνώντας ένα φορτηγάκι. Ο Ορφέας έκλεισε τα μάτια μόλις είδε ένα άλλο αμάξι να έρχεται καταπάνω τους, κορνάροντας μανιωδώς, με τα φώτα να αναβοσβήνουν. Γλίτωσαν τη σύγκρουση στο τσακ και μπήκαν πάλι στο κανονικό ρεύμα.

«Πολύ βρίζουν σ΄ αυτή την πόλη», σχολίασε ο Άντι σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

«Άντι… πήγαινε πιο αργά σε παρακαλώ», είπε ο Ορφέας κοψοχολιασμένος.

«Έι Ρόβερ!» φώναξε ο Ιρλανδός. «Πιο σιγά, πιο σιγά. Ο Μορφέας δεν θέλει τόσο γρήγορα, άκουσες;»

«Ε… σε ποιον μιλάς;» ρώτησε ο Ορφέας.

«Μα σε ποιον άλλον; Στον Ρόβερ, φυσικά».

«Ποιος είναι ο Ρόβερ;»

«Αυτός, laddie!» είπε ο Άντι και χτύπησε απαλά το κουτί με τις ταχύτητες. «Ο μεγαλύτερος τρελάρας που έβγαλε ποτέ η Ιρλανδία!»

Το αμάξι κόρναρε σαν να χαιρετούσε. Ο Ορφέας δεν ήταν σίγουρος αν την κόρνα την πάτησε ο Άντι.

«Τον άκουσες; Σε συμπάθησε κιόλας».

«Ο Ρόβερ είναι το… αυτοκίνητο;»

«Ω, μη σε ξεγελά η εμφάνιση του, laddie. Ο Ρόβερ δεν είναι αμάξι. Απλώς είχε μια ατυχία στη ζωή του και κάποιος τον εμόρφωσε κι έγινε έτσι».

«Τι τον έκανε;» απόρησε ο Ορφέας.

«Τον εμόρφωσε.»

«Μήπως εννοείς ότι τον... μεταμόρφωσε;»

«Άι, αυτό που είπες του έκανε!»

«Μάλιστα…», έκανε ο Ορφέας, βρίσκοντας διασκεδαστική την ιστορία του Άντι.

«Έτσι που λες, laddie μου. Του έκαναν μάγια του φτωχούλη του Ρόβερ…»

«Τι είναι αυτό το laddie;»

«Laddie σημαίνει… Σημαίνει…», ο Άντι κούναγε το χέρι, προσπαθώντας να βρει τη σωστή λέξη. «Σημαίνει παιδί μου. Παλαμάρι μου».

«Πα… παλικάρι μου, μήπως;»

«Αυτό, αυτό!» αναφώνησε γελώντας ο Άντι, θυμίζοντας τουρίστα που μάθαινε ελληνικά. «Δύσκολη γλώσσα μιλάτε εδώ».

«Μια χαρά τα πας», του είπε ο Ορφέας.

«Ευχαριστώ παλαμάρι μου, ε… παλικάρι μου».

Βγήκαν σε έναν φαρδύ δρόμο ευρείας κυκλοφορίας και ο Ρόβερ ανέπτυξε και πάλι ταχύτητα. Τώρα μπορούσε να τρέχει άφοβα, αφού σιγά-σιγά, (ή μάλλον, γρήγορα-γρήγορα) άφηναν πίσω τους την πόλη. Ο Ορφέας άρχισε να συνηθίζει στο αμάξι, ίσως επειδή τώρα ο τρελός Ιρλανδός οδηγούσε πιο ομαλά.

«Πώς με βρήκες;» ρώτησε ο Ορφέας τον Άντι.

«Σε έψαξα!» του απάντησε εκείνος.

«Με έψαχνες μέρες;»

«Μέρες;» Ο Άντι έβαλε τα γέλια. «Όχι μέρες, laddie. Χρόνια. Πάνε δύο χρόνια από τότε που ξεκίνησα για πρώτη φορά να σε πάρω. Όμως κάθε φορά κάτι τύχαινε και… δεν μπορούσα να σε βρω».

«Δυο χρόνια…», συλλογίστηκε ο Ορφέας. «Δηλαδή έχασα τρία καλοκαίρια;”

«Τρία, ναι».

«Μα τι σου έτυχε;»

  Art by http://pascalcampion.deviantart.com/

Art by http://pascalcampion.deviantart.com/

«Μπέρδευα τους δρόμους, αυτό πάθαινα. Το πρώτο καλοκαίρι έκανα λάθος, και αντί για την Αθήνα πήγα στη Ραφήνα. Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, τελικά δεν βρήκα κανέναν και γύρισα στην Άνυα. Το καλοκαίρι είχε περάσει. Την επόμενη χρονιά πήγα στην Αθήνα, αλλά πρώτα πήγα βόρεια, πολύ βόρεια μέχρι τον Νέγρο».

«Τον ποιον;»

«Τον Νέγρο. Τα σύνορα!»

«Κατάλαβα, τον Έβρο».

«Μετά κατέβηκα κάτω. Πήγα πολύ κάτω, στην Πεπονόνησο».

«Πελοπόννησο!» διόρθωσε ο Ορφέας.

Ο Άντι γρύλισε και πήρε μια αστεία γκριμάτσα.

«Δύσκολα ονόματα έχετε εδώ, laddie. Και οι πινακίδες σας δεν βοηθάνε και πολύ. Κάθε πινακίδα που περνούσα έγραφε Αθήνα, αλλά την Αθήνα δεν την έβρισκα ποτέ!»

«Έπρεπε να τσεκάρεις τα χιλιόμετρα».

«Τρίτη φορά φέτος που έφυγα για να σε βρω. Και ευτυχώς σε βρήκα. Είχα τη διεύθυνση σου μαζί!»

«Μα… τότε γιατί δεν ήρθες πιο νωρίς, αφού ήξερες πού μένω;»

«Ε, γιατί έχασα τη διεύθυνση, γι’ αυτό».

Ο Άντι του εξήγησε πως είχε μαζί του ένα χαρτάκι με την οδό και τον αριθμό του σπιτιού του. Εκείνο όμως είχε παραπέσει κάπου μέσα στο αυτοκίνητο και νόμιζε πως το έχασε. Τελικά το βρήκε, αλλά και πάλι δυσκολεύτηκε να βρει την οδό, αφού στην Αθήνα υπήρχαν δεκάδες δρόμοι με το ίδιο όνομα.

Μετά από πολύ κόπο κατάφερε να εντοπίσει το σπίτι. Μα όταν έφτασε, ο Ορφέας έλειπε. Ο Άντι ρώτησε στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς και εκεί η ιδιοκτήτρια, που ήταν και η μεγαλύτερη κουτσομπόλα της περιοχής μαζί με τη φουρνάρισσα, του τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Του είπε πως ο Ορφέας είχε μπει με τη μητέρα του σε ένα πανάκριβο αμάξι και πως κατευθυνόταν προς την Ιχθυόσκαλα, όπου είχε κάτι καλές ταβέρνες για ψάρι. Έτσι ο Άντι και ο Ρόβερ έβαλαν ρότα να βρουν την ταβέρνα, την οποία και εντόπισαν χάρη στο αυτοκίνητο του Τάκη.

«Καλά λοιπόν σε είχα δει εκείνο το βράδυ στον Πειραιά», είπε ο Ορφέας, ακούγοντας την οδύσσεια του Άντι. «Ήμουν σίγουρος πως ήσουν εσύ, κι ας μη σε είχα γνωρίσει».

«Α, όλα κι όλα laddie. Έχω δώσει τον λόγο μου στον Όντι πως θα σε πάω στην Άνυα».

«Στον Όντιν;»

«Ό-ντι. Όχι Όντιν», ήταν η σειρά του Άντι να διορθώσει τον Ορφέα. «Ό-ντι».

«Ποιος είναι πάλι αυτός;»

«Ο μπαμπάς σου».

«Α, δεν ήξερα πως έχει ψευδώνυμο».

«Εγώ τον έβγαλα έτσι», εξήγησε ο Άντι. «Ποτέ δεν μπορώ να πω σωστά το όνομα του. Που λες, εκείνος με έστειλε να έρθω και να σε πάρω».

«Απίθανο! Ξέρεις, έχω χρόνια να μιλήσω με τον πατέρα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε. Όλο αυτόν τον καιρό νόμιζα πως με είχε ξεχάσει».

«Όχι laddie, μην το ξαναπείς αυτό. Ο μπαμπάς σου δεν σε ξεχνάει. Μιλάει συχνά για σένα, πολλά παιδιά στην Άνυα θέλουν να σε γνωρίσουν και τον ρωτούν πότε θα έρθεις».

Στο μυαλό του Ορφέα σχηματίστηκαν εικόνες με παρέες σαν εκείνες που είχε δει πριν μέρες στα βραχάκια του Πειραιά. Φαντάστηκε κιθάρες στην αμμουδιά, παιχνίδια στη θάλασσα, βόλτες σε μπαράκια και εξερευνήσεις στην εξοχή.

«Ανυπομονώ να φτάσουμε, λοιπόν», είπε ο Ορφέας, κοιτώντας με λαχτάρα τον δρόμο που ξανοιγόταν μπροστά τους.

Ο Ορφέας χάζευε έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έφυγε για διακοπές από την Αθήνα, αλλά δεν θυμόταν ποια έξοδο είχαν ακολουθήσει, γιατί τότε ήταν πολύ μικρός. Αν δεν είσαι συνηθισμένος στα ταξίδια πέρα από την πόλη, όλοι οι δρόμοι μοιάζουν ίδιοι, τόσο η εθνική που πάει για Λαμία, όσο κι εκείνη που οδηγεί στην Πάτρα.

Αυτό που θυμόταν καλά ο Ορφέας, ήταν πως κάποια στιγμή, όχι πολύ μακριά, συναντούσαν διόδια και σταματούσαν για να πληρώσουν. Και να που σε λίγα λεπτά ένας μεγάλος σταθμός διοδίων ξεπήδησε μπροστά τους, με τα πράσινα βελάκια και τα κόκκινα Χ να λάμπουν πάνω από τις διόδους.

«Τα διόδια!» είπε ενθουσιασμένος. «Πόσα χρόνια έχω να τα δω;»

Θυμήθηκε τον καιρό που έφευγε για διακοπές με τους γονείς του, με το αμάξι γεμάτο βαλίτσες και μια φουσκωτή βάρκα δεμένη στην οροφή. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, και τώρα που έβλεπε τα διόδια, του φαινόταν σαν ψέμα.

Παρατήρησε το αντίθετο ρεύμα. Εκεί τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν ουρές μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Όλοι εκείνοι ήταν οι εκδρομείς του σαββατοκύριακου, που επέστρεφαν στην Αθήνα. Ο Ορφέας πολύ χάρηκε που δεν ήταν στη θέση τους. Οι άλλοι γύριζαν. Εκείνος μόλις έφευγε!

Πιο χαρούμενος όμως από τους δύο ήταν ο Άντι, βλέποντας τα διόδια στο δικό τους ρεύμα σχεδόν άδεια. Αυτό θα βοηθούσε στο τρελό σχέδιο που είχε καρφωθεί στο μυαλό του.

Ανυποψίαστος ο Ορφέας για αυτό που επρόκειτο να συμβεί, κοίταξε μπροστά και γούρλωσε τα μάτια. Η χαρά του κόπηκε απότομα, όταν είδε τον σταθμό των διοδίων να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Ο Ρόβερ δεν έκοβε ταχύτητα, αντίθετα, γκάζωνε πιο πολύ!

«Ε... Άντι;»

«Ναι laddie;»

«Δεν θα κόψεις ταχύτητα;»

«Γιατί;»

«Τα διόδια, Άντι, τα διόδια! Πρέπει  να...»

«Ω, κάνε μου τη χάρη, laddie!» είπε ο Άντι και κράτησε σταθερά το τιμόνι. «Κοίτα πώς τα περνάνε».

«Άντι, η μπάρα... Η μπάρα!»

Η μπάρα τινάχτηκε στον αέρα μόλις ο Ρόβερ την ακούμπησε με την πράσινη μουτσούνα του. Η υπάλληλος πετάχτηκε από τη θέση της με το μπαμ, ενώ οι αστυνομικοί που κάθονταν στην άκρη του δρόμου και έπιναν ήσυχοι τον καφέ τους, κοιτούσαν απορημένοι τον σίφουνα που πέρασε και χάθηκε σε χρόνο μηδέν. Όσο για την κάμερα, αν κατέφερε τελικά να γράψει τίποτα, οι κύριοι στην τροχαία δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένοι όταν θα έβλεπαν την αυθάδικη επιγραφή “Kiss My Irish Ass” στην πινακίδα του αμαξιού.

«Γιαχουου!» ούρλιαξε ο Άντι και άρχισε να γαβγίζει σαν σκύλος. «Είδες, laddie; Έτσι τα περνάνε τα εμπόδια!»

«Δεν λέγονται εμπόδια, Άντι», είπε ο Ορφέας τρέμοντας σαν το ψάρι πάνω στο κάθισμα. «Λέγονται διόδια».

«Όπως και να λέγονται, μην τα αφήνεις να σε σταματούν. Άκουσες, laddie; Μην αφήνεις ποτέ κανέναν να σε εμποδίσει στον δρόμο σου. Κανέναν!»

«Μα...», ο Ορφέας έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο και κοίταξε πίσω. Ήταν σίγουρος πως από λεπτό σε λεπτό θα έβλεπε καμιά δεκαριά περιπολικά να τους ακολουθούν. «Θα μας κυνηγήσουν».

«Και τι φοβάσαι, laddie; Μη μας πιάσουν; Όι, σύνελθε. Είσαι νέο παιδί laddie, αν δεν ζήσεις την περιπέτεια τώρα, πότε θα το κάνεις;»

Ο Ορφέας ανακάθισε στο κάθισμα και χαμήλωσε το κεφάλι. Για ένα λεπτό κανείς δεν μίλησε.

«Έι, Μορφέα; Είσαι καλά;»

«Απλώς... Να, ξέρεις... όλα αυτά είναι πρωτόγνωρα για εμένα».

«Πρωτόγονα;»

«Πρωτόγνωρα», τον διόρθωσε. «Θέλω να πω, δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο. Δεν το έχω σκάσει από το σπίτι ποτέ, δεν έχω μπει σε ξένο αμάξι, δεν έχω βρεθεί με κάποιον που... (εδώ ο Ορφέας δεν ήξερε τι να πει, γιατί φοβόταν μην προσβάλλει τον Άντι), που...»

«Που;» ο Άντι ήταν όλος αυτιά.

«Που... ακούει ιρλανδέζικα όταν οδηγεί», απάντησε ο Ορφέας τελικά.

Ο Άντι έξυσε το κεφάλι του και σκέφτηκε τα λόγια του Ορφέα.

«Μήπως θες να ακούσουμε DJ Πιέστο;»

«Αν εννοείς τον Τιέστο, όχι, καλά είμαι με αυτά».

«Ήμουν σίγουρος! Εσύ πρέπει να είσαι ροκάς, σαν τον μπαμπά σου. Εδώ όμως δεν ακούμε ροκ, μόνο ιρλανδέζικα, γιατί αυτά αρέσουν στον Ρόβερ. Αν δεν ακούσει τα τραγούδια του, δεν πάει πουθενά».

«Δεν πειράζει. Δεν με ενοχλεί η μουσική».

«Κάτι σε βασανίζει, laddie. Το νιώθω».

«Δεν είναι τίποτα. Σου εξήγησα...»

Ο Άντι του έριξε μια σκουντιά στον ώμο.

«Άκου, laddie. Ένα πράγμα έχω να σου πω. Είσαι ελεύθερος. Μη φοβάσαι κανέναν, μην κολλάς σε μπάρες. Ο Θεός μας γέννησε ελεύθερους, μικρέ, να το θυμάσαι. Σήκω το κεφάλι ψηλά και κοίτα μπροστά! Άφησε τον κόσμο πίσω σου και ζήσε!»

Και μόλις είπε αυτά ο Άντι, έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο και άρχισε να στριγκλίζει, να ουρλιάζει και να γαβγίζει. Κι ήταν τόση η ενέργεια και η χαρά που μετέδωσε στον Ορφέα, που αποφάσισε να πνίξει κάθε ενοχή, κάθε άγχος και κάθε φόβο και να τα αφήσει πίσω στην Αθήνα, μαζί με όλα όσα εγκατέλειψε τόσο ξαφνικά. Η ιδέα πως από δω και μπρος ήταν ελεύθερος, πως θα ταξίδευε σε κάποιο άλλο μέρος και πως θα έκανε διακοπές, για μια στιγμή να τον έκαναν να ξεχάσει τα πάντα και να νιώσει ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.

Έπειτα έβγαλε κι αυτός το κεφάλι έξω από το παράθυρο, και άρχισε να ουρλιάζει από χαρά.

Ο ήλιος είχε γίνει μια κατακόκκινη μπάλα που γέμιζε τον ορίζοντα με ένα εκτυφλωτικό χρυσαφένιο φως. Ο Ρόβερ και οι δύο χαρούμενοι επιβάτες του έτρεχαν στην ευθεία της εθνικής σαν να κυνηγούσαν το ηλιοβασίλεμα. Ο Ορφέας οραματιζόταν την Άνυα, φέρνοντας στο μυαλό του τις εικόνες που είχε σχηματίσει για εκείνο το μέρος μέσα από τα γράμματα του πατέρα του. Όσο για τον Άντι, συνόδευε με την τραχιά φωνή του ένα ευχάριστο ιρλανδέζικο τραγουδάκι, που μίλαγε για (τι άλλο;) παμπ, μεθύσια και καλοπέραση.

«Άντι, πόσο μακριά είναι η Άνυα;» ρώτησε κάποια στιγμή ο Ορφέας.

«Έχουμε ακόμα δρόμο, laddie».

«Ρωτάω επειδή σε λίγο βραδιάζει. Τι ώρα περίπου θα είμαστε εκεί;»

«Την καλύτερη!» είπε καταχαρούμενος ο Άντι. «Την ώρα που ανάβουν φωτιές στην παραλία και όλοι γίνονται ντίρλα στο μεθύσι!»

«Μάλιστα... Και δεν μου λες, Άντι; Τον θυμάσαι τον δρόμο για την Άνυα; Θέλω πω... θα φτάσουμε σήμερα ή θα μπερδευτούμε πάλι;»

«Μη φοβάσαι, laddie. Μόλις δούμε το Καράβι, σημαίνει πως φτάσαμε».

“Το Καράβι;”

«Θα το δεις μόλις πέσει ο ήλιος, laddie».

Τώρα, τι καράβι ήταν αυτό που έλεγε ο Άντι, ο Ορφέας δεν μπορούσε να φανταστεί τι ρόλο έπαιζε στο ταξίδι τους. Άραγε θα έφταναν σε κάποιο λιμάνι και από εκεί θα συνέχιζαν με πλοίο για την Άνυα; Θα ερχόταν η ώρα που θα μάθαινε. Έτσι, πέρασε σε μια άλλη ερώτηση σχετικά με την Άνυα.

«Ξέρεις¨, Άντι, γνωρίζω πολύ λίγα πράγματα για την Άνυα. Κανείς από όσους έχω μιλήσει για εκείνο το μέρος δεν το έχει ακούσει. Και σε όποιον χάρτη έχω κοιτάξει, δεν το έχω βρει. Θα μου πεις λίγα λόγια την Άνυα;»

«Άκου Μορφέα», είπε ο Άντι. «Τα αληθινά μέρη δεν υπάρχουν στους χάρτες. Για την Άνυα θα μάθεις όταν φτάσουμε. Κάποια πράγματα δεν θα τα καταλάβεις. Όχι αν δεν τα δεις».

«Γιατί το λες αυτό;»

Ο Άντι τότε άρχισε να του λέει μια παράξενη ιστορία που δεν έβγαζε νόημα. Του είπε για μάγους, πειρατές, νεράιδες και ξωτικά, πλάσματα που από όσο ήξερε ο Ορφέας βρίσκονταν σε παραμύθια, κινούμενα σχέδια και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ο ίδιος ο Άντι μπερδευόταν με αυτά με έλεγε και έδειχνε σαν προσπαθούσε να βάλει σε μια σωστή σειρά κάποια γεγονότα.

«Πρώτα ήρθε ο Βασιλιάς με τα Ψάρια ή πρώτα οι πειρατές;» ρώταγε και ξαναρώταγε, ξύνοντας το κεφάλι του. «Όχι, πρώτα πήγε ο Βασιλιάς, γι’ αυτό και η θάλασσα πήρε το όνομά του. Ναι, και είχε μαζί τη γυναίκα του, τη νεράιδα. Ή τη βρήκε, όχι; Αλλά τα Ξωτικά ήταν πολύ πριν... ή ήρθανε κι αυτά μετά; Δεν θυμάμαι, laddie. Πάντως ο Ρόβερ πήγε μετά από όλους αυτούς. Εγώ πήγα ακόμα πιο μετά. Ο μπαμπάς σου τα ξέρει καλύτερα. Εκείνος ήταν ήδη εκεί, πριν πάω εγώ».

«Αλήθεια; Νόμιζα πως εσύ έμενες στην Άνυα από πιο παλιά».

«Όχι, όχι. Ο μπαμπάς σου έμενε εκεί. Πρέπει να είσαι πολύ περήφανος για εκείνον. Όλοι τον αγαπούν στην Άνυα και τον έχουν σαν αρχηγό. Ο μπαμπάς σου έδιωξε τους λύκους από την Άνυα και έφερε ειρήνη στην παραλία».

«Μου κάνεις πλάκα, έτσι Άντι;»

«Ω καλά. Θα τα μάθεις όταν φτάσεις», είπε ο Ιρλανδός χαμογελώντας.

«Αυτό θα έπρεπε να το ακούσει η μητέρα μου, που μια ζωή τον θεωρούσε αποτυχημένο», είπε ο Ορφέας.

«Α μπα! Ο Όντι είναι ο ήρωας της Άνυα. Ο Μικρός Γλάρος που νίκησε τον Μεγάλο Λύκο!»

Κι έπειτα ο Άντι μιμήθηκε τις φωνές των δυο ζώων -το κρώξιμο του γλάρου και το γρύλισμα του λύκου- και ο Ορφέας γέλασε.

«Πώς γνώρισες τον πατέρα μου;»

«Μεγάλη ιστορία, laddie. Λοιπόν, άκου».

Η ιστορία του Άντι δεν ήταν τόσο παλαβή όσο η προηγούμενη με την Άνυα. Τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου, ο Ορφέας έβγαζε νόημα. Ο Άντι του είπε πως είχε έρθει πριν από πολλά χρόνια στην Ελλάδα, εξαιτίας μιας φιλενάδας του που ήταν Ελληνίδα. Εκείνη όμως κάποια στιγμή τον παράτησε -ο Άντι μιλούσε για αυτή με τα χειρότερα λόγια- κι έτσι ο καημένος Ιρλανδός αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στη χώρα του. Όμως ούτε λεφτά είχε, ούτε και ταυτότητα, γιατί κάποιος του έκλεψε το πορτοφόλι λίγο μετά τον χωρισμό με την κοπέλα του -ο Άντι υποστήριζε πως εκείνη έβαλε να του το κλέψουν.

«Δεν είχα που να πάω, laddie. Δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω στη χώρα μου, ήμουν εξοπλισμένος».

«Εγκλωβισμένος», διόρθωσε ο Ορφέας.

 Στη συνέχεια του είπε πως γυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας ζητιανεύοντας, προσπαθώντας να αποφύγει όλες τις κακές παρέες που τον πλησίαζαν δήθεν για τον βοηθήσουν. Ο μόνος που του φέρθηκε καλά, ήταν ο πατέρας του Ορφέα. Του αγόραζε φαγητό, τον κερνούσε μπύρες (ο Άντι είχε πάθει εξάρτηση από το ποτό) και του έδινε λεφτά για να μένει σε ξενοδοχείο. Κάποια στιγμή χάθηκαν και ο Άντι αποφάσισε να εγκαταλείψει την Αθήνα με τα πόδια. Τότε ήταν που βρήκε τον Ρόβερ και η ιστορία πήρε και πάλι μια φανταστική τροπή, που έμοιαζε με παραμύθι κάποιου μεθυσμένου Ιρλανδού. Ο Ορφέας έπαψε να δίνει προσοχή στα λόγια του Άντι και αποφάσισε να κάνει υπομονή, μέχρι φτάσει στην Άνυα.

Πώς να είναι εκεί άραγε; αναρωτιόταν. Και μόνο στην ιδέα ότι θα αντάμωνε με τον πατέρα του και θα έκαναν μαζί διακοπές, του ερχόταν να χοροπηδήσει πάνω στο κάθισμα. Εκείνο το βράδυ θα έφτανε στην Άνυα!

Εκτός κι αν κατέληγε σε κανένα χαντάκι...

Νύχτωσε κι ακόμα βρίσκονταν στην εθνική. Ο Ορφέας υπολόγιζε πως είχαν ταξιδέψει γύρω στο δίωρο, ίσως και παραπάνω. Γύρω του η πλάση είχε καλυφθεί από σκοτάδι και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν τα φώτα των αυτοκινήτων από το απέναντι ρεύμα. Ουρανός και γη είχαν γίνει ένα, κι αν υπήρχε θάλασσα κάπου κοντά, δεν ξεχώριζε με τόσο σκοτάδι. Ο Ορφέας είχε αρχίσει να ανησυχεί.

«Άντι, είσαι σίγουρος ότι πάμε καλά;»

«Κοντεύουμε, laddie. Αν κουράστηκες πάρε έναν υπνάκο. Θα σε ξυπνήσω εγώ μόλις φτάσουμε».

«Όχι, είμαι εντάξει», είπε ο Ορφέας και σταύρωσε τα χέρια.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και ο Άντι φώναξε κατενθουσιασμένος:

«Το καράβι! Να το καράβι! Μορφέα το είδες;»

«Πού είναι;»

«Πάνω! Κοίτα πάνω! Στον ουρανό!»

Ο Ορφέας έσκυψε για να δει καλύτερα έξω από το παρμπρίζ. Εκτός από το μαύρο της νύχτας, είδε δυο-τρία αστέρια και τίποτα άλλο.

«Δεν βλέπω τίποτα. Πού μου δείχνεις;»

«Άσ’ το, laddie, δεν το πρόλαβες. Πάει, έπεσε τώρα».

Για ακόμα μια φορά ο Ορφέας έμεινε με την απορία. Τι ήταν τελικά εκείνο το καράβι; Μήπως ήταν κι αυτό καμιά επινόηση του Άντι, σαν την ιστορία με τον Ρόβερ που μεταμορφώθηκε σε αμάξι; Ήταν κάποιο σχήμα στον ουρανό, κάτι σαν σύννεφο ή νεφέλωμα; Ό,τι κι αν ήταν πάντως, έκανε τον Άντι να στρίψει δεξιά το τιμόνι και να πάει στην ακριανή λωρίδα. Βγήκαν σε μια μικρή έξοδο κι από εκεί συνέχισαν στον παράδρομο, μέχρι που έστριψαν ξανά σε έναν επαρχιακό δρόμο.

«Το βλέπεις το βουνό;» έδειξε ο Άντι στα δεξιά τους. «Πίσω από ‘κει είναι η Άνυα».

Ο Ορφέας κοίταξε το μαύρο βουνό, που μετά βίας ξεχώριζε από τον ουρανό. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο μακριά ήταν, σίγουρα πάντως είχαν ακόμα δρόμο να κάνουν για να φτάσουν μέχρι εκεί.

«Όπου να ‘ναι θα γνωρίσεις και τον φίλο μου, τον Καρχαρία», είπε ο Άντι.

Επηρεασμένος από τις ιστορίες που του έλεγε νωρίτερα ο τρελός Ιρλανδός, ο Ορφέας σχημάτισε στο μυαλό του την εικόνα ενός ανθρώπου με κεφάλι καρχαρία να κάνει οτοστόπ στη μέση του δρόμου. Φυσικά ο Καρχαρίας καμία σχέση δεν είχε με εκείνο το πλάσμα και ο Ορφέας το διαπίστωσε μόλις έφτασαν σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα που συνάντησαν μετά από κάμποσα χιλιόμετρα. Ήταν ένα παλιό βενζινάδικο που είχε πάψει να λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια. Παρ’ όλα αυτά ο Άντι χώθηκε εκεί, σαν να περίμενε κάποιον να εμφανιστεί και να του βάλει βενζίνη.

«Άντι, δεν νομίζω να λειτουργεί αυτό», είπε ο Ορφέας. «Γιατί σταματήσαμε;»

«Εδώ μένει ο φίλος που σου έλεγα», είπε και βγήκε από το αμάξι. «Γέι, Καρχαρία!» φώναξε. «Πού κρύβεσαι;»

Στην αρχή δεν ακούστηκε τίποτα, όπως περίμενε ο Ορφέας. Ποιος λογικός άνθρωπος θα έμενε μες στην ερημιά, και μάλιστα σε ένα εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο;

«Μορφέα, βγες κι εσύ έξω», τον παρότρυνε ο Άντι. «Δεν θα κάτσουμε πολύ».

Ο Ορφέας βγήκε κι ένιωσε ανακούφιση όταν τα πόδια του πάτησαν στη γη, έπειτα από τόσες ώρες ταξίδι. Κοίταξε στο βενζινάδικο και είδε μια κουνιστή καρέκλα να πηγαίνει πέρα-δώθε με αργούς ρυθμούς. Δίπλα, στο παράθυρο, ένα τρανζιστοράκι έπαιζε χαμηλά κάποιο παλιό λαϊκό τραγούδι.

«Καρχαρία!» επανέλαβε ο Άντι. «Ε Καρχαρία!»

«Ζαχαρία με λένε, που να σε πάρει, Ιρλανδέ μεθύστακα!» απάντησε μια γκρινιάρικη φωνή. «Πότε επιτέλους θα μάθεις να λες σωστά το όνομά μου;»

Ο Ορφέας είδε έναν παππού να ξεπροβάλει κουτσαίνοντας και να έρχεται προς το μέρος τους. Φόραγε ένα ψάθινο καπέλο, πουκάμισο, τιράντες και σανδάλια. Από μακριά έμοιαζε με σκιάχτρο, ενώ από κοντά με πλανόδιο που πούλαγε λαχεία. 

«Πώς κι από ‘δω;» παραξενεύτηκε ο γέρος. «Καιρό είχες να περάσεις. Όλο και κάπου θα ‘χες χαθεί, καλά τα λέω;»

«Πήγα να πάρω το παλικάρι», είπε και ο Ορφέας εξεπλάγη που είπε σωστά τη λέξη αντί να πει “παλαμάρι”. «Τον πάω στην Άνυα».

«Α, ωραία. Αφού πας στην Άνυα, έχω να σου δώσω να πάρεις κάτι βιβλία. Μου τα ‘χε δώσει εκείνος ο συγγραφέας, ο Ντάνσεν, που κάθεται μαζί σας».

«Θα τα δώσω», είπε ο Άντι.

«Και να του πεις ότι δεν κατάλαβα λέξη από όσα γράφει. Άσ’ το, μην του πεις τίποτα, χαιρετίσματα μόνο».

«Θα τα δώσω κι αυτά. Τώρα... βάλε μας να πιούμε κάτι! Ο Ρόβερ έχει δρόμο να κάνει».

  Art by http://elentori.deviantart.com/

Art by http://elentori.deviantart.com/

«Ο Ρόβερ», μουρμούρισε ο γερο-Ζαχαρίας. «Αντέχει ακόμη αυτή η σακαράκα;»

«Όι Καρχαρία, μην τον ξαναπείς έτσι», πείσμωσε ο Άντι. «Δεν του αρέσει να τον λένε σακαράκα».

Ο Ζαχαρίας κούνησε το κεφάλι και κοίταξε τον Ορφέα.

«Πού τον βρήκες αυτόν τον παλαβό;» ρώτησε.

«Εκείνος με βρήκε», αποκρίθηκε ο Ορφέας.

«Α, μάλιστα», είπε ο γέρος και έφυγε κουτσαίνοντας για το βενζινάδικο. Συνεχώς μουρμούριζε κάτι, αλλά ο Ορφέας δεν καταλάβαινε τι έλεγε.

«Μορφέα, κάτσε εδώ», άκουσε τον Άντι να λέει. «Πάω να καθαρίσω».

«Να κάνεις τι;»

«Να καθαρίσω!» επανέλαβε ο Ιρλανδός και απομακρύνθηκε.

Ο Ορφέας κατάλαβε τελικά τι εννοούσε ο Άντι, όταν τον είδε να στέκεται παραπέρα και να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Στη συνέχεια ο Ορφέας έβαλε τα χέρια στις τσέπες και κοίταξε ψηλά, μήπως και έβλεπε το καράβι που του είχε πει νωρίτερα ο Ιρλανδός. Τώρα τα αστέρια είχαν πολλαπλασιαστεί και έφεγγαν πάνω από εκείνον και την ερημιά, μακριά από την πόλη και την εθνική οδό.

 

© Γιώργος Χατζηκυριάκος, για το Will o' Wisps.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου, για οποιαδήποτε κοινοποίηση ή χρήση του περιεχομένου, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη συγγραφική ομάδα του Will o' Wisps.gr.

Άνυα: Όταν ήρθε ο Ιούνης (Μέρος 1ο)

Άνυα: Το χειρότερο καλοκαίρι (Μέρος 2ο)

Μια καλοκαιρινή περιπέτεια ξεκινάει στο Will o' Wisps, διαβάστε περισσότερα εδώ: Το Πνεύμα των Περασμένων Καλοκαιριών

Cover art by http://elentori.deviantart.com/