Ιούλιος Βερν: Ο πρωτοπόρος ονειρευτής, που μας ταξιδεύει ακόμη και σήμερα σε περιπέτειες φανταστικές!

  Jules Verne Portrait by http://liviuandrei.deviantart.com/

Jules Verne Portrait by http://liviuandrei.deviantart.com/

Ο Ray Bradbury είπε πολύ χαρακτηριστικά για την επιρροή που είχε το έργο του Βερν ανά την υφήλιο: «Είμαστε όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα παιδιά του Ιουλίου Βερν». Και είχε δίκιο, μιας και μιλάμε για έναν άνθρωπο με σπάνιο όραμα και ξεκάθαρη ματιά, που είχε και το πάθος, αλλά και τις γνώσεις για να εμπνεύσει τα παιδιά του μέλλοντος να ταξιδέψουν μέχρι το φεγγάρι και ακόμα παραπέρα!

 

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, με μια ιστορική αναδρομή:

Ο Ιούλιος Βερν  –Jules Gabriel Verne– γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1828 στην παραθαλάσσια πόλη της Νάντης στη Γαλλία, από γονείς ευγενικής καταγωγής. Ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, ιδιαίτερα γνωστός για τα περιπετειώδη μυθιστορήματά του και τη βαθιά επιρροή του σε αυτό που αργότερα ονομάστηκε επιστημονική φαντασία.

Ο πατέρας του, Pierre Verne, ήταν δικηγόρος και αρκετά συντηρητικός σαν άνθρωπος και προσπάθησε να κατευθύνει τον γιο του στο να ακολουθήσει το ίδιο ήθος και την ίδια επαγγελματική σταδιοδρομία, με στόχο να αναλάβει μελλοντικά την οικογενειακή επιχείρηση. Παρόλα αυτά όμως, ο Βερν από μικρός είχε αναπτύξει ένα φλογερό ενδιαφέρον για τα ταξίδια και τις εξερευνήσεις. Πρωταρχική του έμπνευση, μεταξύ άλλων, αποτέλεσε το περιβάλλον της γενέτειράς του, αφού πέρναγε ατελείωτες ώρες παρατηρώντας τα καράβια που περνούσαν συνεχώς από τον ποταμό Λουάρ –εν μέσω της Νάντης– και ξανοίγονταν στο πέλαγος, αλλά και δύο σημαντικά για την περαιτέρω εξέλιξή του αναγνώσματα, το Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων του Johann David Wyss και το Ιστορίες της Πέτσινης Κάλτσας του James Fenimore Cooper.

Μελετηρός από μικρή ηλικία, έδειξε ιδιαίτερη κλίση στην αποστήθιση κειμένων, τη γεωγραφία, τα Λατινικά, τα Ελληνικά και το τραγούδι, ενώ κατά τη διάρκεια του Λυκείου παρακολούθησε και μαθήματα ρητορικής και φιλοσοφίας. Το 1848 άφησε τη Νάντη και μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά, αλλά έχοντας μονίμως στραμμένη την προσοχή του στο γράψιμο. Σε ηλικία μόλις 19 ετών, είχε ήδη ξεκινήσει να φιλοτεχνεί τα πρώτα του εκτενή έργα στο στυλ γραφής του Victor Hugo.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι, βρίσκει την ευκαιρία να ενταχθεί στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του και να κάνει μερικές πολύ αξιόλογες και σημαντικές φιλίες, όπως με τον Αλέξανδρο Δουμά και τον γιο του, του ιδίου ονόματος, με τον οποίο γιο ο Ιούλιος συνεργάστηκε στη δημιουργία και το ανέβασμα της πρώτης του θεατρικής κωμωδίας, Les Pailles rompues (Τα σπασμένα Στάχυα), στο Théâtre Historique του Παρισιού το 1850.

Το 1851, έχοντας μόλις αποφοιτήσει από τη Νομική, αλλά χωρίς να τον ενδιαφέρει το αντικείμενο ουσιαστικά, θα γνωριστεί με τον συγγραφέα Pierre-Michel-François Chevalier, αρχιεπιμελητή του οικογενειακού περιοδικού Musée des familles (Tο οικογενειακό Μουσείο). Με αυτόν θα συνεργαστεί έως το 1856 ως αρθρογράφος σε θέματα όπως η γεωγραφία, η ιστορία, η επιστήμη και η τεχνολογία, αλλά γραμμένα σε γλώσσα απλή και κατανοητή ή με τρόπο συναρπαστικό και ευφάνταστο, για να προσελκύσει το ευρύ κοινό. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας, ο Βερν θα φιλοτεχνήσει τη σύντομη ιστορία A Voyage in a Balloon (1851). Πρόκειται για μια ιστορία που συνδυάζει την περιπετειώδη αφήγηση, τα ταξίδια και την εκτενή ιστορική έρευνα, και η οποία ήταν ο προάγγελος της κατεύθυνσης που θα έπαιρνε λίγα χρόνια αργότερα το κυρίως μέρος του συγγραφικού του δυναμικού.

Παράλληλα, θα εργαστεί ως γραμματέας στο Théâtre Historique, το οποίο μετονομάστηκε σε Théâtre Lyrique υπό την καθοδήγηση του διευθυντή Jules Seveste, με τον οποίο ο Βερν είχε έρθει σε επαφή μέσω του κοινού τους φίλου Αλέξανδρου Δουμά, υιού. Εκεί θα γράψει πολυάριθμες κωμικές όπερες, σε συνεργασία με τους Aristide Hignard –καλό του φίλο και μουσικοσυνθέτη– και τον πολυγραφότατο λιμπρετίστα Michel Carré.

7cf8e1d886b7ad2d8afa8b9fe4bcb62e.jpg

Εκείνη την περίοδο περνά και πολύ χρόνο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, κάνοντας εκτενείς έρευνες αναφορικά με τις ιστορίες που γράφει για τον Chevalier και τρέφοντας το πάθος που είχε για τη διεξοδική και τεκμηριωμένη μελέτη της επιστήμης και των πρόσφατων τεχνολογικών ανακαλύψεων, ειδικά στον τομέα της γεωγραφίας. Τότε είναι που γνωρίζεται και με τον γεωγράφο και εξερευνητή Jacques Arago, με τον οποίο ανέπτυξε μια όμορφη φιλία. Οι πρωτότυπες και καυστικές περιγραφές των ταξιδιών του Arago, αλλά και οι εκτενείς του έρευνες στη Βιβλιοθήκη θα οδηγήσουν βήμα-βήμα τον Βερν στην ιδέα του να δημιουργήσει ένα νέο είδος μυθιστορήματος, αυτό του “επιστημονικού μυθιστορήματος” (Roman de la Science). Ο Αλέξανδρος Δουμάς λέγεται ότι τον υποστήριξε από την αρχή στην ιδέα του αυτή.

Το 1852 θα έρθει σε οριστική ρήξη με τον πατέρα του σχετικά με την κατηγορηματική πλέον απροθυμία του να αναλάβει την οικογενειακή νομική επιχείρηση και θα επικεντρωθεί ακόμα πιο συστηματικά στο συγγραφικό και θεατρικό του έργο.

Το 1856, σε ένα ταξίδι του στην πόλη της Amiens όπου ήταν να παραστεί σε έναν γάμο ως κουμπάρος, γνώρισε τη γυναίκα που έμελλε να παντρευτεί, καθώς και την οικογένειά της. Αποφάσισε να μετακομίσει στην Amiens και να δουλέψει στο Χρηματιστήριο μαζί με τον μελλοντικό κουνιάδο του –με αρκετή επιτυχία, μάλιστα–  για να μπορεί να έχει σταθερό εισόδημα και κατ’ επέκταση, να μπορεί να ζητήσει την αδερφή του, Honorine de Viane Morel, χήρα με δύο παιδιά, σε γάμο το 1857. Μαζί της απέκτησε και έναν γιο, τον Michel (3 Αυγούστου 1861).

Το 1858 θα κάνει το πρώτο του ταξίδι εκτός Γαλλίας, μαζί με τον φίλο του Aristide Hignard. Θα ταξιδέψουν από το Bordeaux στο Liverpool και από εκεί στη Σκωτία. Το ταξίδι αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον Βερν, και όταν γύρισε στο Παρίσι, αποφάσισε να ενσωματώσει την εμπειρία του σε ένα ημι-αυτοβιογραφικό έργο μυθοπλασίας ονόματι Backwards to Britain (1859 – 1860, επίσημη έκδοση 1989). Ένα δεύτερο, συμπληρωματικό ταξίδι την επόμενη χρονιά τον έφερε στη Στοκχόλμη, και από εκεί στο Oslo και στην επαρχία Telemark της Νορβηγίας. Παράλληλα με όλα αυτά, ο Βερν συνέχισε να μορφοποιεί και να ραφινάρει την ιδέα του για τη δημιουργία ενός Roman de la Science, φτιάχνοντας ένα σκαρίφημα εμπνευσμένο -σύμφωνα με τα απόμνημονεύματά του– από την αγάπη που είχε για τους χάρτες και τους μεγάλους εξερευνητές του κόσμου. Πήρε σάρκα και οστά ως η ιστορία ενός ταξιδιού από τη μια μεριά της Αφρικής στην άλλη και αποτέλεσε το πρώτο του εκδιδόμενο μυθιστόρημα λίγα χρόνια αργότερα, Five Weeks in a Balloon (1863).

Η γνωριμία του με τον εκδότη Pierre-Jules Hetzel, θα τον στρέψει ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία, «τη μόνη πηγή για την αληθινή ευτυχία», όπως έλεγε, οπότε το 1863 υποβάλλει την παραίτησή του στο Χρηματιστήριο. Ο Hetzel ήταν έμπειρος εκδότης και συνεργαζόταν ήδη με καταξιωμένα ονόματα του χώρου, όπως ο Balzac, ο George Sand, ο Victor Hugo κ. α.. Είχε ως στόχο την έκδοση ενός ποιοτικού περιοδικού για όλη την οικογένεια, που να συνδυάζει την ψυχαγωγία μέσω της μυθοπλασίας με την επιστημονική εκπαίδευση (Magasin d'Éducation et de Récréation – Περιοδικόν Εκπαίδευσης και Ψυχαγωγίας), οπότε ο Βερν ήταν ιδανικός υποψήφιος για αυτό το εγχείρημα, εξ ου και διασφάλισε μακροπρόθεσμα τις υπηρεσίες του. Επίσης, ο Hetzel ήξερε πώς να πλασάρει το συγγραφικό ταλέντο του Βερν στην αγορά: Πρώτα κυκλοφορούσε τα μυθιστορήματά του σε συνέχειες στο περιοδικό υπό τον γενικό τίτλο Voyages extraordinaires (Extraordinary Voyages ή Extraordinary Journeys), μετά σε ολοκληρωμένη μορφή και τέλος σε πολυτελή ανεξάρτητη συσκευασία. Ο Βερν έγραψε τον μεγαλύτερο όγκο των μυθιστορημάτων του υπό την καθοδήγηση του Hetzel, που πολλές φορές –ειδικά τα πρώτα χρόνια της συνεργασίας τους– είχε ως αποτέλεσμα να αλλάζει η αρχική μορφή των έργων σχεδόν ολοκληρωτικά. Παρόλα αυτά, η συνεργασία τους είχε θετικά αποτελέσματα, μιας και ο Βερν πλέον μπορούσε να προσηλωθεί στο έργο του ανενόχλητος. Τότε είναι που έγραψε τα πιο γνωστά του μυθιστορήματά: Voyage au centre de la Terre (Ταξίδι στο Κέντρο της Γης), 1864, De la Terre à la Lune (Από τη Γη στο Φεγγάρι), 1865, Vingt mille lieues sous les mers (20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα), 1870 και Le tour du monde en quatre-vingts jours (Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες), πρωτοεμφανιζόμενο στο Le Temps, 1872. Αυτό, όπως και το έργο του Michel Strogoff (σε συν-συγγραφή με τον Adolphe d'Ennery), 1876, μεταφέρθηκαν και στο σανίδι με επιτυχία πολλές φορές, και απέφεραν πολύ μεγάλα κέρδη στον συγγραφέα.

Το 1867, ο Βερν απέκτησε ένα μικρό πλοίο, το Saint-Michel, με σκοπό να πραγματοποιήσει το μεγάλο του απωθημένο: να σαλπάρει στην ανοιχτή θάλασσα, το οποίο και έκανε, ταξιδεύοντας σε όλη την Ευρώπη για αρκετά χρόνια, παράλληλα με τη συγγραφική του δράση.

Χρίστηκε Ιππότης της Legion d'honneur (Λεγεώνα της Τιμής) το 1870 και Αξιωματικός στη Λεγεώνα το 1892. Μετά τον θάνατο της μητέρας του και του Hetzel (1886), έκανε μια στροφή προς πιο σκοτεινές θεματολογίες, σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του. Το 1888 άρχισε να ασχολείται και με την πολιτική. Εξελέγη μέλος του συμβουλίου της πόλης της Amiens, όπου και πρωτοστάτησε με σημαντικές βελτιώσεις στη διαχείριση της πόλης, παραμένοντας στο πόστο για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Πέθανε στις 24 Μαρτίου 1905 στο σπίτι του στην Amiens, όντας άρρωστος λόγω διαβήτη, σε ηλικία 77 ετών.

  Art by Matt Stawicki

Art by Matt Stawicki

Απήχηση έργου και μεταφράσεις:

Το έργο του Βερν έγινε γρήγορα γνωστό και αγαπητό όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σε Αγγλία και Αμερική. Δυστυχώς, υπήρξαν διάφορες παρατυπίες από τη μεριά των επίσημων λόγιων της εποχής του, μιας και ήταν πολυγραφότατος και στο θέατρο, αλλά και ως ποιητής και δοκιμιογράφος. Η συνεχόμενη επιτυχία των έργων του και κυρίως της θεατρικής εκδοχής του Le tour du monde en quatre-vingts jours (Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες), του έδωσε, μάλλον λανθασμένα, τη φήμη του εμπορικού “παραμυθά” στενού λογοτεχνικού εύρους στους ακαδημαϊκούς κύκλους, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί το έργο του από πολλούς ως υποδεέστερο, όσον αφορά την αξία της γραφής του ως αντικείμενο σοβαρής ακαδημαϊκής μελέτης. Αυτός ο στενός ιδεολογικός “σνομπισμός” εκ μέρους συγχρόνων λογίων του, του κόστισε και τη θέση στην Académie Française (Γαλλική Ακαδημία).

Μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησαν και διάφορες ωραιοποιημένες ή και παραποιημένες  βιογραφίες του που θόλωσαν ακόμα περισσότερο τα νερά σχετικά με την ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική ποιότητα του έργου του, τα πλήρη γραπτά του άρχισαν να πέφτουν σε πωλήσεις και άρχισαν να αντικαθιστούνται από περικομμένες εκδοχές που απευθύνονταν καθαρά σε νεανικό κοινό.

Παρόλα αυτά, μερικές δεκαετίες μετά, ενδιαφέρον για το πραγματικό του έργο άρχισε και πάλι να αναδύεται. Μια ολόκληρη στρατιά σημαντικών λογίων επανεκτίμησαν και ανέλυσαν την ακαδημαϊκή αξία των γραπτών του και τον αναγνώρισαν ως σημαντική πηγή έμπνευσης, μελέτης και πρωτοποριακής χρήσης θεματικής και γλώσσας. Κάποιοι από αυτούς δημιούργησαν τη Société Jules Verne, την ακαδημαϊκή κοινότητα αφιερωμένη στη μελέτη του έργου του Βερν, και αρκετοί κατέληξαν ως καταξιωμένοι συγγραφείς της avante garde σκηνής και του σουρρεαλιστικού κινήματος. Μετά το 1960, η φήμη του Βερν εκτοξεύτηκε και πάλι στα ύψη στην Γαλλία, κυρίως λόγω των τότε σοβαρών μελετών και αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν από λόγιους και μελετητές που θαύμαζαν το έργο του. Μέχρι το 1978 δημιουργήθηκαν σεμινάρια (Centre culturel international de Cerisy-la-Salle) και γράφτηκαν σειρές αφιερωμάτων σε γαλλικά λογοτεχνικά ημερολόγια, καθώς και δοκίμια πάνω στην αρτιότητα, την ποιότητα και την αξία του έργου του από καταξιωμένες μορφές του χώρου, όπως οι Michel Butor, Georges Borgeaud, Marcel Brion, Pierre Versins, Michel Foucault, René Barjavel, Marcel Lecomte, Francis Lacassin, και Michel Serres. Τα πλήρη έργα του επανακυκλοφόρησαν στην αγορά με ανανεωμένη επιτυχία και από τότε απολαμβάνει μια σταθερή θέση στο πάνθεο των κλασικών Γάλλων συγγραφέων ανά την Ευρώπη.

Όσον αφορά την αγγλόφωνη αγορά, η λογοτεχνική αξία του έργου του άργησε να επανεκτιμηθεί, κυρίως λόγω των βιαστικών και κακής ποιότητας μεταφράσεων που υπήρχαν σχεδόν από την αρχή, καθώς και της προσπάθειας των Άγγλων και Αμερικάνων εκδοτών να εστιάσουν κυρίως σε νεανικά κοινά, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές τα έργα του να πετσοκόβονται και να παραλλάσσονται σε τέτοιο βαθμό, που έχαναν όλη τους την αρχική ουσία και ομορφιά. Το ίδιο ίσχυε και για τους αγγλόφωνους λόγιους, που για πολύ καιρό είχαν κατατάξει τον Βερν ως συγγραφέα genre fiction για παιδιά, με μια αφελή αγάπη προς την επιστήμη και την τεχνολογία, χωρίς να δίνουν περαιτέρω σημασία στο έργο του. Αυτό άλλαξε μετά το 1980, όταν άρχισαν να γίνονται πιο σοβαρές μεταφράσεις και μελέτες των γραπτών του και στην αγγλική γλώσσα.

 

  Art by Nick Deligaris

Art by Nick Deligaris

Όραμα:

Η τεχνολογική έκρηξη του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, καθώς και οι γνωριμίες που έκανε με διάφορους λόγιους και ερευνητές της εποχής, προμήθευσαν τον Βερν με το απαραίτητο υλικό για πολλά από τα έργα του. Στα μυθιστορήματά του μιλά για υποβρύχια, ιπτάμενες μηχανές, ουρανοξύστες, για την κατάκτηση της Σελήνης, εμπνέοντας και αυτός με τη σειρά του νεότερους και σύγχρονούς του επιστήμονες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, στόχος του ήταν να “απεικονίσει τη γη, αλλά όχι μόνο τη γη  –όλο το σύμπαν”. Και μάλιστα, με ένα τρόπο γραφής που να είναι ιδεατά κομψός σε στυλ. Ουσιαστικά, το αξιοθαύμαστο όσον αφορά το έργο του Βερν, έγκειται στο γεγονός ότι συντέλεσε στο να μεταβεί η προσοχή του ευρύτερου κοινού σε επιστημονικούς κλάδους ως πηγή έμπνευσης, έρευνας και εξέλιξης, κάτι που μέχρι πρότινος ήταν προνόμιο λίγων, κλειστών και εκλεκτών κύκλων. Μιας και ο τρόπος γραφής του ήταν απλός και κατανοητός, αλλά παράλληλα εξονυχιστικός και προσεγμένος όσον αφορά την έρευνα, τη δομή, τη χροιά και τη ροή της γλώσσας, μπορούσε να μεταδώσει στο κοινό του αυτά που έγραφε με έναν αέρα αληθοφάνειας, διανθισμένο με το άρωμα της περιπέτειας, που ήταν βασικά συστατικά έμπνευσης για μια τεχνολογικά εκκολαπτόμενη κοινωνία, που ακόμα ανακάλυπτε εκείνη την εποχή, που στέκεται σε σχέση με όλα αυτά –ειδικά μετά το τέλος των Ναπολεόντιων πολέμων.

Ο Βερν έγραψε για αεροπορικά και διαστημικά ταξίδια πριν εφευρεθούν πρακτικά τα αεροπλάνα και πριν επινοηθούν τα μέσα για ένα διαστημικό ταξίδι. Είναι ο δεύτερος πιο μεταφρασμένος συγγραφέας στον κόσμο μετά την Agatha Christie. Πολλά από τα βιβλία του έχουν εμπνεύσει κινηματογραφικές ταινίες, κινούμενα σχέδια, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικά. Ο Βερν αναφέρεται συχνά ως ο “Πατέρας της Επιστημονικής Φαντασίας”, τίτλο που μερικές φορές μοιράζεται με τον H. G. Wells και τον Hugo Gernsback.

Αναφορικά, μερικοί μόνο από τους συγγραφείς τους οποίους ενέπνευσε το έργο του Βερν είναι οι: Roland Barthes, Paul Claudel, Jean Cocteau, François Mauriac, Raymond Roussel, Claude Roy, Antoine Saint-Exupéry και Jean-Paul Sartre κ.α., ενώ στους εξερευνητές και επιστήμονες συγκαταλέγονται οι Richard E. Byrd, Yuri Gagarin, Simon Lake, Hubert Lyautey, Guglielmo Marconi, Fridtjof Nansen, και Wernher von Braun.

 

Πηγές:

Ελληνικοί σύνδεσμοι:

Wikipedia

Μηχανή του Χρόνου

Αγγλικοί σύνδεσμοι:

Βιβλιογραφία:

Ξένη βιβλιογραφία:

Wikipedia

JV org

Gutenberg

Web Archive

 

Ελληνική βιβλιογραφία:

10 Αθάνατα έργα του Ιουλίου Βερν, Βερν Ιούλιος, Σειρά ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ, 1980

 

Ταινίες – σειρές:

JulesVerne.ca

Wikipedia

IMDB 1

IMDB 2

Εφευρέσεις εμπνευσμένες από το έργο του Βερν:

NationalGeographic.com

Cover art by Matt Stawicki