Οι Πύλες των Κόσμων – εξερευνώντας φανταστικές κοσμοπλασίες

Οι Πύλες των Κόσμων ξεδιπλώνουν κοσμογονίες και τις ιστορίες που κρύβονται στις φανταστικές αυτές γαίες. Είναι ένα είδος Χρονικών διαφόρων κόσμων με σκοπό την προώθηση και την εξερεύνησή τους από τους λάτρεις του Φανταστικού.

Σχέδιο - Χαρίδημος Μπιτσακάκης

Σχέδιο - Χαρίδημος Μπιτσακάκης

Εισαγωγή στον κόσμο της Βιτάλλια

Η Βιτάλλια είναι ένας φανταστικός κόσμος που δημιουργήθηκε από τον Άγγελο Κυπριανό στο πλαίσιο του επιτραπέζιου παιχνιδιού Ρόλων και Φαντασίας (RPG) με τίτλο “Meteor Tales”, φτιαγμένο επίσης από τον ίδιο. Στη λογοτεχνία του Φανταστικού, ο Άγγελος έχει χρησιμοποιήσει τον κόσμο της Βιτάλλια για να τοποθετήσει μέσα το μυθιστόρημα Το Ναυάγιο της Καράντρα.

Η Βιτάλλια βρίσκεται στο τέλος της 4ης εποχής της, 2000 χρόνια μετά τα σημαντικότερα γεγονότα που σφυρηλάτησαν τις γαίες της και έδωσαν πνοή στα σημερινά βασίλεια. Ένας πολεμιστής αναζητά απαντήσεις για τις ιστορίες πίσω από τους θρύλους των περασμένων αιώνων και συναντιέται με την Αράνα του Αντεάν, μια γριά γυναίκα που φημολογείται ότι περπάτησε στο κατώφλι των Θεών. Σε αυτήν τη συνάντηση, κάτω από τον έναστρο ουρανό ενός χωριού χτισμένου πάνω σε έναν βράχο, η Αράνα του Αντεάν ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών της και επιστρέφει στην 1η Εποχή της Βιτάλλια.

 

Η 1η εποχή της Βιτάλλια

Από την Αράνα του Αντεάν.

«Επίτρεψέ μου να σου μιλήσω για την Εποχή του Κυνηγού Ίαν Ορόρο», είπε η γριά πολεμίστρια και κάθισε πάνω στον λείο βράχο δυσανασχετώντας. Το γέρικο σκαρί της κούρνιασε σε μια άβολη γωνία καθώς το πρόσωπό της ζάρωσε σαν παλιός χάρτης. Υπήρχε μια σπίθα ζωής στα μάτια της, όμως, που την έκαναν να μοιάζει νεότερη, αψηφώντας τον χρόνο, σε πείσμα με το υπόλοιπο κορμί της. Ο Ίαν κάθισε απέναντί της ακουμπώντας τα χέρια πάνω στα γόνατά του και κρεμώντας το κεφάλι του σε αναμονή για την ιστορία της. Η γυναίκα έλυσε το ξίφος από το ζωνάρι της και το ακούμπησε στο έδαφος δίπλα της με μια ήπια κίνηση αργή, σχεδόν τελετουργική. Έπειτα έλυσε τη πολεμική κοτσίδα της και άφησε ένα πλούσιο κουβάρι λευκών μαλλιών να πέσουν μέχρι τη μέση της σαν νιφάδες χιονιού.

 

Ο αέρας φυσούσε απαλά μέσα από τις σχισμές των βράχων εκείνο το βράδυ πάνω από το χωριό Βάιλαξ, που ήταν χτισμένο ψηλά πάνω στις πέτρες, σαν σπάνιο λουλούδι που φυτρώνει μέσα από τις κακουχίες. Η Κόκκινη Έρημος της Ντραγκόρια τους αγκάλιαζε σαν λαίλαπα φωτιάς, αφήνοντας ένα ψήγμα ζωής στο κέντρο, ένα μικρό χωριό-όαση που προσέδιδε χρώμα στην ατέλειωτη ξερή γη. Εκείνο το βράδυ, λίγες μέρες πριν από το τέλος του καλοκαιριού, ο Ίαν Ορόρο, πολεμιστής της Ντραγκόρια, θα μάθαινε επιτέλους για τις ιστορίες που όλο και λιγότεροι πολεμιστές ήξεραν, καθώς η γνώση περνούσε από στόμα σε στόμα και πετούσε με τον αέρα μακριά από την ασφάλεια του στεγνού μελανιού. Μόνο εκείνη, η γηραιά πολεμίστρια Αράνα μπορούσε να του μιλήσει για την εποχή του Κυνηγού με αξιοπιστία και πολύτιμες λεπτομέρειες, διότι εκείνη, αντίθετα με όλους τους άλλους, ήταν εκεί, πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια πριν και τώρα, στο λυκόφως της ζωής της, ο Ίαν την είχε βρει και κρεμόταν από τα χείλη της.

«Μπορεί να μην το γνωρίζεις νεαρέ, αλλά εκτός από εμένα και τη Λορν του Λέοντα, υπήρχαν και άλλες πανίσχυρες γυναίκες σε αυτόν τον κόσμο‧ όχι από την Ντραγκόρια μόνο, γιατί τότε δεν υπήρχε αυτή η χώρα, ούτε τα καψαλισμένα σπίτια μας στις κορφές των κόκκινων βράχων, πριν το πέρασμα τον δράκων, πριν ο λαός μας καταφύγει στις άγριες αυτές ευλογημένες βουνοκορφές. Υπήρχαν τρεις γυναίκες και ήταν τα πρώτα πλάσματα που πάτησαν πάνω στη Βιτάλλια». Ο Ίαν συνοφρυώθηκε, φαντάστηκε το παρθένο τοπίο της Βιτάλλια, ήσυχο και μόνο να πάλλεται γαλήνια στη μελωδία των ανέμων και τον ποταμών της μέχρι τα πρώτα χνάρια να παραβιάσουν τη σιωπή, σαν βαριά ίχνη στην άμμο μιας έρημης παραλίας. «Η Βιτάλλια ήταν ένας ξερός βράχος που έπλεε στο σύμπαν νεαρέ, μακριά από τα πάντα, δίχως ζωή, ώσπου ένας Μετεωρίτης από το μακρινό Πάνθεον συγκρούστηκε με τον μοναχικό αυτό βράχο και πότισε ζωή στα σπλάχνα του, δημιουργώντας αυτά που βλέπεις γύρω σου». Τα χέρια της Αράνα άνοιξαν αγκαλιάζοντας μια αόρατη σφαίρα μπροστά της, η αφήγησή της ταξίδευε και τους δυο τους πίσω στον χρόνο. «Εκεί που ρίζωσε ο Μετεωρίτης κρύβεται και η αρχή της ιστορίας μας. Στον Κρατήρα, στον κέντρο του κόσμου, η ενέργεια του Πάνθεον κύλησε σαν αίμα μέσα στις φλέβες της γης και το νέκταρ αυτό παραήταν πολύτιμο και ισχυρό για να αγνοηθεί και έτσι, τράβηξε την προσοχή τριών επισκεπτών, προσέλκυσε τις τρεις πρώτες Θεές που πάτησαν στη Βιτάλλια». Ίσιωσε τη πλάτη της και ο Ίαν άκουσε τις αρθρώσεις της να κροταλίζουν σε διαμαρτυρία. «Η δύναμή τους ήταν τόσο ισχυρή όσο και η μύτη τους νεαρέ και αλίμονο, η περιέργεια τους ακόμα μεγαλύτερη! Δεν μπορούσαν, βλέπεις, να αγνοήσουν την ενέργεια που ανέβλυζε από τα έγκατα της γης, τους καλούσε όπως το μέλι την αρκούδα. Αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν τον σκληρό φλοιό της και έτσι, έμεναν να περιμένουν από έξω σαν παιδιά που ακουμπούν το πρόσωπό τους στην τζαμαρία ενός μαγαζιού». Ο Ίαν της χάρισε μισό χαμόγελο. «Τότε αναγκάστηκαν να καλέσουν βοήθεια και ένας τεχνίτης Θεός απάντησε στο κάλεσμα, και μαζί άρχισαν να σκάβουν και να σχεδιάζουν και να προσπαθούν να φτάσουν στον πυρήνα -ήταν θέμα χρόνου πια». Το βλέμμα της σκοτείνιασε κάτω από ένα επικριτικό πέπλο, αλλά πέρασε σαν βιαστικό σύννεφο και το πρόσωπό της φώτισε ξανά. «Καθώς τα χρόνια περνούσαν Ίαν, όλο και περισσότερα κατέφθαναν στον κόσμο και βοηθούσαν τη μεγάλη αυτή ανασκαφή, σαν όρνεα πάνω από το κουφάρι, αλλά η γη δεν ήταν νεκρή και άρχισε να ενοχλείται». Ο Ίαν ξεροκατάπιε. Έλυσε και αυτός το σπαθί του και το άφησε μεθοδικά δίπλα του για να βολευτεί καλύτερα στη θέση του.

«Μια μέρα, ο πλανήτης αντέδρασε», είπε ψυχρά η Αράνα. «Σείστηκε η γη και κορδώθηκαν τα δέντρα σαν μια τεράστια ανατριχίλα να διαπέρασε όλη τη σπονδυλική της στήλη. Κοιμόταν, βλέπεις, και τώρα πια είχε ξυπνήσει». Ο Ίαν γούρλωσε τα μάτια του με ενθουσιασμό.

«Το Σέντινελ», συμπλήρωσε, και η Αράνα έγνεψε.

«Όλοι το ξέρουν αυτό, έχεις δίκιο, σε βαραίνω με λεπτομέρειες που μπορείς να διαβάσεις στη βιβλιοθήκη κάθε χωριού». Ο Ίαν τέντωσε το χέρι του.

«Όχι…» τη διέκοψε. «Εγώ δεν ήθελα να σε κάνω να βιαστείς…»

Η Αράνα χαμογέλασε‧ μια σειρά από όμορφα δόντια φώτισαν την έκφρασή της. «Μην αγχώνεσαι, νεαρέ», τον καθησύχασε. «Όπως και να έχει, όλοι ξέρουν τη συνέχεια. Ο πλανήτης ξύπνησε και πήρε τη μορφή ενός τεράστιου Τιτάνα φτιαγμένου από όλα τα στοιχεία, το πλάσμα Σέντινελ ορθώθηκε μπροστά στους επισκέπτες για να αντιμετωπίσει την αλαζονεία και την παραβίασή τους, και έτσι ξεκίνησε. Αυτή ήταν η σπίθα που πυροδότησε την ξακουστή Μάχη Των Θεών».

Έκλεισε τα μάτια της και αφουγκράστηκε το δροσερό αεράκι που πέρασε μέσα από την μπλούζα της. Φούσκωσε το στήθος της και σκέφτηκε πως ο χειμώνας κοντοζύγωνε, και οι ημέρες που θα μπορούσε να κάθεται στην ύπαιθρο και να αφηγείται τα μυστικά του κόσμου έφταναν στο τέλος τους. Ίσως το τέλος να πλησίαζε γενικά για την ίδια. Χαμογέλασε.

Σχέδιο - Χαρίδημος Μπιτσακάκης

Σχέδιο - Χαρίδημος Μπιτσακάκης

«Το Σέντινελ δημιούργησε τις φυλές, τα ζώα και τα τέρατα, Ίαν, όλους μας, ό,τι βλέπεις γύρω σου από την αυγή του χρόνου αυτού του κόσμου, είμαστε όλοι τα παιδιά του Σέντινελ και μέσα από τη γενναιοδωρία του και την περίτεχνη δημιουργία του, περπατήσαμε με τη σειρά μας αυτά τα εδάφη». Τα μάτια του Ίαν έλαμψαν κάτω από το γεμάτο φεγγάρι. Ένα μέρος του ζήλευε. Θαύμαζε τη χάρη της σοφής γυναίκας απέναντί του και μπορούσε να δει την ιστορία που άκουγε σαν όραμα μπροστά του. «Είσαι παιδί του Σέντινελ!» είπε με ενθουσιασμό. Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της «Όχι. όχι… αν εννοείς πρώτη γενιά, όχι. Αλλά η μητέρα μου ήταν, και για αυτό η φλόγα στο στέρνο μου με κράτησε ζωντανή όλους αυτούς τους αιώνες. Ήμουν εκεί, ναι… στη μεγάλη μάχη, αλλά αυτό το ξέρεις ήδη, για αυτό άλλωστε είμαστε εδώ». Ο Ίαν δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτά τα σχόλια. Βυθίστηκε μέσα στα μάτια της, που έμοιαζαν με γαλάζια πετράδια, και περίμενε.

«Πες μου για τη μάχη», την παρότρυνε. Η Αράνα έγνεψε ψυχρά.

«Η δική μας μάχη ήρθε αρκετά αργότερα, όπως θα φαντάζεσαι. Η μάχη των Θεών κράτησε χρόνια και ήταν φρικτή ακόμα και πριν την έλευση του Αρμαγεδδώνα. Οι Θεοί σφυρηλατούσαν τις κορφές του κόσμου και το Σέντινελ πολεμούσε ασταμάτητα ενάντια σε άνισες δυνάμεις. Οι φυλές και τα πλάσματα που δημιούργησε είχαν ξεχυθεί στον κόσμο, και ως έρμαια της δικής τους βούλησης, δεν ήταν πάντα στο πλευρό του. Παρ’ όλ’ αυτά, τα χρόνια περνούσαν και οι λαοί, όπως και όλος ο πλανήτης, αιμορραγούσαν, και όλοι ήλπιζαν σε μια αλλαγή που θα έφερνε την ισορροπία. Και τότε, όπως εύστοχα αναφέρουν οι γραφές, οι τέσσερις πρώτοι μάγοι της Βιτάλλια άνοιξαν μια πύλη και τράβηξαν στον κόσμο μια νέα δύναμη, τον Νεντέλ τον Κυνηγό Ιππότη, ένα μαύρο φίδι που θα δάγκωνε την καρδιά του πολέμου, με την ελπίδα ότι το δηλητήριό του θα ήταν αρκετό για να σταματήσει την τρέλα των υπολοίπων». Η Αράνα απέστρεψε το βλέμμα της και έφτυσε στο έδαφος. Η ιστορία είχε πάρει μια γνώριμη υφή και ακουμπούσε τη σάρκα της πιέζοντάς τη με γνώριμο βάρος. Σε μια στιγμή, η γυναίκα φάνηκε ακόμα μεγαλύτερη σε ηλικία.

«Ήσουν εκεί;» ρώτησε ο Ίαν. «Στη μάχη με τον Κυνηγό, εννοώ». Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά και ο νεαρός ξεροκατάπιε. «Πρέπει να καταλάβεις Ίαν, ότι μέχρι να φτάσει εκείνη η στιγμή, είχαν περάσει πολλά χρόνια. Οι λαοί είχαν συσπειρωθεί και σχημάτιζαν παρατάξεις. Κάποιοι βάδιζαν στο πλευρό των Θεών, κάποιοι στου Σέντινελ και κάποιοι ακόμα και στου Νεντέλ, του ίδιου του Κυνηγού που ονομάστηκε Αρμαγεδδών». Ο Ίαν ρουθούνισε με ένα μειδίαμα.

«Όπως και τώρα, δηλαδή», τη διέκοψε. Η Αράνα έγειρε το κεφάλι της.

«Σχεδόν», παραδέχτηκε. «Με τη διαφορά ότι τότε περπατούσαμε όντως στο πλάι των Θεών, Ίαν». Το χαμόγελό της έκανε το αίμα του να παγώσει. «Ήταν εκεί, μαζί μας, και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν ένα νεαρό κορίτσι όταν τα νέα έφτασαν στα αυτιά μας. Οι Θεοί βαδίζουν στη μάχη και καλούν εμάς τους θνητούς μαζί τους! Φαντάσου  πώς είναι να το νιώθεις αυτό!» Η φωνή της έσπασε λίγο καθώς βάδιζε σε λεπτά συναισθήματα. «Το όνειρο κάθε πολεμιστή. Ήμασταν εδώ, σε αυτά τα μέρη ξέρεις, παρότι η Ντραγκόρια δεν υπήρχε καν ούτε σαν ιδέα, αλλά υπήρχαν άνθρωποι σε αυτά τα ξερά μέρη όπου η φύση ξεπετάγεται όπου θαρρεί αυτή πως πρέπει, και σε τυφλώνει με μια εικόνα απαράμιλλης ομορφιάς, για να σου θυμίσει ότι μέσα στα πετρώματα υπάρχουν διαμάντια, μέσα στην άμμο, υπάρχουν πηγές. Όταν τα νέα έφτασαν μαζευτήκαμε όλοι και αποφασίσαμε να διασχίσουμε τα Βουνά του Λέοντα και να βρούμε τις στρατιές που είχαν παραταχθεί στο σημερινό Λόθεν. Εκεί θα μπορούσαμε και εμείς να μοιραστούμε τη διαδρομή ως το μέρος που ονομάστηκε “Το Μονοπάτι των Νεκρών Θεών”, εκεί που διεξήχθη η πιο σφοδρή μάχη της ιστορίας αυτού του κόσμου». Ο Ίαν πήρε μια μεγάλη ανάσα. Είχε βιώσει και αυτός μεγάλες μάχες, όχι τέτοιου βεληνεκούς φυσικά, άλλα είχε σίγουρα το μερτικό του. Ήταν βετεράνος ενός άγριου πολέμου στο Άρμοργκραντ, είχε γυρίσει ζωντανός από αμέτρητες σφοδρές μάχες ενάντια στους γιγαντοκτόνους Μπρούτγκορ, τη φυλή της Νότιας Ερήμου, και γι’ αυτό ήταν ευγνώμων και περήφανος συνάμα. Η Αράνα συνέχισε.

«Ήταν πανέμορφα, Ίαν. Περπατήσαμε κάτω από ανθισμένες αμυγδαλιές στα κακοτράχαλα εδάφη που οδηγούσαν στα περάσματα των βουνών. Φτιάξαμε φυλακτά από αντικείμενα δικών μας ανθρώπων που μας έδωσαν την ευχή και την αγάπη τους πριν από μια μάχη που δεν θα είχε γυρισμό. Συζητούσαμε για τη χάρη της μάχης, τη δόξα, την τέχνη του πολέμου που έσφυζε μέσα μας και κούναγε τα κόκαλά μας‧ήμασταν πολεμιστές, Ίαν και η φωτιά μέσα μας έκαιγε δυνατά, δεν υπήρχε φόβος. Ή τουλάχιστον… Δεν ξέραμε τι σημαίνει φόβος, μέχρι που φτάσαμε εκείνη την ημέρα στον λόφο του Αντεάν». Το βλέμμα της σκοτείνιασε. Ο Ίαν ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται μία μία στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων της. «Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει».

Η Αράνα έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε σε μια διαλογιστική σιωπή. Το κορμί της στεκόταν σαν κερί που έλαμπε κάτω από το φως των αστεριών. Οι ρυτίδες χάραζαν το πρόσωπό της σαν παραπόταμοι και διέγραφαν την πορεία τους στο ασθενικό, αλλά συνάμα ανθεκτικό στον χρόνο σκαρί της. Ο άνεμος ψιθύρισε ανάμεσά τους και σήκωσε την κορδέλα που είχε πέσει από τη λυμένη της κοτσίδα. Με μια απαλή κίνηση κούνησε το χέρι της και την έπιασε στον αέρα. Άνοιξε τα μάτια της και βρήκε τα στρογγυλά μάτια του Ίαν να αδημονούν. Το στόμα της σάλεψε, αλλά οι λέξεις άργησαν για μια στιγμή, σαν να φοβούνταν μήπως τους ακούσει ο άνεμος και φτάσουν σε λάθος αυτιά. «Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει...» είπε πάλι βραχνά.

»Σάρκες και σάρκες διάσπαρτες...» τα λόγια γλίστρησαν σαν κεραυνός, καθώς τα μάτια της στένεψαν στην ανάμνηση. «Κουφάρια πεταμένα στις παρυφές του λόφου, αίμα και σάρκα και κόκαλο και σίδερο και ύφασμα και καμένα μαλλιά, ένα κουφάρι φρίκης που ξετυλιγόταν μπροστά μας σαν κόκκινο χαλί και μας προετοίμαζε για την αβάσταχτη αλήθεια της μάχης των Θεών. Εκεί που ο μανδύας του Κυνηγού έπεφτε από την κορυφή του λόφου σαν πέπλο πλεγμένο από εφιάλτες, αραχνοΰφαντα κουβάρια σκοταδιού που σκέπαζαν τον ουρανό από πάνω μας, εκεί που ο ορίζοντας έβρισκε τη γιγαντόσωμη μορφή ενός Μαύρου Ιππότη που πολεμούσε με τη δύναμη δεκάδων Θεών απέναντι στην αγανάκτηση ενός ολόκληρου πλανήτη! Σε αυτές τις πλαγιές πολεμούσαμε και εμείς και είδαμε με τα μάτια μας τόσα, που οι άνθρωποι σήμερα δεν θα πίστευαν ποτέ, και δεν τους αδικώ. Πώς μπορείς να περιγράψεις σε έναν χωρικό ή έναν έμπορο τη στιγμή που ο Ιππότης Θεός Αρκάλλις κράδαινε το Ρίθιουμ απέναντι στον Νεντέλ και τους δαίμονες που τραβούσε σκίζοντας τη διάστασή μας σαν χαρτί, καθώς τους έφερνε στον κόσμο; Αλλά εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ, γιατί κανείς από εμάς δεν θα είχε ζήσει, αν δεν είχαμε δει εκείνη την επίθεση. Ήταν η στιγμή, βλέπεις, που το ηθικό όλων μας αναπτερώθηκε». Ο Ίαν είδε ένα μελαγχολικό χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη της.

«Η επίθεση του Αρκάλλις;» ρώτησε για επιβεβαίωση και αυτή συμφώνησε.

«Έπρεπε να τον δεις Ίαν, το ξίφος σφύριξε στον αέρα και το ατσάλι τραγούδησε, τράβηξε το πρώτο αίμα από τον Κυνηγό και αμέσως το Ρίθιουμ τυλίχτηκε στις φλόγες! Όλοι ουρλιάξαμε εκστατικοί μπροστά σε αυτόν τον οιωνό θριάμβου! Ο Αρκάλλις συνέχισε τα χτυπήματά του το ένα μετά το άλλο και στάθηκε επάξια μπροστά στον Νεντέλ, παρότι υστερούσε σε δύναμη και μέγεθος σημαντικά. Ο Νεντέλ τον κατατρόπωσε, φυσικά, η δύναμη της σπείρας έτρεχε στο αίμα του, δεν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να του εναντιωθεί για πολύ. Ο Αρκάλλις αναγκάστηκε να υποχωρήσει για να γλείψει τις πληγές του στις ιαματικές πηγές του Λόθεν. Ήταν ένα συνονθύλευμα από πέτρινα και ξύλινα σπίτια τότε το βασίλειο του Λέοντα, αλλά ο οίκος των Γουάιτσιλντ είχε ήδη ξεκινήσει. Τις ονόμαζαν τότε, Πόλεις των Ιπποτών, το Λόθεν, το βασίλειο που τράβηξε τη προσοχή των Θεών». Ο Ίαν δεν συμμεριζόταν την έχθρα που νιώθουν οι περισσότεροι Ντραγκόριανς για τους κατοίκους του Λόθεν. Ο πατέρας του, άλλωστε, είχε καταγωγή από εκεί, αλλά ο Μεθυσμένος Ιππότης δεν ήταν καθόλου κοντά στο παραδοσιακό πρότυπο ενός ιππότη του Λέοντα.

«Τον γνώρισες;» ρώτησε ο Ίαν και η Αράνα έσμιξε τα φρύδια της με απορία. «Τον Βέοντ Γουάιτσιλντ;»  Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά.

«Ο Πατέρας των αντρών και ο αδερφός των Θεών!» τόνισε με μια πινελιά θριάμβου αποτυπωμένη στο στόμα της. «Ναι, ήταν σπουδαίος άντρας, άχαρος πολεμιστής, αλλά γενναίος σίγουρα, κέρδισε το όνομα του Λέοντα επάξια. Την ημέρα που σκότωσε το Αθάνατο Λιοντάρι στα βουνά, οι κάτοικοι του Λόθεν έκαναν θυσίες στο όνομά του. Περίμεναν ώρες ατέλειωτες για να τον δουν από κοντά, να φιλήσουν τη λευκή ασπίδα του και να τον αγκαλιάσουν. Γυναίκες αντάλλασσαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν για μια σταγόνα από το αίμα της ασπίδας, πίστευαν βλέπεις ότι θα θεράπευε τα παιδιά τους ή θα τους προστάτευε από τη μανία των Θεών. Δεν είχαν πολύ άδικο‧ αν δεν ήταν ο Βέοντ, ο κόσμος μας δεν θα είχε οργανωθεί επάξια στο πλάι των Θεών». Σταμάτησε για λίγο, καθώς φάνηκε να δυσκολεύεται να αρθρώσει τις λέξεις της. «Ήταν πραγματικά μια εποχή ηρώων, Ίαν».  Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της και έφτασε στην πέτρα μετά από μια ατέλειωτη στιγμή. Ο Ίαν κοιτούσε αποσβολωμένος. «Δεν μπορώ να το θυμάμαι χωρίς να πονάω… Κανείς δεν μπορεί…» Τα λόγια της ήταν ψίθυροι, αλλά ακούγονταν σαν σφυριά στη νεκρική σιγή που είχε προκαλέσει το δέος της ιστορίας. Υπήρχε μόνο η φωνή της και ο άνεμος σε μια σειρά από προτάσεις μεταξύ τους. «Πόσοι έτρεξαν τότε, πόσοι πέθαναν στην όψη του και μόνο, πόσοι έπεσαν στα γόνατα νιώθοντας την απόγνωση να γρατζουνάει τα σωθικά τους, να σπάει τα κόκαλα της ψυχής τους, να ριζώνει στα σπλάχνα τους. Πόσοι;» Ο Ίαν τη κοιτούσε με μάτια που γυάλιζαν σαν δύο μεγάλες σταγόνες νερού. Οι παλάμες του είχαν ιδρώσει, σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι του. «Ανεβήκαμε τον λόφο με τη σειρά μας», είπε και τον κοίταξε. «Κραδαίναμε σπαθιά και χιμήξαμε στη μάχη. Ήταν η μάχη μας Ίαν, μας αφορούσε όλους, δεν μπορούσαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα μας. Κρατούσα τόσο σφιχτά το φυλαχτό στο χέρι μου, που μου άφησε ένα σημάδι που κράτησε για χρόνια. Όσο και να προσπαθήσω, δεν μπορώ να σου περιγράψω τι βιώσαμε όλα εκείνα τα χρόνια. Θα ήταν αδύνατον, άδικο κιόλας. Θυμάμαι σχεδόν τα πάντα, ή έτσι νομίζω έστω, γιατί ο χρόνος είναι κλέφτης και θαρρώ, ακόμα και αν στύψω το μυαλό μου, οι αναμνήσεις που θα μου έρθουν από τα χρόνια του Πολέμου θα είναι απλά θραύσματα από στιγμές, σαν κεφάλαια από βιβλία με τυφλά σημεία ανάμεσα». Ο Ίαν έσπασε τη σιωπή του.

«Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Έστω κάτι ακόμα. Εικόνες…»

Η Αράνα χαμογέλασε.

«Εικόνες», επανέλαβε. «Ψεύτρες και αυτές; Όχι, δεν νομίζω. Οι εικόνες σκαλίζουν το κεφάλι και φωλιάζουν εκεί μέχρι να πεθάνουμε. Πρέπει να τις εμπιστευόμαστε». Ο Ίαν έγνεψε ικανοποιημένος. «Υπήρχαν μέρες που κοιμόμασταν πίσω από βράχια καθώς ακούγαμε το τεράστιο ξίφος του ιππότη να διαμελίζει στρατιές μόλις λίγα μέτρα μακριά μας. Οι ψυχές των ανθρώπων ούρλιαζαν καθώς έφευγαν βίαια από τα σώματά τους, μόνο για να φυλακιστούν στον μανδύα του Κυνηγού σαν πρόσωπα στον τοίχο που διακοσμούν μια αίθουσα. Υπήρχαν πολλά πρόσωπα εκεί, Ίαν», μίλησε με τρεμουλιαστή φωνή που σύντομα έγινε κλάμα. «Πρόσωπα φίλων, πολεμιστών, αγαπημένων και εραστών, πρόσωπα Θεών ακόμα». Ο Ίαν τινάχτηκε στο άκουσμά τους. «Φυσικά, τι νόμιζες; Κανείς δεν γλίτωνε από τον Κυνηγό, νεαρέ. Πολεμούσαν μαζί μας, λίγο ψηλότεροι από μας, άλλοι μεγαλύτεροι ακόμα και από πύργους, αλλά κανείς σαν τον Κυνηγό, το πλάσμα της μακρινής διάστασης Ατράμ που ήρθε να στοιχειώσει τα όνειρά μας. Τον πολεμήσαμε όμως, και παρότι πιστεύαμε όλοι σε έναν σίγουρο θάνατο, αυτός δεν ήρθε ποτέ για μερικούς από εμάς. Όταν ο πόλεμος ήταν απλά η αρχή και το τέλος της ημέρας, όταν το σπαθί ήταν πιο γνώριμο από το ίδιο μας το χέρι, τότε τέλειωσε ο πόλεμος».

Σιωπή απλώθηκε ξανά στον ουρανό πάνω από το Βάιλαξ, μια νεκρική σιγή που απέπνεε σεβασμό -ή έτσι φαινόταν στον Ίαν, που βρισκόταν πια ανήμπορος ενώπιον της ιστορίας.

«Πώς τέλειωσε;» ρώτησε. Η Αράνα σήκωσε τους ώμους της.

«Ο Κυνηγός έχανε έδαφος μέρα με τη μέρα, αλλά καμιά δύναμη δεν θα τον νικούσε, δεν γινόταν. Οι Θεοί δούλεψαν μαζί με το Σέντινελ. Ήταν τότε που δημιούργησαν το ξακουστό Κεχριμπαρένιο Τείχος, το Κελί που φυλάκισε τον Νεντέλ στη Δύση, παίρνοντας μαζί χιλιάδες αθώες ζωές και τις ψυχές τους». Ο Ίαν είχε ακούσει τις ιστορίες. Όλος ο γνωστός Δυτικός κόσμος υπήρξε εγκλωβισμένος στο Κελί για εκατοντάδες χρόνια.

«Μια σπουδαία νίκη», πρόσθεσε απρόσεκτα και η Αράνα κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά.

«Μια αναγκαία νίκη, αλλά καθόλου σπουδαία νεαρέ». Ο Ίαν ξεροκατάπιε πάλι. «Οι απώλειες ήταν αμέτρητες και θα συνεχίζονταν να είναι για πολλά χρόνια, μιας και το Κελί είχε καταπιεί μια ήπειρο ολόκληρη και είχε παρασύρει γενιές και γενιές αθώων, μεταλλάσσοντας και καταστρέφοντας κάθε ζωτική τους ίνα. Μια απαίσια έκβαση, που όμως είχε ως αποτέλεσμα τον σταματημό εκείνου του πολέμου. Δεν γινόταν αλλιώς». Άλλη μια παύση μεσολάβησε ανάμεσά τους. «Ναι, δεν γινόταν αλλιώς...» συνέχισε να μονολογεί. «Αλλά γι’ αυτό παραμένει δύσκολη αυτή η ιστορία, Ίαν. Γι’ αυτό αρνήθηκα να σου την περιγράψω αρχικά. Διότι δεν είναι μια ιστορία δόξας και πολέμου που αναφέρεται στα τραγούδια. Κανείς βάρδος δεν βρήκε ποτέ την καρδιά να τραγουδήσει για αυτήν, από την Ντραγκόρια στη Σάρτα και από την Τρίαινα στο Ρόδο, κανείς ποτέ δεν τραγούδησε για αυτά, επειδή ήταν μια μάχη με φρίκη και ντροπή, θάνατο και θλίψη και στο τέλος, ένα πεδίο μάχης σπαρμένο με τα κόκαλα αυτών που αψήφησαν τους Θεούς. Γενναίοι πολεμιστές που βρήκαν το θάρρος εκεί που δεν είχε υπάρξει ξανά, οι πρώτοι πολεμιστές Ίαν, οι φυλές που έστρωσαν το έδαφος και σφράγισαν την Πρώτη Εποχή της Βιτάλλια. Την Εποχή του Κυνηγού…»

 

ΤΕΛΟΣ