Εγχώριες δεισιδαιμονίες, αρχαία, μυθικά όντα και παραδοσιακοί μύθοι της Ελλάδας.

  Art by http://cabotinecco.deviantart.com/

Art by http://cabotinecco.deviantart.com/

Δε θα μπορούσα ποτέ να σταχυολογήσω όλα τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας ή τις τρομακτικές ιστορίες της ελληνικής ή και βαλκανικής παράδοσης. Θα ήταν αδύνατον, δε θα χωρούσαν ούτε σ’ έναν τόμο βιβλίου, μιας και ο λαός μας, καθώς και οι γειτονικοί, σ’ αυτόν, λαοί υπήρξαν ευφάνταστοι και δημιουργικοί. Το μόνο που θα μπορούσα να αποπειραθώ, είναι να παραθέσω όσους μύθους και ιστορίες μού κάνουν εντύπωση και να παρακινήσω έτσι τους Έλληνες συγγραφείς φαντασίας να ασχοληθούν με τις δικές μας τρομακτικές ιστορίες.

Με μια μικρή υπενθύμιση όμως…

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι αληθινό! Ακόμη κι όταν βρισκόμαστε νύχτα στο κρεβάτι μας και κρυφοκοιτάζουμε τις σκιές πάνω στα έπιπλα ή τον απέναντι τοίχο, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος έτσι ώστε να φοβόμαστε το σκοτάδι. Άλλωστε, δεν είμαστε παρά οι απόγονοι των ανθρώπων των σπηλαίων που επέζησαν γιατί φοβόντουσαν και προφύλαγαν τους εαυτούς τους από τις επιθέσεις των άγριων ζώων ή των άλλων φυλών και μας κληροδότησαν τα γονίδιά τους. Ελάχιστες αλλαγές πιστεύω -χωρίς να έχω γνώσεις γενετικής ή να έχω εντρυφήσει στις επιστήμες της συμπεριφοράς- έχουν λάβει χώρα στον γενετικό μας κώδικα από τότε…

 

Στους αρχαίους ελληνικούς αλλά και ρωμαϊκούς μύθους υπάρχουν πολλές αναφορές σε δαιμονικά όντα ή αιμοδιψή φαντάσματα, καθώς και σε πρακτικές μαγείας. Ο Οδυσσέας στην περιπλάνησή του στον Άδη σφάζει πρόβατα και γύρω τους μαζεύεται πλήθος νεκρών που ζητούν να πιούν αίμα, για να θυμηθούν τον πάνω κόσμο και να μιλήσουν. Ένας από αυτούς, είναι ο μάντης Τειρεσίας που πίνοντας απ’ το αίμα των αμνών, του προφητεύει τι θα του συμβεί στο νησί τού Ήλιου, αλλά και στην Ιθάκη, και τι πρέπει να κάνει μετά τον νόστο του.

Εκάτη. Θεότητα της αρχαιοελληνικής θρησκείας και μυθολογίας που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη αμφισημία και πολυμορφία μιας και άλλοτε θεωρείται χθόνια και άλλοτε προστάτιδα της οικίας. Συχνά συγχέεται με τη Σελήνη και λατρευόταν ιδιαίτερα στη Θράκη, ενώ η λατρεία της μαρτυρείται επιγραφικά στη Θάσο και τη Μακεδονία. Θεωρείτο θεά της μαγικής τέχνης και του κάτω κόσμου και παιδί των Τιτάνων απ’ τους οποίους κληρονόμησε την ικανότητα να ελέγχει τη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό. Αναφέρεται απ’ τον Όμηρο και τον Ησίοδο, τον Αισχύλο που την παρουσιάζει ως Άρτεμη-Εκάτη και κόρη της Λητούς, τον Ευριπίδη που την περιγράφει ως προστάτιδα των μαγισσών, τον Πίνδαρό που την ονομάζει ευμενή, τον Θεόκριτο που την παρουσιάζει ως φοβερή (δασπλήτις), αλλά και από άλλους συγγραφείς ακόμη και των μεταχριστιανικών κειμένων. Κατά τους ύστερους χρόνους δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις χθόνιες ιδιότητές της και άρχισε να απεικονίζεται με τρομακτική μορφή. Οι πιστοί της τη λάτρευαν στις πύλες των σπιτιών και των πόλεων, αλλά και στα τρίστρατα –μιας και η λατρεία της συνδέεται με τον μαγικό αριθμό τρία κι εκείνη σύμφωνα με τον μύθο είχε την ικανότητα να βλέπει ταυτόχρονα προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις και να ταξιδεύει στα μυστικιστικά βασίλεια. Η Εκάτη κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη είναι η φαρμακεύτρια, με πλήρη την αμφισημία της λέξης φάρμακο, δηλαδή δηλητήριο αλλά και γιατρικό (Αβαγιανού, Α. 2008). Κάτι που έχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μιας και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στη μυθολογία που συνοδεύει τη θεά της σελήνης, είναι πως ανάμεσα στους ακόλουθους της Εκάτης, υπήρχαν και οι μη ανθρώπινες και τερατώδεις  επωπίδες (Summers, M. (1880-1947), επανέκδοση 1968). Οι επωπίδες ήταν σιωπηλοί παρατηρητές της νύχτας, τερατώδη και φοβερά δαιμόνια που κάποιες φορές είχαν κοινά με τις πλύστρες της νύχτας (washerwomen of the night) στους μύθους των Breton (Βρετανο-Κέλτες). Μέχρι στιγμής δεν έχω βρει καμία ασφαλή αναφορά για τις επωπίδες πέρα απ’ αυτή του Summers και ίσως του Πλάτωνα που στον Γοργία (κεφ. 513α) αναφέρει πως, στη Θεσσαλία οι μάγοι και οι μάγισσες συναθροίζονταν σε παρέες τα βράδια με φεγγάρι. Τότε «κατέβαζαν» τη Σελήνη και τα άστρα και μιλούσαν μαζί τους. Υπάρχει όμως ένα προφορικό παραμύθι της Δυτικής Μακεδονίας που αναφέρεται σ’ αυτούς τους/τις ακόλουθους της Εκάτης. Άλλοτε τις περιγράφει σαν μάγισσες, άλλοτε σαν νεράιδες, πάντα μαυροντυμένες και τρομερές, που τις νύχτες με πανσέληνο κατεβάζουν το φεγγάρι σε ποταμούς ή χείμαρρους και το πνίγουν. Κι αν τύχει και τους απαντήσει θνητός στο διάβα του, πρέπει να καμωθεί πως δεν τις είδε· δεν πρέπει να τις μιλήσει, ούτε να τις κοιτάξει, γιατί διαφορετικά τον περιμένουν όλα τα δεινά του κόσμου.

Γελλώ. Κακοποιό πνεύμα ή θηλυκός δαίμονας που έκλεβε μικρά παιδιά και τα έπνιγε ή επιτίθονταν στις εγκυμονούσες για να τις βλάψει και να πνίξει τα νεογέννητά τους και να τους πιεί το αίμα. Αναφέρεται πως υπήρξε νεαρή κοπέλα απ’ τη Λέσβο που πέθανε πάνω στον τοκετό και έκτοτε έγινε κακοποιό πνεύμα που μισεί τις εγκυμονούσες και τα βρέφη. Αλλά μπορούσε να βλάψει τα παιδιά, μόνο κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη γέννησή τους, γιατί στη συνέχεια τα προστάτευε η μοίρα Αδράστεια. Συχνά παρομοιάζεται με τη Λάμια, την Έμπουσα και τον Εφιάλτη ή τον Βραχνά. Υπάρχουν κάποιες γραπτές αναφορές σε αρχαία κείμενα για τη Γελλώ, με αξιοσημείωτη αυτή της Σαπφούς -που μας μεταφέρει ο Ζηνόβιος[1]-  «Γελλούς παιδοφιλωτέρα» γράφει, αναφερόμενη σε όσους βρίσκουν πρόωρο θάνατο.

  Art by Benita Winckler

Art by Benita Winckler

Λάμια. Στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ως κόρη του Ποσειδώνα και της Λιβύης που στη συνέχεια έγινε η βασίλισσα της Λιβύης. Σύμφωνα με τον μύθο την αγάπησε ο Δίας και έκανε μαζί της πολλά παιδιά που όμως της τα σκότωσε η Ήρα. Τότε εκείνη απ’ τη βαθιά λύπη και οργή της μεταμορφώθηκε σε δαίμονα που απήγαγε και καταβρόχθιζε παιδιά.  Αναφέρεται κι αυτή ως ακόλουθος της Εκάτης και «βαμπιρικό» τέρας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας που ενδιαφερόταν επίσης να πλανέψει και να απομυζήσει τους νεαρούς άντρες, όπως και Έμπουσα.

Έμπουσα. Στην ελληνική μυθολογία ήταν πνεύματα (Έμπουσαι) ή ένα καταχθόνιο δαιμονικό πνεύμα, ακόλουθος της θεάς Εκάτης που την έστελνε για να προαναγγείλει κάποιο κακό. Συχνά καταλάμβανε ανθρώπινα σώματα, ή έπαιρνε διάφορες μορφές ζώων όπως αγελάδα, πτηνό, σκύλος, ή μορφές ανθρώπων όπως όμορφη γυναίκα ή και άψυχων αντικειμένων όπως πέτρα, ή δέντρο. Αναφέρεται ότι τρεφόταν από αίμα και ανθρώπινες σάρκες και τρόμαζε τους ανθρώπους, όταν τη νύχτα, εγκαταλείποντας τον κάτω κόσμο, τριγύριζε ανάμεσα στους ανθρώπους διασκεδάζοντας με τον φόβο που προκαλούσε. Η φυσική της μορφή είχε κάποιες ομοιότητες με τη Λάμια, ενώ περιγράφεται με καπούλια γαϊδάρου, μονοπόδαρη να φοράει χάλκινο σανδάλι που ηχεί καθώς βαδίζει και τρομάζει τους ανθρώπους.

Μορμώ. Περιγράφεται ως θηλυκός δαίμονας, ακόλουθος κι αυτή της Εκάτης, που καταδιώκει τα μικρά παιδιά και τα βρέφη που τα πνίγει ή τα δαγκώνει προκαλώντας τους κινητικές αναπηρίες. Συχνά ταυτίζεται με παρόμοια μυθικά όντα όπως η Έμπουσα, η Λάμια και η Γελλώ. Στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών υπάρχουν πολλές καταγραφές όπως οι παρακάτω: «Στρίγλα[2], η= Γυναικείον φάντασμα ή δαιμόνιον, όπερ πνίγει τα βρέφη, Μορμώ τις η Έμπουσα ή Ερινύς». «Ποπολίτσιν[3], το (παρά το ποπόν) μορμολύκιον δι ου φοβίζουσι τα μικρά παιδία. Μορμώ. Ποπόν το μορμολύκιον δια μικρά παιδία ''Δρύσσες δε πόπους καλούσι τους δαίμονας. (Πλουτ. Περίπου τον δ.τ.ν. Ποιημ. Αν VI Ίδε και Σχολ. Ομ. Ιλ.)»

Άρπυιες, Κήρες και Ερινύες. Μυθολογικά θηλυκά τέρατα με πολλά κοινά γνωρίσματα στην εμφάνισή τους.

Οι Άρπυιες ήταν κόρες της θαλάσσιας νύμφης Ηλέκτρας και του Θαύμαντα και αδελφές της Ίριδας. Απεικονίζονται ως τέρατα με κεφάλι γυναίκας και σώμα πουλιού και το όνομά τους, πιθανότατα, προέρχεται από τις λέξεις αρπαγή - άρπαξ. Ο Όμηρος αναφέρει μόνο μια εξ αυτών την Ποδάγρη, ενώ ο Ησίοδος αναφέρει την Αελλώ και την Ωκυπέτη και αργότερα την Κελαινώ. Σχετίζονται ιδιαίτερα με τους θεούς των θυελλωδών ανέμων και οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως άρπαζαν τα παιδιά και τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι τις απεικόνιζαν επάνω σε τάφους να κρατούν στα νύχια τους τις ψυχές των νεκρών. Συχνά είχαν και τιμωρητικό ρόλο μιας και παρέδιδαν στις Ερινύες τους εγκληματίες.

Οι Κήρες ήταν οι δαιμόνισσες του βίαιου θανάτου και κόρες του Ερέβους ή της Νυκτός. Φτερωτά πνεύματα που έφερναν τον θάνατο και την εκδίκηση, είχαν μαύρες φτερούγες, λευκούς μεγάλους κυνόδοντες, γαμψά, θανατηφόρα νύχια και ήταν ντυμένες με κόκκινα φορέματα, βαμμένα από το αίμα των πολεμιστών. Ο Ησίοδος τις περιγράφει να συχνάζουν στον τόπο των μαχών και να τρέφονται απ’ το μαύρο αίμα των νεκρών πολεμιστών ή των τραυματιών, στέλνοντάς τους στη συνέχεια στον Τάρταρο. Ο Απολώνιος Ρόδιος τις περιγράφει σαν μαύρες σκύλες που κρύβονται στην ομίχλη και πέφτουν πάνω στους ανυποψίαστους θνητούς που είναι αδύνατον να γλιτώσουν απ’ το μένος τους. (Από εκεί δανείστηκα την ιδέα για τις δικές μου Κήρες στο Έρχονται με την ομίχλη). Οι Κήρες των ελληνικών μύθων μοιάζουν με τις Βαλκυρίες των νορβηγικών, από την άποψη ότι, είναι πνεύματα που έλκονται απ’ τα πεδία των μαχών και κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων επιλέγουν ανάμεσα στους σκοτωμένους. Η ειδοποιός τους όμως διαφορά, είναι πως οι Βαλκυρίες είναι καλοκάγαθες και όμορφες ενώ οι Κήρες άσχημες και κακές κι αυτό ίσως να σχετίζεται από τον διαφορετικό τρόπο που αντιμετώπιζαν οι δύο λαοί τον πόλεμο και τις αιματηρές και βίαιες συγκρούσεις.

Οι Ερινύες ήταν χθόνιες θεότητες με τιμωρητικό ρόλο απέναντι σε όσους είχαν διαπράξει φυσικά ή ηθικά εγκλήματα. Ο Αισχύλος τις αναφέρει σαν Ευμένιδες που κατατρέχουν τον Ορέστη, στην ομώνυμη τραγωδία του, Ευμενίδες, που είναι μέρος της Ορέστειας. Περιγράφονται ως γυναίκες με φτερούγες όπως οι Άρπυιες και οι Κήρες, μαύρες στην όψη όπως οι Κήρες, αλλά στα κεφάλια τους υπάρχουν φίδια, κάτι που μας παραπέμπει στη μέδουσα Γοργώ. Σύμφωνα με τον μύθο κατοικούσαν στον Άδη, αναλάμβαναν την εκτέλεση των ποινών που τους έδιναν οι κριτές του Άδη και της Δίκης και στα χέρια τους έφεραν δάδες για να διαλύσουν τα σκότη που συγκάλυπταν τα ειδεχθή εγκλήματα των ανθρώπων. Εκτός του Αισχύλου, τις Ερινύες τις αναφέρει επίσης ο Ησίοδος στη Θεογονία, ο Όμηρος, ο Ευριπίδης, αλλά και ο αρχαίος Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος.

 

  Art by Paul Bielaczyc

Art by Paul Bielaczyc

Παραδοσιακοί μύθοι

Εφιάλτης, Βραχνάς, Σκιά ή Μόρα. Η λέξη Βραχνάς προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη βαρυχνάς (βαρυ-υπνάς) που σημαίνει βαρύς ύπνος, ενώ η λέξη Μόρα έχει σλάβικη προέλευση (МЦПА) και σημαίνει ερωμένη. Στις ελληνικές λαϊκές δοξασίες αναφέρεται όχι μόνο με τις ονομασίες Σκιά, Βραχνάς ή Εφιάλτης αλλά και στοιχειό και περιγράφει μια τρομακτική εμπειρία κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο μύθος του Εφιάλτη ή της Σκιάς εξάλλου, σχετίζεται με τον ευρωπαϊκό μύθο του αρσενικού δαίμονα incubus καθώς και το αντίστοιχό του θηλυκό succubus. Η προφορική, κατά την παράδοση περιγραφή, της δαιμονικής αυτής παρουσίας στη διάρκεια του ύπνου ακολουθεί διάφορα στάδια. Στο πρώτο, το άτομο που δέχεται την επίθεση του Εφιάλτη καθώς κοιμάται, ξυπνάει κι αισθάνεται αδύναμο να αναπνεύσει και να κουνηθεί, ενώ στη συνέχεια ακολουθούν οπτικές ή και ακουστικές παραισθήσεις (π.χ. δαιμονικό γέλιο). Ο Εφιάλτης, ή Μόρα ή Βραχνάς παρουσιάζεται σαν σκιά που βλέπει κάποιος στην άκρη του κρεβατιού του λίγο πριν τον πλακώσει. Σύμφωνα με τον μύθο, παρομοιάζεται με σκοτεινή γριά μάγισσα, μικρό παιδί, ή με σκιά γάτας ή άλλου ζώου. Το φαινόμενο υποτίθεται πως τελειώνει απότομα, είτε γιατί το άτομο που περιγράφει αυτή την εμπειρία καταφέρνει τελικά να κοιμηθεί, είτε γιατί ξυπνάει και ανακτά τις αισθήσεις και τον έλεγχο του σώματος και του περιβάλλοντός του.  Υπάρχουν μερικές επιστημονικές εξηγήσεις, πέραν της αυθυποβολής,  γι’ αυτό το «φαινόμενο» που μας παραπέμπουν στην υπνική παράλυση  ή και την υπνοπομπική παραίσθηση. Αλλά οι λαϊκές δοξασίες για την αντιμετώπισή του αναφέρονται στη δύναμη της προσευχής ή του ιερού συμβόλου του σταυρού. Ακόμη, προφορικές παραδόσεις από διάφορες περιοχές της Ελλάδας αναφέρουν στιχομυθίες που πρέπει να εκφέρει αυτός που κινδυνεύει ώστε να εξαναγκάζει τον Βραχνά ή τη Μόρα σε μια σειρά καταναγκαστικών πράξεων και να τον/την απασχολήσει έτσι μέχρι να ξημερώσει και να ξεφύγει από τη δαιμονική επιρροή του/της. Στην περιοχή της Βόρεια Ελλάδας, εξάλλου, αναφέρουν τη χρήση του αλατιού, που πρέπει κάποιος να φέρει στη τσέπη του στη διάρκεια της νύχτας και κατά την είσοδό του στο σπίτι. Αποθέτει το αλάτι στο κατώφλι του, ώστε το Στοιχειό να μείνει για να το γλύψει και να μην τον ακολουθήσει μες στο σπίτι. Επίσης, υπάρχουν διάφορες συμβουλές και παραινέσεις για την αποφυγή των σταυροδρομιών στη διάρκεια της νύχτας, μιας και τα σταυροδρόμια στη συνείδηση πολλών λαών είναι συνδεδεμένα με δαιμονικές παρουσίες.

  Art by http://andrewsonea.cgsociety.org/

Art by http://andrewsonea.cgsociety.org/

Βουρκόλακες ή Ζούλακες ή Καταχανάδες. Ο μύθος των βρικολάκων της ελληνικής λαϊκής παράδοσης σαφώς έχει αρκετά κοινά με τις αρχαίες ομηρικές ιστορίες ή τους αρχαίους μύθους, όπως αυτή της περιπλάνησης του Οδυσσέα στον κάτω κόσμο κατά την οποία έρχεται σε επαφή με τους νεκρούς που του ζητούν να πιούν αίμα. Αντίστοιχα σε ελληνικούς μύθους συναντάμε την ιστορία του νεκραναστημένου Θησέα που τον απελευθερώνει ο Ηρακλής ή τον μύθο που αφηγείται την προσπάθεια του Ορφέα να σώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη από τον κόσμο των νεκρών. Φυσικά, υπάρχει και επιρροή των βαλκανικών λαών και η διχογνωμία για την καταγωγή της λέξης βρικόλακας που στη σλαβική είναι vrukolak, ενώ υπάρχει και η άποψη ότι η λέξη βρικόλακας έχει ελληνική καταγωγή από τα συνθετικά βούρκος + λάκκος, μιας και πρόκειται κατά μια έννοια για νεκρούς που βγαίνουν απ’ τον τάφο τους. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας υπήρχαν πολλά περιστατικά έξαρσης αυτής της δεισιδαιμονίας και σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τα οποία έχουν καταγραφεί από ξένους περιηγητές και λαογράφους, και αναφέρονται σε ομαδικές παρακρούσεις κατά τις οποίες οι κάτοικοι πίστευαν ότι πλήττονται από βρικόλακες. Αντίστοιχες, βέβαια, ιστορίες έχουν καταγραφεί και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, στην Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Υπάρχουν πολλές δοξασίες, διαφορετικές ανά περιοχή, που δείχνουν πως κάποιος άνθρωπος καταλήγει να γίνει βρικόλακας. Αλλά σε γενικές γραμμές βρικολακιάζουν οι άταφοι, οι άψαλτοι, οι αφορισμένοι, οι αιρετικοί, οι άθεοι, οι αποστάτες, οι μάγοι, αυτοί που έχουν κάνει μεγάλα και ειδεχθή εγκλήματα, όσοι δεν πήγαιναν στην εκκλησία, όσοι τους είχαν καταραστεί, οι αυτόχειρες και όσοι είχαν καταναλώσει αρνί που το είχε σκοτώσει λύκος. Τα κύρια κριτήρια που αποδείκνυαν ότι ένας νεκρός είχε βρικολακιάσει ήταν οι μαρτυρίες των οικείων του ή άλλων ανθρώπων που παρενοχλούνταν απ’ το κακοποιό πνεύμα, αλλά και το άλιωτο σώμα του. Φυσικά αυτό το τελευταίο, πολλές φορές σχετίζεται με την ιδιαίτερη σύσταση ή και την πληρότητα του εδάφους.  Και σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, η αντιμετώπιση του βρικόλακα γινόταν με τη χρήση του συμβόλου του σταυρού είτε ως αντικείμενο, είτε ζωγραφισμένο με καπνό από κερί ή κόκκινη μπογιά στα ανοίγματα των σπιτιών. Επίσης χρησιμοποιούσαν αλμυρό νερό, ξύλο συκιάς, κρεμμύδια και σκόρδα, διάβασμα από ιερείς, ράντισμα του τάφου με αγιασμό ή και παλούκωμα ή κάρφωμα του νεκρού. Επιπλέον, ο μύθος του βρικόλακα στην Ελλάδα συνδέεται με την παραλογή «Του νεκρού αδερφού» και έγινε αφορμή για τη συγγραφή λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων όπως: ο «Βρικόλακας» του Αργύρη Εφταλιώτη, ο «Όρκος του πεθαμένου» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, το «Φάντασμα» του Γρηγορίου Ξενόπουλου και το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Θανάσης Βάγιας, ο βρικόλακας».

 

Ένα έθιμο προφύλαξης χώρου και οι άδικες κατάρες των αρχαίων Ελλήνων

Στα κείμενα της αρχαιότητας υπάρχει πλήθος αναφορών σε μαγικά σύμβολα που λίγο ή πολύ μας είναι γνωστά, όπως (το δόρυ της Αθηνάς, το κέρας της Αμάλθειας, η τρίαινα του Ποσειδώνα, η ζώνη της Αφροδίτης, η λύρα του Απόλλωνα, το ουράνιο τόξο, το δίχτυ του Ηφαίστου, ο φλεγόμενος κύκλος), αλλά και πρακτικές ή συνήθειες, όπως τα μαγικά ταφικά κάτοπτρα κ. ά.[4] Εξάλλου, κατά τους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν, γράφτηκαν πάπυροι που οι μελετητές τούς ονόμασαν ‘μαγικούς’ μιας και περιέχουν «μαγγανείες, μαγικές ρήσεις, ύμνους και τελετουργίες και προέρχονται από την ελληνική ή τη ρωμαϊκή Αίγυπτο[5]». Κάποιες όμως πρακτικές και συνήθειες, όπως οι παρακάτω, έχουν ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία λόγω της μεγάλης διάρκειάς τους στον χρόνο.

Περισχοινισμός χωριού. Είναι μια απ’ τις πιο αρχαίες τελετουργικές πρακτικές που συναντώνται στον ελληνικό χώρο έχοντας τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Ο περισχοινισμός αφορά στη θρησκευτική, αλλά παράλληλα και «μαγική» καθαγίαση και προφύλαξη ενός τόπου από το κακό. Με τη χρήση ενός σκοινιού που ξεκινάει και καταλήγει στην εκκλησία του χωριού γίνεται η οριοθέτηση -συνήθως, μόνο του δομημένου χώρου- που μ’ αυτόν τον τρόπο προστατεύεται από τις αρνητικές δυνάμεις του κακού που εκδιώκονται, γιατί ο οριοθετημένος χώρος καθαγιάζεται και γίνεται απροσπέλαστος γι’ αυτές. Η οριοθέτηση αυτή πραγματοποιείται με ποικίλες πρακτικές, όπως η αριστερόστροφη περιφορά ενός αρότρου, ο περισχοινισμός και η λιτανεία, η χρήση φυσικών και τεχνητών ορόσημων και το σταύρωμα. Ο περισχοινισμός των ναών και των οικισμών χρησιμοποιείτο στις περιπτώσεις πολλών απανωτών θανάτων, επιδημιών ή φυσικών καταστροφών που έπλητταν μια περιοχή. Στις μέρες μας έχει εκλείψει, τελευταία επίσημη καταγραφή έχουμε στην Κρήτη το 1988 (Καραβαλάκης, Ι. στην εφημερίδα Δίκτη, 1988 όπως αναφέρθηκε από τον Παπαδάκη, Χαρίδημο, 2011). Στο αρχειακό υλικό του κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας υπάρχει ταινία καταγραφής περισχοινισμού του έτους 1964.

  Art by http://vyle-art.deviantart.com/

Art by http://vyle-art.deviantart.com/

Κατάδεσμοι ή άδικες κατάρες των αρχαίων Ελλήνων. Αν υποθέσουμε ότι η μαγική πράξη χωρίζεται σε δύο μέρη, τότε αυτά είναι: οι πράξεις και οι κλήσεις ή επικλήσεις. Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. στην Αρχαία Ελλάδα και τις ελληνικές αποικίες κάνουν την εμφάνισή τους κείμενα με μαγικό - επικλητικό περιεχόμενο ευρύτερα γνωστά ως κατάδεσμοι (Χανιώτης, Άγγελος, 2008). Είναι κείμενα μικρής έκτασης, με τη μορφή επικλήσεων, γραμμένα πάνω σε μολύβδινα ελάσματα ή πινακίδια, τα οποία τοποθετούνταν στη συνέχεια μες σε τάφους νεκρών που πέθαναν από βίαιο ή άδικο θάνατο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας του κατάδεσμου επιζητούσε να θέσει υπό τον έλεγχό του την οργή του αδικοχαμένου νεκρού και να την κατευθύνει εναντίον των εχθρών του. Η κατάδεση συχνά, ήταν γραμμένη σε γλώσσα που προδίδει ημιμάθεια και συνοδευόταν συνήθως από πράξεις, δηλαδή τελετουργίες όπως η κατασκευή και το κάρφωμα ομοιωμάτων των αντιπάλων, η τοποθέτησή τους σε αντίγραφα τάφου και τέλος η ταφή τους στον πραγματικό τάφο ή σε εισόδους του Άδη· όπως είναι τα πηγάδια ή τα ανοίγματα των σπηλιών. Η χρήση των καταδέσμων υπήρξε μια ευρεία πρακτική ακόμη και ανάμεσα στους ‘μορφωμένους’ κατοίκους της Αθήνας (Nisoli, 2003, όπως αναφέρθηκε από τον Χανιώτη, 2008) μιας και διασώθηκε ικανός αριθμός δικανικών[6] καταδέσμων, κάτι που είναι σε έντονη αντίθεση με το ορθολογιστικό πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων (βλ. Πλάτων, Πολιτεία). Η αντίληψη ότι, τέτοιου είδους επικλήσεις θα εξανάγκαζαν θεούς, καταχθόνιες δυνάμεις και δαίμονες να υλοποιήσουν την επιθυμία τού επικαλούμενου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε όλο τον πρώιμο κόσμο. Έντονο χαρακτηριστικό αυτών των κειμένων είναι ότι, στερούνται κάθε ηθικής ή έννοιας δικαίου και διακατέχονται από τις ατομικές και ιδιοτελείς επιθυμίες. Ήταν δηλαδή άδικες κατάρες και από εκεί προέρχεται η φράση «τριγυρνάει σαν την άδικη κατάρα», γιατί εφόσον ήταν άδικη δεν έβρισκε τον στόχο της. Μέσα όμως στους επόμενους αιώνες, σύμφωνα με τον Χανιώτη, η άδικη κατάρα των καταδέσμων αλλάζει μορφή και γίνεται δίκαιη κατάρα. Έτσι, συναντώνται όλο και πιο συχνά επικλήσεις που δικαιολογούν τη μαγική πράξη των επικαλούμενων, γιατί αδικήθηκαν. Αυτοί οι κατάδεσμοι, συχνά αναφέρουν τις λέξεις ‘δίκαιη κατάρα’ και δεν προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις καταχθόνιες δυνάμεις, αλλά χρησιμοποιούν στοιχειώδεις στρατηγικές μεθόδους πειθούς για να λυπηθούν οι δαίμονες και οι θεοί του κάτω κόσμου τον αδικημένο επικαλούμενο. Οι δίκαιες κατάρες λαμβάνουν σταδιακά τη μορφή των ‘προσευχών για δικαιοσύνη ή για εκδίκηση’ και διαδίδονται στην Ιβηρική Χερσόνησο, στη Βρετανία και τον υπόλοιπο κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και οι προσευχές για δικαιοσύνη η εκδίκηση είναι κατάρες για μικρές ή και μεγάλες αντιδικίες. Η γραφή των κατάδεσμων της αρχαιότητας υπήρξε μια τελετουργία που σχετίζεται με τους αυτοματισμούς όπως ήταν η μύηση, η ικεσία, η ασυλία που παρείχαν οι ναοί και η τελετουργική κάθαρση.

 

[1] Bergk, Theodorus, ed.,(1843)

[2] Καταγραφή έτους 1922, τόπος Φιλιππούπολη. Πηγή: Αρ. 965 – 175, Φιλιππούπολις. Αποστολίδης, Μύρτιλος Κ. Αποθετήριο του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/296122

[3] Καταγραφή έτους 1874, τόπος Πόντος. Πηγή: Αρ. 31, 560, Ποντιακά.  Βαλαβάνης, Ι. http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/297817

[4] http://www.apologitis.com/gr/ancient/magia.htm

[5] http://titanis.pblogs.gr/magoi-kai-mageia-sthn-arhaia-ellada.html

[6] αυτός που αναφέρεται σε δίκες

 

Βιβλιογραφία, αρθρογραφία, Ηλεκτρονικές πηγές

Αισχύλος, (525-456 π.Χ.), 1996, Ορέστεια : Ευμένιδες, Mπαζάκου-Μαραγκουδάκη, Στέλλα μετ. Αθήνα, Dian Books.

Αβαγιανού, Αφροδίτη, 2008, Γυναίκα – Μάγισσα : θνητή ή αθάνατη, Στο Ελένη Γραμματικοπούλου, επιμ. Η μαγεία στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, σ. 83-144.

Γκιργκένης, Σταύρος, Λάμια, Μορμώ, Γελλώ, Έμπουσα: ετυμολογία των ονομάτων και η φύση των οντοτήτων, στο blog Αναμενόμενη.  Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://heterophoton.blogspot.gr/2016/09/blog-post_27.html (Ανάκτηση 25.4.2017).

Ησίοδος, (750-700 π.Χ.), 1993, Άπαντα, μετ. Σωκράτης Σκαρτσής, Αθήνα, Κάκτος.

Λαμπάκης, Στέλιος, 2001, Παρατηρήσεις σχετικά με τις όψεις της αρχαιογνωσίας στο έργο του Ιγνάτιου Διακόνου, στο Συμπόσιο: Οι σκοτεινοί αιώνες του Βυζαντίου 7ος -9ος αι., διεθνή συμπόσια 9, Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών.

Μαγεία, αρχαία θρησκεία & μυθολογία, διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://www.apologitis.com/gr/ancient/magia.htm (Ανάκτηση 26.4.2017)

Μάγοι και μαγεία στην αρχαία Ελλάδα, διαθέσιμο στο blog http://titanis.pblogs.gr/magoi-kai-mageia-sthn-arhaia-ellada.html (Ανάκτηση 26.4.2017)

Παπαδάκης, Χαρίδημος Α., 2011, Περισχοινισμός, Άγονη Γραμμή. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: https://agonigrammi.wordpress.com/2011/06/20/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-2/  (Ανάκτηση 25.4.2017).

Πλάτων,(427-347 π.Χ.), 1993, Γοργίας, ή περί ρητορικής, Αθήνα, Κάκτος.

Χανιώτης, Άγγελος, 2008, Σαν την άδικη κατάρα : η αρχαιολογία μιας παρομοίωσης. Στο Ελένη Γραμματικοπούλου, επιμ. Η μαγεία στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, σ. 89-82.

Bergk, Theodorus, ed.,1843, Poetae Lyrici Graeci, Lipsiae, Sumtu Reichenbachiorum fratum. (digital copy of Google)

Dryden, D.A., 1872, They rise : suggestive inquiries concerning the resurrection of the dead as taught in the new testament, Cincinnati: Hitchcock and Walden.

Keightley, Thomas, 1866, The mythology of ancient Greece and Italy, 3rd ed., New York, Appleton (digital copy of Google).

Summers, Montague, (1880-1947), c. 1968, The Vampire in Europe : true tales of the undead, New York, University Books.

Cover art by http://andrewsonea.cgsociety.org/