Ο θρύλος της Kópakonan

Photo source here

Photo source here

Μεταξύ της τρικυμισμένης θάλασσας και των απότομων βράχων στα μακρινά Νησιά Φαρόε βρίσκεται το άγαλμα μιας γυμνής γυναίκας, η οποία αναδύεται μέσα από τον ωκεανό, με το δέρμα μιας φώκιας στο ένα της χέρι. Το άγαλμα ανεγέρθη το 2014 στο μικρό ψαροχώρι Mikladalur του νησιού Kalsoy. Το χωριό Mikladalur απαριθμεί σήμερα εικοσιτέσσερις κατοίκους και θεωρείται ένα από μεγαλύτερα χωριά του νησιού.

Η ανέγερση του αγάλματος της γυναίκας δεν είναι διόλου τυχαία, καθώς στο χωριό υπάρχει ένας πασίγνωστος θρύλος, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τις σαγηνευτικές Selkies, τις γυναίκες-φώκιες της κέλτικης μυθολογίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, οι Selkies μπορούσαν να βγουν στις ακτές την παραμονή των Θεοφανείων, αφήνοντας πίσω το φωκίσιο δέρμα και τις δυνάμεις τους, προκειμένου να ζήσουν έστω και μια νύχτα όπως οι κοινοί θνητοί και να απολαύσουν την ανθρώπινη ζωή.

Aναλυτικό άρθρο για τις Selkies θα βρείτε εδώ

Λέγεται ότι κάποτε, ένας νεαρός κτηνοτρόφος από το χωριό θέλησε να μάθει εάν ο θρύλος ήταν αληθινός, και την 12η Νύχτα πήγε στην ακτή για να το διαπιστώσει. Κρυμμένος, περίμενε την άφιξη των Selkies. Σύντομα, η ακτή γέμισε από δεκάδες Selkies, οι οποίες με την άφιξη τους έβγαζαν τα δέρματα φώκιας και τα απίθωναν στους βράχους. Ο κρυμμένος κτηνοτρόφος κοίταζε εκστασιασμένος τις φώκιες που μεταμορφώνονταν σε γυναίκες και χόρευαν στην ακτή, με τα σώματα τους να είναι πλέον ανθρώπινα. Τότε, μια Selkie άφησε το δέρμα της δίπλα στην κρυψώνα του κτηνοτρόφου και εκείνος το άρπαξε.

Οι χοροί και τα τραγούδια των γυναικών συνέχισαν μέχρι τα ξημερώματα και όταν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου φάνηκαν στον ορίζοντα, οι γυναίκες επέστρεψαν στην ακτή και ντύθηκαν με τα δέρματα φώκιας, παίρνοντας και πάλι τη μορφή τους. Ο κτηνοτρόφος όμως κρατούσε ακόμα το δέρμα της κοπέλας. Μάταια εκείνη το έψαχνε απεγνωσμένα στα βράχια. Ξαφνικά, τότε, ο κτηνοτρόφος εμφανίστηκε μπροστά της. Η κοπέλα άρχισε να τον εκλιπαρεί να της δώσει το δέρμα της εκείνος όμως ήταν πεισμωμένος. Έτσι, η κοπέλα αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει στη φάρμα του, όπου παντρεύτηκαν και έκαναν πολλά παιδιά.

Ο άνδρας διαρκώς φοβόταν μην τυχόν η γυναίκα του ανακαλύψει το δέρμα της και τον εγκαταλείψει. Αποφάσισε, λοιπόν, να το κρύψει σε ένα σεντούκι και το κλείδωσε με ένα κλειδί που είχε πάντα δεμένο στη ζώνη του. Ένα πρωινό ανακάλυψε με τρόμο ότι είχε ξεχάσει το κλειδί, και θεώρησε σίγουρο ότι η γυναίκα του θα έβρισκε το δέρμα της. Πράγματι, επιστρέφοντας στη φάρμα του από το ψάρεμα, διαπίστωσε ότι τα παιδιά τους ήταν μόνα τους στο σπίτι και η μητέρα τους δεν βρισκόταν πουθενά.
Η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί. Είχε επιστρέψει στη θάλασσα ως φώκια, έχοντας ανακτήσει το δέρμα της. Εκεί συνάντησε έναν θαλάσσιο ελέφαντα, ο οποίος την αγαπούσε και την περίμενε όλα αυτά τα χρόνια, κι εκείνος της έκανε πρόταση γάμου. Τα παιδιά της, στεναχωρημένα που η μητέρα τους είχε φύγει, κατέβαιναν στην ακτή και τότε μια φώκια αναδυόταν στη θάλασσα, κοιτώντας προς τη στεριά. Όπως ήταν λογικό, οι χωρικοί πίστεψαν τότε ότι το ζώο που κολυμπούσε στα νερά ήταν η μητέρα των παιδιών.

Τα χρόνια πέρασαν και η Kópakonan δεν επέστρεψε στη γη. Τότε, οι άντρες του χωριού αποφάσισαν να κυνηγήσουν και να σκοτώσουν τις φώκιες της περιοχής. Το βράδυ της παραμονής του κυνηγιού, ο γέρος πια κτηνοτρόφος ονειρεύτηκε την χαμένη γυναίκα του, η οποία και εμφανίστηκε στον ύπνο του για να τον προειδοποιήσει για τα απαίσια σχέδια τους που στρέφονταν κατά της φυλής της. Του ζήτησε τότε να μην σκοτώσουν τον φύλακα της σπηλιάς, τον θαλάσσιο ελέφαντα, καθώς ήταν ο σύζυγος της, αλλά ούτε και τις μικρές φώκιες γιατί ήταν τα παιδιά της. Την επόμενη ημέρα όμως, ο κτηνοτρόφος ξέχασε το όνειρο και μαζί με τους άντρες του χωριού εξολόθρευσαν όλες τις φώκιες της σπηλιάς.

Art by Katrina Beener

Art by Katrina Beener

Οι άντρες επέστρεψαν στην ακτή χαρούμενοι και μοίρασαν τα δέρματα και το κρέας μεταξύ τους. Στον κτηνοτρόφο έλαχε το κρέας και το δέρμα του θαλάσσιου ελέφαντα και των μικρών γιών της Kópakonan. Όταν ο κτηνοτρόφος έβαλε να τα μαγειρέψει πυκνός καπνός γέμισε το δωμάτιο και ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Μέσα στους καπνούς εμφανίστηκε η Kópakonan, με την μορφή της όμως παραμορφωμένη από τη θλίψη και την οργή. Βλέποντας το κρέας του συζύγου και των παιδιών της, η Selkie, εξοργισμένη με τον άνθρωπο άντρα της που δεν υπάκουσε τις ικεσίες της αλλά και με τους κατοίκους του χωριού που σκότωσαν την οικογένειά της, καταράστηκε το μικρό νησί και τους ανθρώπους του. Ευχήθηκε οι άντρες του χωριού να πνίγονται στη θάλασσα ή να γκρεμίζονται στα βράχια, μέχρις ότου οι νεκροί να μπορούν να ενώσουν τα χέρια τους γύρω από τις ακτές του νησιού. Αυτή ήταν η εκδίκησή της.

Μέχρι και σήμερα, οι κάτοικοι του νησιού πιστεύουν στην κατάρα και αποδίδουν τον θάνατο κάποιου νέου άντρα από πνιγμό ή πτώση στον θρύλο της Selkie. Σήμερα, το άγαλμα της Kópakonan αποτελεί πόλο έλξης επισκεπτών, οι οποίοι και γοητεύονται από τον τοπικό μύθο. Το άγαλμα είναι χτισμένο σε έναν βράχο που μαστίζεται από τεράστια κύματα. Το ύψος του αγάλματος ανέρχεται στα 2,6 μέτρα ενώ είναι φτιαγμένο από ατσάλι και χαλκό, για περισσότερη αντοχή στις ακραίες καιρικές συνθήκες της περιοχής. Ο μύθος της Kópakonan εξακολουθεί να συναρπάζει ή και να τρομάζει τους κατοίκους του νησιού, οι οποίοι ίσως θέλησαν να εξευμενίσουν την οργή της με το να ανεγείρουν το άγαλμα της πάνω στα βράχια.

Το τραγούδι είναι το Trøllabundin από την Eivør Pálsdóttir. Τραγουδά μπροστά από το υπέροχο άγαλμα της Selkie, γνωστό και ως the Seal Woman, το οποίο είναι βασισμένο στον θρύλο του Kópakonan.

ΠΗΓΕΣ

https://old.visitfaroeislands.com/en/be-inspired/in-depth-articles/legend-of-kopakonan-(seal-woman)/?fbclid=IwAR0q5xRIwlyFa-GqVIiSHhZAvV712vPu0VzMSwjTonM0wp00_ExSA3lnokE

https://en.wikipedia.org/wiki/Mikladalur