Coppélia, το κορίτσι με τα εμαγιέ μάτια

Art by Jun Kim

Art by Jun Kim

Ο Ντόκτορ Κοππέλιους ήταν τρομερά υπερήφανος για το νέο του δημιούργημα, την Κοππέλια. Μόλις έβαλε τις τελευταίες πινελιές, την τοποθέτησε με στοργή στο μπαλκόνι του σπιτιού για να στεγνώσει. Και για συντροφιά της έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει. Αλήθεια, έμοιαζε τόσο αληθινή, που ακόμα κι ο ίδιος σχεδόν ξέχασε πως η Κοππέλια δεν ήταν αληθινή, μα μια κούκλα. Άλλωστε, γι’ αυτό τη δημιούργησε εξαρχής, στον απόηχο της αβάσταχτης μοναξιάς του, με την ελπίδα πως μια μέρα θα έβρισκε τον τρόπο να της δώσει ζωή.

Καθώς ξημέρωνε, κι οι κάτοικοι της μικρής πόλης βγήκαν στους δρόμους, άρχισαν να παρατηρούν αυτή την παράξενη οπτασία. Πρώτη απ’ όλους την πρόσεξε η Σουανίλντα. Χορεύοντας κάτω απ’ το μπαλκόνι της κοπέλας, προσπάθησε να τραβήξει την προσοχή της, μάταια όμως. Η κοπέλα φαινόταν απορροφημένη στο βιβλίο της. Απογοητευμένη, μα δίχως να καταλάβει πως η κοπέλα δεν ήταν αληθινή, η Σουανίλντα έφυγε.

Ήταν σειρά του Φραντς να μαγευτεί από το θέαμα της Κοππέλια, βγαίνοντας από την ταβέρνα των γονιών του, στον δρόμο του για το ανθοπωλείο. Πραγματικά η κοπέλα τον μάγεψε και καταπιάστηκε κι εκείνος να τραβήξει την προσοχή της. Όσα όμως φιλιά κι αν της έστειλε, όσες υποκλίσεις και χαιρετισμούς κι αν της απηύθυνε, η κοπέλα επέμεινε να τον αγνοεί. Ο Φραντς δεν θα έφευγε, θα έμενε κι άλλο εκεί, μα τότε πρόσεξε την κουρτίνα πίσω απ’ την κοπέλα να κινείται και πρόλαβε να κρυφτεί την τελευταία στιγμή πριν εμφανιστεί ο Ντόκτορ Κοππέλιους. Καθώς ο άντρας αφύπνισε τον μηχανισμό της, η Κοππέλια ανασηκώθηκε κι άρχισε να του στέλνει φιλιά, έτοιμη να εκπληρώσει το πεπρωμένο της.

Ο κακόμοιρος ο Φραντς, κρυφοκοιτάζοντας από την κρυψώνα του, νόμισε πως τα φιλιά της κοπέλας είναι για εκείνον. Για κακή του τύχη, εκείνη την ώρα από τον δρόμο έτυχε να περνάει η Σουανίλντα. Καθόλου δεν της άρεσε αυτό που είδε. Ο Φραντς ήταν δικός της, κι ήταν μάλιστα προγραμματισμένο να αρραβωνιαστούν την επόμενη κιόλας ημέρα. Αποφάσισε, λοιπόν, να τον κάνει να ζηλέψει, χορεύοντας με τον αρχηγό των θεριστών μπροστά του, στη διάρκεια μιας μεγάλης γιορτής για το τέλος του θερισμού. Ο Φραντς, σε αντίποινα, άρχισε να χορεύει με τη Ροζίκα, τη βασίλισσα του θερισμού. Καθώς πήρε να νυχτώνει κι ο κόσμος στους δρόμους αραίωσε, οι δυο νέοι, ακόμη θυμωμένοι ο ένας με τον άλλο, έφυγαν χωριστά με τις παρέες τους.

Στο μεταξύ, ο Ντόκτορ Κοππέλιους, εκνευρισμένος από τον θόρυβο της γιορτής, είχε πάρει από ώρα την Κοππέλια μέσα στο σπίτι, αμπαρώνοντας το παράθυρο κι αρχίζοντας γι’ ακόμα μια φορά τα πειράματά του για να τη ζωντανέψει. Άδικος κόπος. Το βράδυ έφτασε και δεν είχε καταφέρει τίποτε ακόμη. Κουρασμένος, αποφάσισε να πάει στην ταβέρνα του χωριού να ξεσκάσει. Ακόμα και σε αυτό, όμως, ήταν άτυχος. Γιατί στον δρόμο πέτυχε τους φίλους του Φραντς, που άρχισαν να τον κοροϊδεύουν για τα πειράματά του. Κι αυτή ήταν μόνο η αρχή της κακοτυχίας του εκείνη τη βραδιά.

Art by Steve Johnson and‎ Lou Fancher

Art by Steve Johnson and‎ Lou Fancher

Η Σουανίλντα, κατασκοπεύοντας απ’ το παράθυρο της για να δει μήπως ο Φραντς επέστρεψε να χαζέψει την Κοππέλια, είδε τον Ντόκτορ Κοππέλιους να κρύβει το κλειδί του σπιτιού του πριν φύγει. Έπεισε λοιπόν τις φίλες της, να τρυπώσουν στο σπίτι του και να γνωρίσουν επιτέλους αυτή τη μυστηριώδη Κοππέλια. Αυτό που ανακάλυψαν στο εργαστήριο του Ντόκτορ Κοππέλιους, ούτε σε χίλια χρόνια δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν: η Κοππέλια δεν είναι παρά μια κούκλα, μία απ’ τις πολλές που υπήρχαν εκεί και τις οποίες τα κορίτσια άρχισαν αμέσως να ενεργοποιούν.

Η ώρα όμως πέρασε, κι ο Ντόκτορ Κοππέλιους έφυγε απ’ την ταβέρνα και πήρε τον δρόμο για σπίτι του. Βλέποντας το κλειδί του έξω από την κρυψώνα του, πίστεψε πως τα ενοχλητικά αγόρια της γειτονιάς τρύπωσαν στο σπίτι του σαν φάρσα. Τρέχοντας, ανέβηκε στο εργαστήριο του κι αντίκρισε τα κορίτσια και τις κούκλες του. Στα πρόθυρα της τρέλας, άρχισε να φοβερίζει τα κορίτσια, διώχνοντάς τα με τις κλοτσιές. Μονάχα η Σουανίλντα δεν πρόφτασε να ξεφύγει. Έντρομη, κρύφτηκε σε μια ντουλάπα μαζί με την Κοππέλια αποφασίζοντας να ανταλλάξει ρούχα μαζί της, και να προσποιηθεί ότι εκείνη ήταν η κούκλα.

Την ίδια στιγμή ο Φραντς, αγνοώντας όσα συνέβαιναν μέσα στο σπίτι του Ντόκτορ Κοππέλιους, σκαρφάλωσε με μια σκάλα στο μπαλκόνι της Κοππέλια. Είχε μαγευτεί από την όψη της κι ήταν αποφασισμένος να τη συναντήσει. Τότε, όμως, ο Ντόκτορ Κοππέλιους εμφανίστηκε μπροστά του κι άρχισε να τον ανακρίνει. Του φαινόταν, άλλωστε, πολύ περίεργο που ο νεαρός είχε τρυπώσει στο σπίτι του νυχτιάτικα. Ο Φραντζ δεν φοβήθηκε ούτε στιγμή. Έχοντας δει την Κοππέλια μέσα στην ντουλάπα, αποφάσισε να αποκαλύψει στον Ντόκτορ Κοππέλιους την αλήθεια: πως είχε ερωτευτεί την Κοππέλια κι ήθελε να την παντρευτεί!

Ο Ντόκτορ Κοππέλιους πραγματικά δεν περίμενε αυτή την τροπή των γεγονότων. Αποφάσισε, όμως, να την αξιοποιήσει προς όφελός του, καταστρώνοντας ένα ύπουλο σχέδιο. Προσφέροντας στον Φραντζ κρασί, τάχα για να γιορτάσουν το ευχάριστο γεγονός, έριξε μέσα ένα ελιξίριο ικανό να ρουφήξει τη ζωή του νέου, δίνοντάς του επιτέλους την ευκαιρία να ζωντανέψει την αγαπημένη του κούκλα. Αμέσως, ο Φραντς έπεσε αναίσθητος.

Ο Ντόκτορ Κοππέλιους δίχως καθυστερήσεις ξετρύπωσε την Κοππέλια από την ντουλάπα, αγνοώντας πως ήταν στην πραγματικότητα η Σουανίλντα, και ξεκίνησε το τελετουργικό του. Όλα έδειχναν πως τα κατάφερνε. Η Κοππέλια άρχισε να κινείται και να χορεύει μόνη της. Κι όμως, δεν του ήταν αρκετό. Ήθελε η κούκλα να ζήσει, ν’ αρχίσει να κινείται με ζωντάνια. Χρησιμοποιώντας ένα πολύ ξεχωριστό φίλτρο, ξάφνου η Κοππέλια ζωντάνεψε. Η χαρά του Κοππέλιους δεν μπορούσε να περιγραφεί με λέξεις. Αμέσως έβαλε την Κοππέλια να του χορέψει.

Η Σουανίλντα υπάκουσε, έχοντας κι εκείνη ένα σχέδιο στο μυαλό της. Χορεύοντας, κατάφερε να ξυπνήσει τον Φραντς. Το αγόρι, αντικρίζοντας την κούκλα, κι αγνοώντας κι αυτός πως επρόκειτο για τη Σουανίλντα, προσπάθησε να τη σώσει από τα χέρια του Ντόκτορ Κοππέλιους. Άδικος κόπος. Ο άντρας τον έδιωξε από το σπίτι, αιχμαλωτίζοντας και πάλι τη Σουανίλντα μέσα στην ντουλάπα.

Η Σουανίλντα δεν το έβαλε κάτω. Με μιας ξεκίνησε να γκρεμίζει το εργαστήριο, ρίχνοντας στο πάτωμα τις κούκλες. Ο Ντόκτορ Κοππέλιους ήταν άναυδος. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως το δημιούργημα του συμπεριφερόταν με τέτοιον τρόπο. Η Σουανίλντα, τότε, του αποκάλυψε την πραγματική της ταυτότητα, οδηγώντας τον στην ακίνητη Κοππέλια.

enaKoritsi_cover_NEW_SMALL.jpg

Την ίδια ώρα ο Φραντς, έχοντας σκαρφαλώσει ξανά στο μπαλκόνι του σπιτιού για να σώσει την αγαπημένη του Κοππέλια, άκουσε τη Σουανίλντα να εξηγεί στον Ντόκτορ Κοππέλιους τι είχε συμβεί. Ο Φραντς αμέσως έγινε κατακόκκινος από ντροπή. Πώς ήταν δυνατόν να είχε ερωτευτεί μια κούκλα; Όχι. Μία ήταν η πραγματική του αγάπη: η Σουανίλντα. Δίχως καθυστερήσεις, λοιπόν, εμφανίστηκε μπροστά τους κι έσωσε τη Σουανίλντα από τον Ντόκτορ Κοππέλιους, αφήνοντας το μόνο, να κλαίει για τη συμφορά του.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε πριν το καταλάβουν κι ο Φραντς με τη Σουανίλντα ήταν έτοιμοι να αρραβωνιαστούν μπροστά σε ολόκληρη την πόλη. Ξάφνου, όμως, μπροστά τους εμφανίστηκε ο Κοππέλιους. Ο άντρας βάλθηκε να εκτοξεύει κατάρες στο ζευγάρι που κατέστρεψε τη ζωή του. Οι γονείς του Φραντς κι η μητέρα της Σουανίλντα έσπευσαν αμέσως να τον ηρεμήσουν και του προσέφεραν ένα αξιοσέβαστο ποσό για να καλύψει τη ζημιά που είχε συμβεί στο σπίτι και το εργαστήριο του. Μάλιστα, τον κάλεσαν και στον γάμο. Ο Κοππέλιους αποφάσισε να δεχθεί την πρόταση και καθώς, χέρι-χέρι με τη γοητευτική χήρα μητέρα της Σουανίλντα, πήρε τον δρόμο για την εκκλησία όπου θα λάμβανε χώρα το μυστήριο, η Κοππέλια έσβησε απ’ το μυαλό του. Έτσι, ο Φραντς και η Σουανίλντα παντρεύτηκαν κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***

Στην αρχή υπήρχε «Ο Σάντμαν» ή, αυθεντικά, «Der Sandmann»,  η σύντομη ιστορία του Γερμανού συγγραφέα E. T. A. Hoffmann, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1817 στη συλλογή «Die Nachtstücke», «Τα Κομμάτια της Νύχτας». Όπως το έθεσε πετυχημένα ο Σκωτσέζος συγγραφέας Sir Walter Scott, οι αναγνώστες δεν μπορούν απλώς να διαβάσουν τις ιστορίες του Hoffmann, αλλά μάλλον κατέρχονται σε αυτές. Ιστορίες όπως ο Σάντμαν δεν είναι οράματα ενός ποιητικού μυαλού, αλλά περισσότερο τα πυρετώδη όνειρα της μέθης της τρέλας. 

Οι καλλιτέχνες των επόμενων γενεών πρέπει να μοιράστηκαν την πίστη αυτή: θαύμασαν τα έργα του Hoffmann, αλλά ταυτόχρονα τρόμαξαν από τον ρεαλιστικό τρόπο που η φαντασία μέσα τους μπλεκόταν με την πραγματικότητα. Κι έτσι, σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, εμπνεύστηκαν από αυτά, αλλά αντάλλαξαν το σκοτάδι με το φως. Την απαισιοδοξία με την ελπίδα. Τον φόβο, με το θαύμα. Πιο ξακουστό παράδειγμα αποτελεί «Ο Καρυοθραύστης», το γιορτινό μπαλέτο του Tchaikovsky (1892) το οποίο άντλησε έμπνευση από την ιστορία του Hoffmann με τίτλο «Ο Καρυοθραύστης και ο βασιλιάς των ποντικών».

Πριν όμως από τον Καρυοθραύστη, το 1870, ο Charles-Louis-Étienne Nuitter εμπνεύστηκε από τον Σάντμαν, έναν εφιάλτη, και μας χάρισε την Κοππέλια, το Κορίτσι με τα Εμαγιέ Μάτια, ένα όνειρο. Ένα όνειρο που γεννήθηκε στην Όπερα του Παρισιού, ταξίδεψε στα Βασιλικά Μπαλέτα της Ρωσίας, επέστρεψε στη Γαλλία, διέσχισε τον Ατλαντικό ως τη Νέα Υόρκη και πάλι στη Μόσχα, στα Μπαλέτα Μπολσόι, στην Ελλάδα, σε διασκευή της αγαπημένης Κάρμεν Ρουγγέρη το 1996 στο Παιδικό Στέκι του Εθνικού Θεάτρου (κυκλοφορώντας αργότερα σε παραμύθι, εικονογραφημένο από την Χριστίνα Κουλουμπή με τίτλο «Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο») και συνεχίζει να ζει και να μαγεύει ως και σήμερα. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον George Balanchine, όπως η «Giselle» είναι το σπουδαιότερο δράμα του μπαλέτου, έτσι η «Coppélia» είναι η σπουδαιότερη κωμωδία.

 

Βιβλιογραφία

http://www.abt.org/education/archive/ballets/coppelia.html

http://www.shomler.com/dance/coppelia/ct.htm

http://www.theballetbag.com/2013/03/16/coppelia/

https://chipbruce.net/2012/05/25/hoffmanns-feverish-dreams/

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Sandman_(short_story)

https://germanstories.vcu.edu/hoffmann/sand_e.html

https://www.britannica.com/topic/Coppelia-ballet-by-Delibes