Hans Christian Andersen, το έργο και η ζωή ενός παραμυθά

«Οτιδήποτε βλέπεις μπορεί να γίνει ένα παραμύθι και μπορείς να βγάλεις μια ιστορία από οτιδήποτε αγγίξεις».

Hans Christian Andersen

 

  Art source  here

Art source here

Τι κοινό μπορεί να έχει το Ασχημόπαπο, το Κοριτσάκι με τα σπίρτα και η Πριγκίπισσα με το ρεβίθι; Ή τα Ρούχα του αυτοκράτορα, με τη Βασίλισσα του χιονιού και την Τοσοδούλα; Και πώς τα παραπάνω ταιριάζουν με το άνωθεν απόφθεγμα του συγγραφέα τους, του Δανού Hans Christian Andersen; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να ξεκινήσουμε την ιστορία αυτού του μεγάλου δημιουργού, από εκεί που ξεκινούν όλες οι ιστορίες, από την αρχή.

 

Η ζωή του:

Ο Hans Christian Andersen γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1805 στην πρωτεύουσα του νησιού Φιονία, το Όντενσε και παρόλο που ο πατέρας του -επίσης Hans- θεωρούσε ότι προέρχονταν από την υψηλή κοινωνία, η οικογένεια του νεαρού Άντερσεν ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, χωρίς όμως αυτό να αλλάξει κάτι στην οικονομική τους κατάσταση. Έτσι, ο νεαρός Hans πήγε σε σχολείο για φτωχά παιδιά, ώστε να λάβει τη βασική μόρφωση και να μάθει κάποια τέχνη, για να μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του. Προσπάθησε να κάνει διάφορες δουλειές, όπως το γίνει τσαγκάρης σαν τον πατέρα του ή να δουλέψει σε ένα ραφείο, αλλά σε καμία από αυτές δεν ήταν επιτυχημένος.

Βλέπετε ο Andersen ήταν ένα παιδί χαμένο στη φαντασία του, που μπορούσε και αποστήθιζε μεγάλα κομμάτια από έργα άλλων διάσημων συγγραφέων όπως ο Shakespeare και είχε το όνειρο να γίνει ηθοποιός. Έτσι, με 30 φράγκα στην τσέπη αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην Κοπεγχάγη, με σκοπό να δώσει εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, από την οποία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ήταν πολύ άσχημος και λεπτός, για να γίνει ηθοποιός. Όμως ο Hans Christian, είχε πολύ ωραία φωνή και έτσι μπόρεσε να ξεκινήσει τις σπουδές του στη μουσική, κάτι το οποίο δεν διήρκησε για πολύ, καθώς έχασε τη φωνή του, άλλοι λένε από αρρώστια, άλλοι από την ηλικία του.

  The Little Mermaid/ Hans Christian Andersen/ Seuil, 2006. Illustrator: Boris Diodorov

The Little Mermaid/ Hans Christian Andersen/ Seuil, 2006. Illustrator: Boris Diodorov

Το μόνο που είχε απομείνει στον νεαρό Δανό, ήταν η ποίηση και αυτή η νέα του δραστηριότητα, τράβηξε το ενδιαφέρον του J.Collins, που μεσολάβησε στον Βασιλιά Φρειδερίκο τον Έκτο και τον έπεισε να χρηματοδοτήσει μερικώς τις σπουδές του Andersen. Αργότερα, ο ίδιος ο Hans παραδέχτηκε ότι ένας καθηγητής του, τον είχε αποθαρρύνει πολλές φορές από τη συγγραφή, ενώ δεν ήταν λίγα τα «καψόνια» που είχε υποστεί, για να «βελτιώσει» τον χαρακτήρα του. Ο Collins τελικά, τον πήρε από αυτό το σχολείο και κανόνισε ώστε να διδαχτεί στο σπίτι, και έτσι στην ηλικία των 23 πέρασε τις εισαγωγικές εξετάσεις του πανεπιστημίου.

To 1833, με τη συνεχόμενη χρηματοδότηση του βασιλιά και αφού είχε ήδη αρχίσει να εκδίδει τα πρώτα του διηγήματα, o Andersen πέρασε 16 μήνες ταξιδεύοντας στην Ευρώπη, ενώ έζησε συνολικά 15 χρόνια της ζωής του σε άλλες χώρες. Μέσα σε αυτά τα ταξίδια γνώρισε και τον Charles Dickens, τον οποίο ο Hans θαύμαζε βαθύτατα και με τον οποίο ξεκίνησε μια μακρόχρονη αλληλογραφία. Δυστυχώς, αυτή η φιλική σχέση δεν έληξε και τόσο καλά, καθώς μετά από μια δύσκολη για την οικογένεια Dickens μακρόχρονη φιλοξενία, ο Hans Christian Andersen σταμάτησε σταδιακά να παίρνει απάντηση στα γράμματα του από τον γνωστό Άγγλο συγγραφέα.

Ο Hans Christian Andersen δεν παντρεύτηκε ποτέ, αν και ερωτεύτηκε αρκετές φορές και παρόλο που δεν είχε αποκτήσει ποτέ του παιδιά, είχε μια έμφυτη ικανότητα να καταλαβαίνει και να ερμηνεύει τη φύση των παιδιών.

Το 1872 είχε ένα σοβαρό τραυματισμό πέφτοντας από το κρεβάτι του, έναν τραυματισμό από τον οποίο δεν επανήλθε ποτέ τελείως και τον Αύγουστο του 1875 πεθαίνει στην Κοπεγχάγη, στο σπίτι ενός πολύ κοντινού του φίλου και της γυναίκας του.

 

Το έργο του:

Οι πρώτες ιστορίες που έγραψε ποτέ ο Andersen, ήταν λαϊκοί θρύλοι που είχε ακούσει ο ίδιος σαν παιδί, αλλά δεν βρήκαν τόσο μεγάλη αναγνώριση, μέχρι το 1845 που κυκλοφόρησε το έργο του Η μικρή γοργόνα. Από τότε μέχρι και το 1872, συνέχισε να γράφει ιστορίες για τους μικρούς και μεγάλους θαυμαστές του, φτάνοντας να έχει περισσότερα από 80 δημοσιευμένα έργα -από τα τουλάχιστον 160 ολοκληρωμένα- με τα παραμύθια του να είναι τα πιο πολυμεταφρασμένα λογοτεχνήματα σε όλη την ιστορία.

Κοινός παρονομαστής στα περισσότερα από αυτά, είναι μια μελαγχολική νότα, ενώ οι επιρροές από την προσωπική του ζωή είναι παραπάνω από εμφανείς. Οι περισσότεροι ήρωες του είναι χαρισματικοί, μεγαλόψυχοι και ευγενικοί, όμως κυρίως φτωχοί και αδικημένοι, ενώ οι κακοί δεν είναι τέρατα, αλλά άνθρωποι με ελαττώματα, ματαιοδοξία και ζήλια. Σε κάποια από τα παραμύθια του υπάρχει μια αισιόδοξη νότα, ότι τελικά θα επικρατήσει το καλό, αν και τα περισσότερα είναι μάλλον απαισιόδοξα και με δυσάρεστο τέλος.

Αρκετοί είναι αυτοί που λένε, ότι ο Andersen είχε αυτή τη βαθύτερη κατανόηση της παιδικής ψυχής, που προσέδιδε στα έργα του αυτήν την ειλικρίνεια της παιδικής ματιάς, όχι τόσο γιατί αγαπούσε τα παιδιά, ή γιατί έγραφε για ενήλικες που δεν είχαν χάσει το παιδί μέσα τους, αλλά επειδή σε αυτά έβρισκε μια εξιδανικευμένη παιδικότητα, την ίδια που ένιωθε μέσα του.

Κάτι τέτοιο δεν φαντάζει απίθανο, αν σκεφτεί κανείς ότι πολλές φορές είχε πέσει θύμα πειραγμάτων από τους συμμαθητές του και, όπως προείπαμε, τους καθηγητές του και μια απόρριψη από τη δραματική σχολή εξαιτίας της «ασχήμιας» του, ή οι διάφοροι έρωτες χωρίς ανταπόκριση που είχε βιώσει, σίγουρα θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ιστορίες όπως το Ασχημόπαπο, που στο τέλος αποδείχτηκε ότι ήταν ένας πανέμορφος κρίνος. Αυτό δεν θα έπρεπε να το μπερδέψουμε με έναν ευσεβή πόθο, όπως θα τον βίωνε ένας ενήλικας, αλλά με το παράπονο ενός ευαίσθητου και εσωστρεφή ανθρώπου, που μεγάλωσε φτιάχνοντας μόνος του κούκλες για να διασκεδάζει τη φαντασία του και που απήγγειλε ολόκληρα αποσπάσματα, στο μικρό, δικό του θέατρο.

Σε αυτό το σημείο είναι ενδιαφέρον να δούμε λίγο πιο αναλυτικά μερικά από τα έργα του, και θα ήθελα να ξεκινήσουμε με το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα, ένα από τα στενάχωρα παραμύθια του Δανού συγγραφέα. Στο συγκεκριμένο κείμενο είναι εύκολο να διακρίνουμε ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου πλασματικά στοιχεία, αντιθέτως το παραμύθι βρίθει από ρεαλισμό, και μάλιστα ωμό. Η έμπνευση του συγγραφέα έρχεται από τη σκληρότητα της καθημερινότητας και εδώ ίσως είναι ορατό ένα ακόμα κρυφό παράπονο του Andersen για την παιδική του ηλικία. Συνολικά υπάρχουν κάποια ψήγματα του φανταστικού, όπως τα οράματα της γιαγιάς του μικρού κοριτσιού, αλλά αυτά χρησιμοποιούνται περισσότερο συμβολικά και μάλλον είναι εδώ για να φέρουν την κάθαρση στον αναγνώστη, καθώς το παραμύθι κλείνει με τον θάνατο του μικρού παιδιού, που όμως πήγε στον Παράδεισο με τη βοήθεια του πνεύματος της γιαγιάς του.

  Susan Jeffers' Illustrations for "Thumbelina" - Book Artists and Their Illustrations - Quora

Susan Jeffers' Illustrations for "Thumbelina" - Book Artists and Their Illustrations - Quora

Ένα από τα χαρακτηριστικά του Δανού παραμυθά άλλωστε, είναι ότι συνήθως οι ήρωες του βρίσκουν τη λύτρωση με τον θάνατό τους, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα λαϊκά παραμύθια, όπου εν κατακλείδι ο ήρωας στο τέλος ανταμείβεται.

Παρόμοιο τέλος βρίσκουμε και στη Μικρή Γοργόνα, που καταλήγει να χάσει τη ζωή της, αφού δεν κατόρθωσε να παντρευτεί τον πρίγκιπα της καρδιάς της. Σε αυτό το παραμύθι βέβαια, το φανταστικό είναι εμφανώς πιο κυρίαρχο, τόσο στη χρήση μυθικών πλασμάτων όπως είναι οι γοργόνες, αλλά και στην παρουσία μιας μάγισσας του βυθού, της Ούρσουλας, η οποία παρασκευάζει το φίλτρο που δίνει στην Άριελ τα πόδια της, αλλά και την προειδοποιεί για τις άσχημες συνέπειες της απόφασής της. Με την είσοδό της στον ανθρώπινο κόσμο, μπορούμε να διακρίνουμε και πάλι τη σκληρότητα του Andersen και τον ρεαλισμό του, καθώς η μικρή ηρωίδα όχι μόνο χάνει τη φωνή της, αλλά βασανίζεται σε κάθε βήμα της, μιας και νιώθει λες και περπατάει σε μαχαίρια. Τελική νότα σε αυτό, η απόρριψη του πρίγκιπα που τελικά επιλέγει να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα, καταδικάζοντας άθελα του τη μικρή γοργόνα πρακτικά στον θάνατο. Το τέλος του παραμυθιού έρχεται με την Άριελ να γίνεται κόρη του αέρα, αντί για αφρός, αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση και μια ελάχιστη ανακούφιση, ακριβώς όπως και στο κοριτσάκι με τα σπίρτα, που μετά από μια σκληρή ζωή πήγε στον Παράδεισο.

Συνολικά μπορούμε να πούμε, ότι ο Andersen χρησιμοποιεί στα περισσότερα έργα του τη μαγεία ως εξήγηση ή μέσο για την ιστορία του, όπως για παράδειγμα το Ασχημόπαπο, που δεν άλλαξε σε κύκνο, αλλά μεταμορφώθηκε, η Βασίλισσα του Χιονιού, που είχε μαγικές δυνάμεις και τα έντεκα αγόρια που έγιναν Αγριόκυκνοι από τις σκοτεινές δυνάμεις της κακιάς μητριάς τους και σώθηκαν από την αγάπη και την αυτοθυσία της αδερφής τους.

Όποιοι και αν ήταν οι λόγοι, που έγραφε όπως έγραφε, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε το φανταστικό στοιχείο των ιστοριών του και σε αρκετές το προειδοποιητικό ύφος του, που βρίσκουμε και σε μύθους του δικού μας Αίσωπου ή του Γάλλου Jean de La Fontaine, και που μας δείχνει τις επιπτώσεις των λάθος ή βιαστικών αποφάσεων.

Αυτό που μένει διαβάζοντας τον, είναι ένα ηθικό δίδαγμα και μια γλυκόπικρη γεύση πίσω στο βάθος, κυρίως εξαιτίας του ρεαλισμού του, που μάλλον βρίσκει στον καθένα μας κρυμμένες χορδές ταύτισης.

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Πηγή 1, Πηγή 2, Πηγή 3, Πηγή 4, Πηγή 5, Πηγή 6