Rhiannon – Ο μύθος της ουαλικής θεότητας του νεραϊδένιου Κάτω Κόσμου

Μια ουαλική ρήση λέει: «Τρία είναι τα πράγματα που σπάνια ακούγονται: Το τραγούδι ενός από τα πουλιά της Rhiannon, σοφία από το στόμα ενός Σάξονα και πρόσκληση στο τραπέζι ενός τσιγκούνη».

  Art by https://enayla.deviantart.com/

Art by https://enayla.deviantart.com/

Η Rhiannon (Ρίαννον) είναι μία από τις θεότητες του Annwn (Ανν’ν), του νεραϊδένιου Κάτω Κόσμου των Ουαλών. Κάποιοι μύθοι τη θεωρούν θεά της ανατολής, ενώ άλλοι του φεγγαριού. Μια τέτοια ασυμφωνία στις εκδοχές είναι σπάνια σε άλλες μυθολογίες, αλλά ο ουαλικός μύθος είναι ένα μέρος ιδιαίτερο. Οι ιστορίες των Ουαλών, των Ιρλανδών και των αυτοχθόνων της Βρετανίας εξελίχθηκαν παράλληλα με τους ήρωες του κάθε λαού να φέρουν παρόμοια ονόματα και να τους αποδίδονται παρόμοιες ιστορίες. Έτσι, για παράδειγμα, ο Mannanan Mac Lir των Ιρλανδών εμφανίζεται στον Ουαλικό μύθο ως Manawyddan και ο πατέρας του Lir είναι όμοια ο θεός της θάλασσας Llyr των Ουαλών. Όμως, με την εξερεύνηση των βρετανικών νήσων και την επικοινωνία των λαών τους οι μύθοι άρχισαν να συγχέονται και να συγχωνεύονται. Ταυτόχρονα, η άφιξη του Χριστιανισμού στον παγανιστικό κόσμο δεν μπορούσε να αναγνωρίσει άλλους θεούς πέρα από τον δικό της, οπότε οι διάφοροι θεοί μετατρέπονται σε πρίγκηπες και αρχαίους βασιλιάδες, για να επιβιώσουν οι ιστορίες τους στη νέα πραγματικότητα.

Η κύρια πηγή για τις ιστορίες των Ουαλών, και για τη Rhiannon, για την οποία θα μιλήσουμε εδώ, είναι το βιβλίο Mabinogion (Μαμπινόγκιον), το οποίο γράφτηκε τον 11ο αιώνα. Στις σελίδες του δεν υπάρχουν μόνο οι πρώτοι ουαλικοί μύθοι, αλλά ανιχνεύονται και τα σπάργανα του μύθου του Αρθούρου. Ο κάτω κόσμος, το Annwn, το βασίλειο των νεραϊδών ήταν μια ιδέα καλά ριζωμένη στο μυαλό των Κελτών. Είτε επρόκειτο για την Ιρλανδία, την Ουαλία ή τη βρετανική ενδοχώρα υπήρχαν περιοχές ανεξερεύνητες, τις οποίες οι πυκνές και συχνές ομίχλες τις έκαναν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται δίχως προειδοποίηση, αφήνοντας τη φαντασία του ανθρώπου να οργιάσει και φυτεύοντάς της τον σπόρο, να δημιουργήσει. Για τους Ουαλούς, το νησί της Ιρλανδίας που άλλοτε φαινόταν και άλλοτε χανόταν στον ορίζονται, ήταν ένα μέρος μαγικό και απόκοσμο, ένα μέρος όπου σίγουρα ζούσαν οι θεοί του Κάτω Κόσμου. Όμοια λειτουργούσε για τους Ιρλανδούς η Βρετανία. Το απόκοσμο ταξίδι στην αντίπερα όχθη εξετάζεται διεξοδικά στον δεύτερο κλάδο του Mabinogion. Οι βάλτοι είχαν μια παρόμοια δυναμική. Όταν, όμως, όλα τα μυστήρια αποκαλύφθηκαν με τον καιρό και την εξερεύνηση, οι Κέλτες αναγκάστηκαν να κάνουν αλλαγές στις ιστορίες τους. Έτσι, η Rhiannon και ο Pwyll (Πουίλ), ο σύζυγός της, θεωρούνται πρίγκηπες και εκπρόσωποι του Annwn στον κόσμο των ανθρώπων, αντί για θεοί, και κυβερνούν το ανθρώπινο βασίλειο του Dyfed (Ντ’φ΄ντ) στην Ουαλία, στο σημερινό Pembrokeshire.

Οι πολλές αλλαγές από τις οποίες έχει περάσει ο μύθος της αιτιολογούν τις αμφιβολίες για το ποια ήταν η πραγματική θεϊκή υπόσταση της Rhiannon. Αυτό για το οποίο όλοι οι μύθοι συμφωνούν όμως, είναι ο δυναμισμός της, η ομορφιά της και ο συσχετισμός της με τα άλογα, τα οποία την ομοιάζουν με την Epona, τη θεά των αλόγων του Γαλλορωμαϊκού πανθέου. Στις ελάχιστες απεικονίσεις της, η Rhiannon απεικονίζεται καβάλα σε άλογο. Στην ιδιοκτησία της είχε τρία πουλιά τα οποία μπορούσαν με το τραγούδι τους να αναστήσουν τους νεκρούς και να φέρουν στους ζωντανούς τον αιώνιο ύπνο, τα οποία, όμως, σπάνια τραγουδούσαν. Η γενιά της είχε καλές σχέσεις με τη γενιά του Llyr, του άρχοντα της θάλασσας, η οποία στους κέλτικους μύθους συσχετίζεται άμεσα με τις αρχαίες δυνάμεις και τον Κάτω Κόσμο. Αντίστοιχα, όμως, δεν είχε καλές σχέσεις με τη γενιά της Don, (στους κέλτικους μύθους γνωστή ως Danu), της θεάς του φωτός. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε, ότι παρότι πολλές φιγούρες στον κέλτικο μύθο συσχετίζονται με τον Άλλο Κόσμο, όπως και ο Άδης στην Ελληνική μυθολογία, δεν είναι απαραίτητα κακές ή μοχθηρές, αλλά ξένες και απόμακρες στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων.

Από τους τέσσερεις κλάδους του Mabinogion, ο πρώτος είναι αποκλειστικά αφιερωμένος στον γάμο της Rhiannon και του Pwyll, τη γέννηση του γιου της, Pryderi (Πράιντερι)  και το πώς έγινε η κυρία του Annwn. Ο τρίτος κλάδος αναφέρεται ξανά σε αυτή, αλλά οι πρωταγωνιστές του πλέον είναι ο Pryderi και ο Manawyddan.

 

Ο γάμος της Rhiannon και του Pwyll και η γέννηση του Pryderi

Αφού πέρασε έναν χρόνο στο Annwn, στη θέση του θεού του Κάτω Κόσμου, ο Pwyll κηρύχθηκε αντιπρόσωπος του στη γη του Dyfed και κυβερνούσε με σύνεση. Στην περιοχή υπήρχε ένας πράσινος λόφος, όπου οι θρύλοι έλεγαν πως, αν κάποιος καθόταν στην κορυφή του, τότε ή θα τον χτυπούσαν αόρατα χέρια σε όλο του το σώμα ή θα του αποκαλυπτόταν κάποιο θαύμα. Ο Pwyll συγκέντρωσε τους ακολούθους του και ανέβηκε στον λόφο. Όταν έκατσαν στην κορυφή του, κανένα χέρι δεν τους χτύπησε, αλλά ούτε τίποτε άλλο συνέβη. Καθώς όμως περίμεναν, μια γυναίκα εμφανίστηκε στην πλάτη ενός λευκού αλόγου. Ο Pwyll μαγεύτηκε από την ομορφιά της και ζήτησε σε έναν από τους άντρες του να την ακολουθήσει και να του τη φέρει. Εκείνος υπάκουσε, αλλά παρότι το άλογο και η γυναίκα έμοιαζαν να πηγαίνουν αργά, όσο εκείνος έτρεχε, τόσο μακρύτερα χανόταν εκείνη, μέχρι που στο τέλος την έχασε για τα καλά. Απογοητευμένος ο Pwyll μάζεψε την ακολουθία του, αλλά επέστρεψε την επόμενη μέρα και έκατσε ξανά στην κορυφή του λόφου. Η πανώρια γυναίκα εμφανίστηκε ξανά και ο Pwyll έστειλε τον καλύτερό του καβαλάρη ξωπίσω της, αλλά εκείνη ξέφυγε με τον ίδιο τρόπο. Την τρίτη μέρα ο Pwyll ανέβηκε στον λόφο και με το που εμφανίστηκε η γυναίκα, έτρεξε ο ίδιος στο κατόπι της. Πρόσταζε το άλογο του να τρέξει όλο και πιο γρήγορα, αλλά εκείνη έφευγε όλο και μακρύτερα δίχως να φαίνεται να δυσκολεύεται καθόλου ή να ταλαιπωρεί το άτι της, μέχρι που ο Pwyll αποκαμωμένος, λίγο πριν τη χάσει από τα μάτια, της φώναξε εξουθενωμένος να σταματήσει. Εκείνη τότε αποκρίθηκε:

«Με χαρά μου να σταματήσω, αν και θα ήταν καλύτερα για το άλογό σου, αν μου το ζητούσες εξαρχής».

Του είπε στη συνέχεια ότι ήταν η Rhiannon, η κόρη του Heveydd (Χέβεϋντ) του Αρχαίου. Οι άρχοντες της γης της, την είχαν τάξει για γάμο σε έναν άντρα που δεν ήθελε. Εκείνη, όμως, είχε δει τον Pwyll από μακριά και τον είχε επιλέξει ως ταίρι της. Ο Pwyll πανευτυχής αντάλλαξε μαζί της όρκους αγάπης και της υποσχέθηκε ότι θα την έβρισκε σε έναν χρόνο στον οίκο του πατέρα της. Η Rhiannon του χαμογέλασε και ύστερα εξαφανίστηκε.

Ένα χρόνο αργότερα, στις πύλες του Heveydd εμφανίστηκε ο Pwyll με εκατό ακόλουθους και όπως πρόσταζε η παράδοση για έναν τόσο μεγάλο άρχοντα, τον υποδέχτηκαν με τιμές μεγάλες και έστησαν γιορτή για εκείνον. Στο τραπέζι τον έβαλαν να καθίσει ανάμεσα στη Rhiannon και τον πατέρα της και του έδωσαν να φάει και να πιει. Ενώ η γιορτή είχε φουντώσει, ένας νεαρός με πύρινα μαλλιά εμφανίστηκε μπροστά στους προσκεκλημένους και ζήτησε τη χάρη του Pwyll και εκείνος μέσα στη χαρά του απάντησε έτσι:

«Ό,τι και να μου ζητήσεις, αν είναι μέσα στη δύναμή μου, θα στο δώσω».

Όμως, τότε ο νεαρός έβγαλε τη μεταμφίεσή του και με όλη την αυλή μάρτυρα στην υπόσχεση του Pwyll, ζήτησε τη Rhiannon για γυναίκα του. Εκείνος έμεινε έκπληκτος από την ανοησία του και η Rhiannon τον επίπληξε αυστηρά.

«Κράτα το στόμα σου όσο πιο πολύ είναι δυνατόν! Ποτέ κανείς δεν χρησιμοποίησε το μυαλό του με χειρότερο τρόπο!»

Ύστερα του αποκάλυψε πως ο άντρας μπροστά τους ήταν ο Gwawl (Γκουόλ), ο γιος του Clud, με τον οποίον προσπαθούσαν να την παντρέψουν οι ευγενείς. Η υπόσχεση του Pwyll τον ανάγκαζε να δώσει τη Rhiannon στον Gwawl, αλλά εκείνος δε δεχόταν. Η Rhiannon, όμως, επέμεινε.

«Δώσε με σε εκείνον, αλλά δε θα γίνω ποτέ δική του».

Και ο Pwyll υπάκουσε και υποσχέθηκε να δώσει τη Rhiannon στον Gwawl σε μια μεγάλη γιορτή σε έναν χρόνο. Όσο γίνονταν οι προετοιμασίες, η Rhiannon έδωσε στον Pwyll έναν μαγικό σάκο, ο οποίος ήταν αδύνατον να γεμίσει και κατέστρωσαν το σχέδιο για τη διάσωσή της. Όταν πέρασε ο χρόνος, γιορτή στήθηκε και η Rhiannon κάθισε δίπλα στον Gwawl στην κορυφή του τραπεζιού. Στο μεταξύ ο Pwyll μεταμφιέστηκε σε γέρο ζητιάνο και έβαλε την ακολουθία του να περιμένει κρυμμένη. Ύστερα προχώρησε μπροστά στον Gwawl και ζήτησε τη χάρη του.

«Τι δώρο θες;» αποκρίθηκε εκείνος, πονηρεμένος, γιατί έτσι είχε κλέψει και εκείνος τη Rhiannon.

«Είμαι φτωχός…», απάντησε ο Pwyll, «οπότε το μόνο που θέλω να γεμίσετε τον σάκο μου με φαγητό».

  Alan Lee illustration for The Mabinogion

Alan Lee illustration for The Mabinogion

Ο Gwawl θεώρησε το δώρο αυτό λογικό και ζήτησε από τους ακολούθους του να γεμίσουν τον σάκο. Όσο φαγητό και αν έβαζαν, όμως, τόσο έμοιαζε ο σάκος να μη γεμίζει. Τότε ο Pwyll είπε πως ο σάκος του ήταν μαγικός και μόνο αν κάποιος από θεϊκή γενιά έσπρωχνε και με τα δυο του πόδια το φαγητό θα γέμιζε ο σάκος. (Άλλες εκδοχές λένε ότι αυτός που μπορούσε να γεμίσει τον σάκο είχε εκτάσεις, πλούτη και θησαυρούς.)

«Βοήθησε τον ζητιάνο», προέτρεψε τον Gwawl η Rhiannon, μιας και καταγόταν από έναν από τους θεούς του φωτός. (Το όνομά του μάλιστα σημαίνει φως.)

Με το που άρχισε όμως ο Gwawl να σπρώχνει, χώθηκε και ο ίδιος μέσα στον σάκο και ο Pwyll τον έδεσε μέσα. Ύστερα φύσηξε το κέρας του και η ακολουθία του εμφανίστηκε από εκεί που κρύβονταν.

«Τι έχει μέσα στο σακί;» ρωτούσαν ένας ένας τον Pwyll και εκείνος απαντούσε πως μέσα στον σάκο ήταν ένας ασβός και τότε ένας ένας οι στρατιώτες κλωτσούσαν τον σάκο ή τον χτυπούσαν με ένα ξύλινο ραβδί. Ο θρύλος λέει ότι το παιχνίδι του ασβού στον σάκο γεννήθηκε εκείνη τη μέρα.

Ο Heyvedd, όμως, είδε τι συνέβαινε και επενέβη, ζητώντας από τον Pwyll να τον απελευθερώσει. Ο Pwyll συμφώνησε με τον όρο ότι ο Gwawl θα έδινε πίσω τη Rhiannon και δε θα αποζητούσε ποτέ να τον εκδικηθεί. Ο Gwawl ηττημένος αναγκάστηκε να δεχτεί, έδωσε εγγυήσεις και γύρισε στη χώρα του και έτσι ο Pwyll και η Rhiannon μπόρεσαν να παντρευτούν. Ο γάμος τους, συμβολικά, είναι μια επικράτηση των δυνάμεων του σκότους πάνω στο φως, καθώς εκείνοι προέρχονταν από οικογένειες του σκοταδιού, ενώ ο Gwawl ήταν από τη γενιά του ήλιου. Για αυτόν τον λόγο αποτελεί μια ευθεία αναλογία με τον εορτασμό του Samhain τον Νοέμβριο, όπου γιορτάζεται η αρχή του χειμώνα.

Ο Pwyll και η Rhiannon πέρασαν τρία χρόνια μαζί ευτυχισμένοι, αλλά δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Τότε οι ευγενείς του Dyfed ζήτησαν από τον Pwyll να βρει άλλη γυναίκα, για να έχει το βασίλειο κληρονόμο. Εκείνος, όμως, δεν ήθελε να αφήσει τη Rhiannon και ζήτησε έναν χρόνο διορία. Πράγματι έναν χρόνο αργότερα, ένας γιος γεννήθηκε. Τη νύχτα της γέννησής του, όμως, οι έξι υπηρέτριες της Rhiannon αποκοιμήθηκαν και όταν ξύπνησαν το παιδί είχε χαθεί. Φοβούμενες πως θα τις τιμωρούσαν για την αμέλειά τους κατηγόρησαν τη Rhiannon πως έφαγε το παιδί. Σκότωσαν μερικά κουτάβια, έβαψαν με το αίμα τους την κυρία τους και ύστερα την ξύπνησαν κραυγάζοντας και κατηγορώντας τη. Όσο και να αρνιόταν εκείνη το έγκλημα, οι υπηρέτριες επικαλέστηκαν τους δρυΐδες και δείχνοντάς τους τα κόκκαλα των κουταβιών, τους έπεισαν να την καταδικάσουν. Ακόμα και έτσι, όμως, ο Pwyll δε δεχόταν να τη διώξει, αλλά αναγκάστηκε να της ορίσει μια τιμωρία. Για εφτά χρόνια έπρεπε να στέκεται μαζί με τα άλογα έξω από την πύλη και να προσφέρεται να πάρει τους επισκέπτες στην πλάτη της ως το παλάτι, αν και όλοι είχαν τέτοιο σεβασμό για τη Rhiannon, που ελάχιστοι δέχονταν.

Τι συνέβη στο παιδί κανείς δεν ξέρει. Η εξαφάνισή του συνδέεται συμβολικά με τον ερχομό του Beltaine, που γιορτάζει τον ερχομό του καλοκαιριού το Μάιο, μιας και όπως είχε χαθεί το παιδί έτσι χανόταν και ένα κομμάτι της νύχτας. Στο μεταξύ, όμως, ένας από τους ακόλουθους του Pwyll, ο Teirnyon Twryv Vliant, είχε μια φοράδα που κάθε φορά το βράδυ της Πρωτομαγιάς γεννούσε ένα πουλαράκι και κάθε φορά αυτό εξαφανιζόταν. Ο Teirnyon κλείστηκε, λοιπόν, ένα βράδυ με τη φοράδα σε ένα δωμάτιο φορώντας όλη του την αρματωσιά και περίμενε. Νωρίς τη νύχτα γεννήθηκε το πουλαράκι και τότε ακούστηκε τρομερός θόρυβος και ένα χέρι με γαμψά νύχια μπήκε από το παράθυρο και άρπαξε το πουλάρι. Ο Teirnyon όρμησε με το σπαθί του και το έκοψε. Αντί, όμως, να ακούσει κάποιο βρυχηθμό τέρατος άκουσε κλάματα και βρήκε έκπληκτος έξω από το παράθυρο ένα μωρό που έκλαιγε μέσα σε μεταξωτά υφάσματα. Υιοθέτησε, λοιπόν, το παιδί και το ονόμασε Gwri (Γκρι) με τα χρυσά μαλλιά.

Όσο, όμως, το παιδί μεγάλωνε τόσο έμοιαζε στον Pwyll και τότε ο Teirnyon συνειδητοποίησε ότι είχε βρει το παιδί τη νύχτα που η Rhiannon είχε χάσει το δικό της. Η γυναίκα του και εκείνος τότε προβληματίστηκαν πολύ και μετά από σκέψη κατάλαβαν ότι το παιδί ανήκε στη βασίλισσά τους. Αποφάσισαν ότι δεν ήταν δίκαιο να το κρατήσουν και το πήγαν στον Pwyll. Στη πύλη τους περίμενε η Rhiannon, αλλά δε δέχτηκαν να τους κουβαλήσει στην πλάτη της. Έφτασαν τελικά στον Pwyll και όταν παρουσίασαν το παιδί σε εκείνον και τη Rhiannon, εκείνοι το αναγνώρισαν ως δικό τους.

«Το βάσανό μου, έφτασε στο τέλος του, λοιπόν, αν αυτή είναι η αλήθεια…», είπε τελικά η Rhiannon και ο αρχηγός των δρυϊδών ονόμασε το παιδί Pryderi, που στη γλώσσα των Ουαλών σημαίνει βάσανο. Και η οικογένεια, ενωμένη πια, έζησε ευτυχισμένη για πολλά χρόνια, μέχρι που ο Pwyll πέθανε και ο Pryderi τον διαδέχτηκε. Σαν γιος του πατέρα του μπλέχτηκε και αυτός σε περιπέτειες μαζί με τη μητέρα του και τον φίλο του Manawyddan, αλλά αυτό ιστορείται στον τρίτο κλάδο του Mabinogion, με τον τίτλο «Ο πόλεμος των γητειών» (The war of enchantments) και είναι μια ιστορία για μια άλλη φορά…

 

Πηγές

Lost Worlds by John Howe

Celtic Myth and Legend, Poetry and Romance by Charles Squire 1915

Cover Art by https://enayla.deviantart.com/