Will o’ the Wisps: Το όνομα, το νόημα, οι μύθοι, οι θρύλοι και η αλήθεια

  The Wood Spirit by VladislavPANtic.deviantart.com

The Wood Spirit by VladislavPANtic.deviantart.com

«Να… Κοιτούσα αυτά τα φώτα, κυρά. Είναι τόσο όμορφα. Μοιάζουνε λίγο με μένα, μόνο που δεν καίνε ό,τι αγγίζουν. Αν μπορούσα, θα ‘θελα να γίνω σαν κι αυτά».

«Άλλο καύση κι άλλο καημός, μα τα δυο δεν είναι ξένα. Έχεις δίκιο πως μοιάζουνε με σένα κι όμως είναι αλλιώτικα».

«Τι είναι, κυρά;»

«Λογιών-λογιών πράγματα: νεραϊδόφωτα, ψυχοφωτιές, βαλτοφάναρα. Χαρές και πίκρες που δε σβήσανε με τους ανθρώπους που τις είχαν. Ψυχές ανήσυχες και οργές άσβεστες. Ευχές και κατάρες που έμειναν ξυλάρμενες στον κόσμο, να βλογούν και να καταριούνται τους ανθρώπους που βρίσκονται στο δρόμο τους. Κι είναι η τροφή τους πιο μεγάλο τίμημα από μερικά καμένα ξύλα. Εσύ όμως δεν είσαι τίποτα απ’ όλα αυτά».

-Ιστορίες της Γιαγιάς Ιτιάς

 

Το παραπάνω κείμενο, από την ιστορία-πλαίσιο του συλλογικού μας βιβλίου, αναφέρει επιγραμματικά ορισμένα από τα πράγματα που θρυλούνται για τα λεγόμενα Will o’ the Wisps ή Will o’ Wisps. Καθώς πλησιάζει ανήμερα του Halloween, είπαμε να γράψουμε ένα άρθρο για τα φωτάκια που έδωσαν το όνομα στο site – κι αν νομίζετε πως επειδή είναι φωτάκια, είναι και χαριτωμένα, κάνετε πολύ μεγάλο λάθος…

Προς στιγμήν θα σας γειώσω, παραθέτοντας την πεζή, πλην επιστημονικά ενδιαφέρουσα αλήθεια για τα Will o’ Wisps. Το φαινόμενο του εναέριου αυτού φωσφορισμού, έχει κατά καιρούς αποδοθεί σε διάφορες πηγές (πυγολαμπίδες, βιοφωσφορισμός από άλγη και λειχήνες, καθώς και το αρκούντως ανεξήγητο φαινόμενο της σφαιρικής αστραπής). Ωστόσο, η εμφάνισή του στα μέρη που γέννησαν τις περισσότερες δοξασίες γύρω από τα Wisps (κοινώς, βάλτοι ή άλλα μέρη όπου επικρατεί υγρή αποσύνθεση), έχει εξηγηθεί επαρκώς.

Πάμε λίγο πίσω στο χρόνο, στα 1776, όταν ο Alessandro Volta (που έδωσε το όνομά του στη μονάδα μέτρησης του Volt) υποστήριξε πως τα Wisps οφείλονταν στην ανάφλεξη αερίων του βάλτου από τον ηλεκτρισμό των κεραυνών. Η θεωρία είχε αρκετά προβλήματα και δεν εξηγούσε ορισμένες από τις συμπεριφορές των Wisps, οπότε έμεινε αμφιλεγόμενη.

  Art source  here

Art source here

Παρόλα αυτά, σήμερα γνωρίζουμε πως δεν είχε πολύ άδικο: μέσα στις ελώδεις περιοχές λαμβάνει χώρα κάτι που ονομάζεται αναερόβια αποσύνθεση, κοινώς η σήψη οργανικού υλικού (φυτά, ζώα, άνθρωποι) χωρίς την παρουσία οξυγόνου. Το οργανικό υλικό, θαμμένο κάτω από τα πολλαπλά και κορεσμένα στρώματα του βάλτου, αποδομείται από τα λεγόμενα αναερόβια βακτήρια, διαδικασία που έχει ως παράγωγα διάφορα αέρια, μεταξύ των οποίων το μεθάνιο και οι φωσφίνες. Ας διαλύσουμε εδώ και έναν άλλο μύθο: το μεθάνιο είναι άχρωμο και άοσμο, παρά τη λαϊκή σοφία του στρατού. Αυτό που… βρωμάει, αν με καταλαβαίνετε, είναι το υδρόθειο. Το μεθάνιο είναι επίσης πολύ εύφλεκτο, αλλά όχι δίχως κάποια πηγή φωτιάς, σπινθήρα, κάτι. Οι φωσφίνες, από την άλλη, είναι τοξικές και αναφλέγονται μόνες τους όταν έρθουν σε επαφή με τον αέρα. Το αέριο φωσφινών είναι δε βαρύτερο από τον αέρα, οπότε «κάθεται» κοντά στην επιφάνεια του εδάφους. Το μεθάνιο, αντίθετα, είναι ελαφρύτερο και ανεβαίνει πιο ψηλά. Το αποτέλεσμα (πολύ χοντρικά) είναι πως οι φωσφίνες αναφλέγονται, ανάβουν το μεθάνιο από πάνω τους και σχηματίζουν τα Wisps. Αυτό εξηγεί επίσης γιατί μετακινούνται κι εξαφανίζονται όταν πλησιάσει κανείς: η μετατόπιση του αέρα από την κίνηση σπρώχνει αρχικά το αέριο κι ύστερα το διασκορπίζει.

Βέβαια, αυτή η διαδικασία σημαίνει πως, αν κάποιος άνθρωπος παρασυρθεί στο έλος από αυτό το φαινόμενο και καταλήξει να βυθιστεί πνιγμένος στα νερά του βάλτου, εν καιρώ θα αποδομηθεί αναερόβια, δημιουργώντας (πιο σωστά, συνεισφέροντας σε) ένα νέο Wisp…

Αυτά από επιστημονική σκοπιά, οπότε ας περάσουμε τώρα στο ζουμί. Ετυμολογικά, καταρχήν, Will o’ the Wisp σημαίνει «Θέληση της Φλόγας», ή «Φλόγα με Θέληση».

  Art by img00.deviantart.net

Art by img00.deviantart.net

Τα Wisps εμφανίζονται στις παραδόσεις πάμπολλων λαών, με προεξέχουσες τις Βρετανικές Νήσους, όπου έχουν ποικίλα ονόματα, όπως Corpse Candle, Elf ή Faery Fire, Jack o’ Lantern (για περισσότερα, διαβάστε εδώ), Friar’s Lantern, Witch Lights και πολλά, πολλά άλλα. Ένα διαφορετικό φαινόμενο (τόσο στην προέλευση, όσο και το σχήμα) αλλά με παρόμοια φασματική χροιά, που συναντούν οι ναυτικοί στη θάλασσα, στη διάρκεια καταιγίδων με κεραυνούς,  λέγεται St. Elmo’s Fire (από τον καθολικό Άγιο Έρασμο, προστάτη των ναυτικών) και συχνά θεωρούταν καλή τύχη, διότι υποδήλωνε την παρουσία του αγίου. Μάλιστα μια από τις πρώτες περιγραφές του φαινομένου συναντάται στα γραπτά του Ιουλίου Καίσαρα (De Bello Africo, 47).

Η παλαιότερη καταγεγραμμένη (υπό την έννοια, πρωτότυπα καταγεγραμμένη και όχι ως μεταγενέστερη έρευνα) αναφορά στο φαινόμενο, με τη λέξη “wisp”, μοιάζει ν’ ανήκει στον Ουαλό ποιητή του 14ου αιώνα, Dafydd ap Gwilym. Η τρόπον τινά τυπική, λατινική ονομασία, Ignis Fatuus, «το Φως του Ανόητου» ή «Σαχλή ή Παιχνιδιάρα Φλόγα», αναφέρεται για πρώτη φορά στο A Goodly Gallerye: William Fulke's Book of Meteors του 16ου αιώνα, μάλλον ως φυσικό φαινόμενο.

Σε κάθε περίπτωση, λαογραφικά τουλάχιστον, στη Δύση συνδέεται με ένα σωρό δυσάρεστα πράγματα.

Ως επί το πλείστον, τα Wisps θεωρούνται ανήσυχες ψυχές αμαρτωλών ανθρώπων που δεν μετανόησαν, ή ανθρώπων που πέθαναν δίχως να λάβουν ικανοποίηση για κάποια αδικία. Σε μερικές εκδοχές, όταν αιωρούνται πάνω από κάποιο μνήμα, αυτό υποδηλώνει την παρουσία βρικόλακα (στο εσωτερικό). Στη Βουλγαρία, για παράδειγμα, το φαινόμενο των ιπτάμενων φώτων σχετίζεται με ένα είδος βρικόλακα που λέγεται Ubour (Ούμπορ) και το οποίο σπιθίζει καθώς κινείται στο σκοτάδι.

Στην ουαλική λαογραφία, όπου ονομάζονται Corpse Candles (όπως αναφέρθηκε πιο πάνω), όταν έχουν αχνό γαλάζιο χρώμα, προμηνύουν θάνατο. Ένα μικρό Corpse Candle προμηνύει θάνατο παιδιού, ένα μεγάλο, θάνατο ενηλίκου κι αν είναι πολλά από δαύτα, προμηνύουν πολλαπλό θανατικό. Η αντίληψη αυτή δεν εντοπίζεται μόνο στην Ουαλία, αλλά υποτίθεται πως έχει τις ρίζες στης στην περιοχή κατά τον 5ο αιώνα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο St. David, προστάτης άγιος της Ουαλίας, δημιούργησε αυτά τα φώτα για να προειδοποιεί τους ανθρώπους που ζούσαν διαρκώς υπό το φόβο ενός απρόσμενου θανάτου κι έτσι να έχουν το χρόνο να προετοιμαστούν.

  Death Fires by Gustave Dore

Death Fires by Gustave Dore

Ίσως όχι παράδοξα (αν σκεφτεί κανείς πώς ο Χριστιανισμός ενσωμάτωνε ό,τι μπορούσε από τις τοπικές μυθολογίες και παραδόσεις για να διευκολυνθεί ο προσηλυτισμός), στις κέλτικες παραδόσεις της προ-χριστιανικής εποχής, ειδικά δε της Ουαλίας, τα Faery Fires είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Πρόκειται για μαγικά φώτα που κρατάνε στα χέρια τους τα Pwca ή Púca (ή Pooka, ή Phooka κλπ.), μέλη της ευρύτερης οικογένειας των Tylwyth Teg (Τάλουιθ Τεγκ, ονομασία που επίσης μοιάζει να εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του ποιητή Dafydd ap Gwilym), τα ουαλικά ανάλογα των ιρλανδικών Aes Sidhe (για τα οποία μιλήσαμε εκτενέστερα εδώ), των αρχέγονων, μαγικών «λαών κάτω από τους λόφους». Κατ’ ουσία, πρόκειται για ένα είδος καλικάντζαρου, που παρασέρνει διαβάτες σε απόμερα ή επικίνδυνα μέρη και μετά σβήνει το φως του, αφήνοντάς τους εκεί.

Ανάλογο είναι και το Pixy-light για το οποίο μιλάνε στο Devon και την Κορνουάλη της Αγγλίας, το οποίο σχετίζεται με τα ομώνυμα Pixies, που έχουν όμως σαφώς πιο σκανταλιάρικη, παρά κακεντρεχή διάθεση. Λέγεται, δε, πως έστηναν κασκαρίκες κυρίως σε βάρος ζευγαριών.

Στα υψίπεδα της Σκοτίας, είτε με τη συνήθη μορφή που έχουμε περιγράψει, είτε ως αγόρι που κουβαλούσε πυρσό, το Spunkie οδηγούσε τους ταξιδιώτες στο χαμό τους και μάλιστα λέγεται πως ευθυνόταν για πολλά ναυάγια, αφού το φως του το περνούσαν λανθασμένα για φως φάρου ή λιμανιού.

Στη Γερμανία, θεωρείται πως πρόκειται για περιπλανώμενη ψυχή που ακολουθεί μια αόρατη, επικήδεια πομπή. Στη Σουηδία υποτίθεται πως είναι μια αβάπτιστη ψυχή που προσπαθεί να οδηγήσει διαβάτες σε νερό για να τη βαπτίσουν.

Στη Δανία (καθώς επίσης και στη Φινλανδία, τη Λετονία, τη Λιθουανία κ.α.) έχουν μια ονομασία που κατά βάση σημαίνει «Φως του Θησαυρού» και υποτίθεται πως η παρουσία τους υποδεικνύει πράγματι κάποιον θαμμένο θησαυρό. Κάτι παρόμοιο ισχύει στο Μεξικό. Υπάρχει, σχετικά με αυτό (και πιθανώς κάποιου είδους γεωθερμικό φαινόμενο), μια ενδιαφέρουσα αναφορά από το 1776 (Mineralogia Cornubiensis: A Treatise on Minerals, Mines, and Mining, Λήμμα 112): σύμφωνα με τον συγγραφέα της πραγματείας, William Pryce, οι μεταλλωρύχοι που αναζητούσαν φλέβες κασσίτερου θεωρούσαν την εμφάνιση αυτών των φώτων ως αδιάσειστη ένδειξη της παρουσίας της.

Στην ελληνική παράδοση, τα Wisps δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα, ούτε έχουν κάποιο ιδιαίτερο όνομα, ενώ η παρουσία τους μπορεί να είναι είτε βοηθητική, είτε να υποδηλώνει την παρουσία του Διαβόλου.

Στην Αφρική (συγκεκριμένα στο Κονγκό, αναφορά που συμπεριλαμβάνεται εδώ λόγω ομοιότητας με τις προηγούμενες), τα λεγόμενα Witch Lights θεωρούνται απόδειξη άσκησης μαγείας από κάποιον ή κάποια στην περιοχή και θεωρείται πως στέλνονται για να τρομοκρατήσουν τον υπαίτιο κάποιας άνομης πράξης. Στο Μεξικό, πάλι, η άλλη εκδοχή είναι πως οι ίδιες οι μάγισσες (bruja) μεταμορφώνονται σε αυτά τα φώτα.

Στη Νότιο Αμερική, τα ανάλογα των Will o’ Wisps παίρνουν ακόμα πιο σκοτεινή χροιά.

Στη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα, το αποκαλούμενο Boi-tatá («πύρινο φίδι») είναι ένα μεγάλο ερπετό, το οποίο επιβίωσε κάποιου μεγάλου κατακλυσμού. Έπειτα βγήκε από τη φωλιά του κι άρχισε να καταβροχθίζει τα μάτια από οτιδήποτε (ή οποιονδήποτε) είχε πνιγεί στην πλημμύρα. Ο μύθος λέει πως το φως από όλα αυτά τα μάτια έκανε τα μάτια του φιδιού πύρινα και αυτά είναι που λαμποκοπάνε στο σκοτάδι, καθώς κινείται ή κρέμεται από τα δέντρα.

Στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη, το Will o’ Wisp είναι γνωστό ως Luz Mala («Κακό Φως») και λέγεται πως από μέσα του ακούγονται ουρλιαχτά πόνου και τρόμου.

Στην Κολομβία, η Candileja είναι το πνεύμα μιας κακής γριάς που ανέθρεψε ανήθικα εγγόνια (με την έννοια ότι έγιναν κλέφτες και φονιάδες) κι έτσι, μετά θάνατον, καταδικάστηκε να περιφέρεται αιωνίως, τυλιγμένη στις φλόγες.

Το φαινόμενο συναντάται φυσικά και στην Άπω Ανατολή, με ποικίλες, διαφορετικές αναφορές στην Ινδία και το Πακιστάν, πάντοτε όμως σε σχετικά ελώδεις περιοχές, ενώ διατηρείται το μοτίβο πως πρόκειται ψυχές. Κάτι ανάλογο ισχύει σε μια συγκεκριμένη, υγρή περιοχή της Αυστραλίας, αν και οι μαρτυρίες του φαινομένου φέρεται να έχουν αυξηθεί μετά την έλευση των Ευρωπαίων αποίκων (γεγονός που πιθανώς αντανακλούσε φόβους τους μπρος στο άγνωστο τοπίο).

Άξιο ειδικής μνείας είναι το αντίστοιχο φαινόμενο στην Ιαπωνία, όπου συνδέεται πολλαπλά με τις λαογραφικές αφηγήσεις και τα τέρατά της.

Από τη μία υπάρχουν τα Hitodama (κυριολεκτικά, «Ανθρώπινη Ψυχή»), τα οποία αφήνουν το σώμα του νεκρού δύο-τρεις μέρες μετά τον θάνατό του και πάνε στα σπίτια των οικείων του ή σε ναούς, αναμένοντας το πέρασμα στον άλλο κόσμο. Από την άλλη, υπάρχουν τα διάφορα Onibi, που σχετικά ατέχνως μεταφράζεται ως «Φώτα των Δαιμόνων». Ατέχνως, διότι όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ -στο κομμάτι για τα Kodama, αλλά και γενικότερα- τα Oni και τα Yôkai της Ιαπωνίας δεν έχουν ευθεία αναλογία προς αυτό που εμείς εννοούμε δαίμονες και αποτελούν το σύνολο των υπερφυσικών της πλασμάτων. Τα Onibi, σε κάθε περίπτωση, εκφράζουν την παρουσία υπερφυσικών πλασμάτων, αλλά ανάλογα τον τοπικό θρύλο, οφείλονται σε κάτι διαφορετικό.

Ανάμεσα στα Onibi, χρήζουν κυρίως αναφοράς τα Kitsunebi (“Foxfires”, «Φώτα των Αλεπούδων») και τα Tanukibi («Φώτα των Tanuki», όπου Tanuki είναι τόσο μυθικό πλάσμα, όσο και ένα ζώο ενδημικό της Ιαπωνίας, που συγγενεύει με τα ρακούν και στα ελληνικά λέγεται νυκτερευτής). Τα μεν πρώτα, αποτελούν έκφραση και κατά μία έννοια πηγή δύναμης των Kitsune, των μεταμορφικών Αλεπούδων με τις Εννιά Ουρές, οι οποίες έχουν την ικανότητα να παίρνουν μορφή γυναίκας για να εξαπατούν τους ανθρώπους. Εν προκειμένω, το Kitsunebi είναι λίγο σαν το μαντήλι της νεράιδας. Αν της το πάρει κανείς, την έχει υπό την εξουσία του και του χαρίζει υπερφυσικές δυνάμεις. Τα δεύτερα, τα Tanukibi, αποτελούν μια από τις πολλές ικανότητες των επίσης μεταμορφικών Tanuki, την οποία χρησιμοποιούν για να κάνουν φάρσες στους ανθρώπους. Έχουν επίσης την ικανότητα να παίρνουν τα ίδια τη μορφή αυτής της φωτιάς.

  Will-O'- The Wisp Card from Magic  the Gathering, Signed by Jesper Myrfors

Will-O'- The Wisp Card from Magic  the Gathering, Signed by Jesper Myrfors

Στη σύγχρονη εποχή (εννοώντας από τον 18ο αιώνα και πέρα), τα Wisps στη λογοτεχνία χρησιμοποιούνται κυρίως μεταφορικά, σαν κάτι εφήμερο, άφταστο, μια ψευδαίσθηση κλπ. Εξαίρεση αποτελεί ο Δράκουλας του Bram Stoker, όπου τα Will o’ Wisps κάνουν μια εμφάνιση στο πρώτο κεφάλαιο. Τα βλέπει ο Jonathan Harker καθοδόν προς το κάστρο του Κόμη και όταν ρωτάει τον οικοδεσπότη του, εκείνος αναφέρει τη λαϊκή δοξασία σχετικά με τους θησαυρούς.

Τα Will o’ Wisps παίζουν επίσης καίριο ρόλο στο παραμύθι που δημοσίευσε το 1795 ο Goethe, “The Green Snake and the Beautiful Lily”, ενώ εμφανίζονται και στον Faust.

Μια άλλη, ουσιαστική αναφορά, γίνεται στο Rime of the Ancient Mariner του Samuel Taylor Coleridge (1834):

“About, about, in reel and rout

The death-fires danced at night;

The water, like a witch's oils,

Burnt green, and blue and white.”

Τα Death-Fires, εν προκειμένω, είναι τα Wisps, τα οποία απέδωσε αριστοτεχνικά και κατά κάποιο τρόπο εν είδει εξήγησης, ο Gustave Doré.

Από τον 20ό αιώνα και πέρα, τα Wisps γίνονται διαδεδομένα κυρίως μέσω των επιτραπέζιων Roleplaying Games, καθώς και των ηλεκτρονικών διαδόχων τους, όπου παίζουν καθαρά το ρόλο σχετικά δύσκολων «τεράτων για σκότωμα». Στο D&D τρέφονται από τις ηλεκτρικές εκκενώσεις των νευρώνων των θυμάτων τους, καθώς βιώνουν το φόβο του αναπόφευκτου θανάτου και στον κόσμο του Ravenloft απέκτησαν τέσσερις ακόμα παραλλαγές, με μόνο τη μία να είναι καλών προθέσεων.

Δεδομένου πως πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο, που παρέμενε μέχρι σχετικά πρόσφατα ανεξήγητο, διάφορες μορφές (και πάρα, μα πάρα πολλές ονομασίες) των Wisps μπορούν να εντοπιστούν σε περίπου οτιδήποτε έχει σχέση με το θάνατο και το υπερφυσικό. Αποτελούν μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου ο φόβος και η γόνιμη φαντασία ήδη του αρχέγονου ανθρώπου, πήραν ένα από τα πολλά φαινόμενα της άγνωστης, επικίνδυνης φύσης και το μετέτρεψαν σε ένα μυστηριώδες πλάσμα που αποτελεί σήμα κατατεθέν όλων των εκφάνσεων του φανταστικού, από τη λαϊκή αφήγηση μέχρι τα PC Games.  

 

 

Βιβλιογραφία και Ηλεκτρονικές Πηγές

AD&D 2nd Edition: Monstrous Manual, TSR, 1993.

Celtic Myth & Legend: An A-Z of People and Places, Mike Dixon-Kennedy, Blandford, 1996.

Dictionnaire des Yôkai, Shigeru Mizuki, μτφρ. Patrick Honoré, Satoko Fujimoto, Pika Edition, 2015.

The Element Encyclopedia of Magical Creatures, John & Caitlin Matthews, HarperCollins, 2005.

The Element Encyclopedia of Vampires, Theresa Cheung, HarperCollins, 2009.

Inamidst.com > Will-o'-the-Wisp

Myths and Legends > The Lantern Man and the Wherryman

Poetry Foundation > The Rime of the Ancient Mariner

Today I Found Out > What Causes Will o’ the Wisps

Wikipedia > The Green Snake and the Beautiful Lily

Wikipedia, διάφορα λήμματα για ενδείξεις και επιμέρους πληροφορίες.

 

 

Ο Ανδρέας Μιχαηλίδης είναι μεταφραστής, συγγραφέας και αφηγητής, ενώ στο παρελθόν έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος και φωτογράφος. Ανά τα χρόνια έχει γράψει πληθώρα άρθρων γύρω από τα comics και την κουλτούρα τους, ξεκινώντας από το περιοδικό «9» της Ελευθεροτυπίας και το Comicdom.gr.

Έχει μεταφράσει, από τα αγγλικά και τα γαλλικά, βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, ιστορίας και λογοτεχνίας (μεταξύ των οποίων, Ο Ιππότης των Επτά Βασιλείων και Τα Ταξίδια του Ταφ του George R.R. Martin, τα Χρονικά της Τσακισμένης Θάλασσας του Joe Abercrombie και τη σειρά με τις Περιπέτειες του Νεαρού Σέρλοκ Χολμς του Andrew Lane). Έχει συμμετάσχει με αστυνομικά διηγήματα σε ανθολογίες όπως: Οικοεγκλήματα, Είσοδος Κινδύνου, Ελληνικά Εγκλήματα 4, Κλέφτες και Αστυνόμοι.

Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει σε φεστιβάλ comics της Ελλάδας και του εξωτερικού με αυτοεκδόσεις, σε συνεργασία με τη Βάλια Καπάδαη, τον Παύλο Παυλίδη (Νέκυια, Iasis, Last Flight of the Swordbreaker κ.α.) και άλλους καλλιτέχνες, στην πλοκαμοφόρο κολεκτίβα LarLarLar Comics.

Μέχρι σήμερα έχει γράψει τρία βιβλία: Το Αμόνι που Τραγουδά (Εκδόσεις Mamaya) και δύο νουβελέτες στη σειρά Ο Εθισμός του Κριστιάν Αμπρόζ (Εκδόσεις Nightread). Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και της Στέγης Προφορικότητας και Παράδοσης «Μυθολόγιο».

Κατά βάση είναι παραμυθάς, χωμένος συνήθως σε μια σπηλιά φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από βιβλία.