Παραμύθια για το πώς και γιατί γεννήθηκαν τα παραμύθια

 

«Ο κόσμος είναι γεμάτος ιστορίες

που ζουν από πάντα,

και αυτές κατά καιρούς επιτρέπουν

στον εαυτό τους να ειπώνονται»

-Ινδιάνοι Τσερόκι

 

  Art by James Christensen

Art by James Christensen

Πόσες ιστορίες γνωρίζει ο καθένας από εμάς; Πόσα παραμύθια; Ο κάθε άνθρωπος έχει μια ιστορία να σου πει. Από πού την ξέρει όμως; Από πού ήρθε αυτή η ιστορία και γιατί; Μα, από κάποιον άλλον που την αφηγήθηκε. Και αυτός από κάποιον άλλον και αυτός από κάποιον άλλον πάλι. Και έτσι πάμε όλο και πιο μακριά και όλο και πιο πίσω, γιατί οι ιστορίες και τα παραμύθια αλλάζουν στόματα όπως αλλάζουν χέρια τα χρήματα. Και δεν τους αρέσει να μένουν στάσιμες, κρυμμένες, βουβές. Θέλουν να ταξιδεύουν ελεύθερες και όσο ταξιδεύουν να αλλάζουν, να εξελίσσονται, να αλλάζουν δέρματα αλλά όχι σκελετό. Ναι, αλλά από πού ήρθαν τότε οι πρώτες ιστορίες, πώς δημιουργήθηκαν τα πρώτα παραμύθια, θα αναρωτηθείς. Και έπειτα, γιατί; Γιατί δημιουργήθηκαν; Αυτό αναρωτήθηκαν και οι πρώτοι άνθρωποι και οι μετέπειτα και οι επόμενοί τους. Και έτσι άρχισαν να λένε ιστορίες και παραμύθια για το πώς ήρθαν οι ιστορίες και τα παραμύθια στον κόσμο. Για ποιον λόγο. Τώρα, από πού τις ήξεραν κι αυτοί και τις είπαν; Ίσως από κάποιον που τις είπε πριν από αυτούς, και αυτός από κάποιον προηγούμενο και αυτός από...

Το σημερινό μας ταξίδι, λοιπόν, θα είναι ένα ταξίδι σε κάποια μέρη του κόσμου, σε εκείνον τον πρώτο-πρώτο παλιό χρόνο, για να δούμε πώς και γιατί ήρθαν τα παραμύθια στον κόσμο σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις. Και πιστέψτε με, οι ιστορίες βρήκαν τους πιο ευφάνταστους τρόπους και λόγους για να γεννηθούν. Για να ξεκινήσουμε όμως. Η χρονομηχανή πήρε μπροστά. Ο χώρος στροβιλίζεται. Έτοιμοι; Φύγαμε.

 

Πρώτη στάση: Αφρική, Φυλή Ζουλού

Οι ιστορίες εδώ ήρθαν από τη θάλασσα. Κάποτε, λένε οι Ζουλού, τον αρχικό καιρό λίγο μετά την εποχή που περπάτησαν ο πρώτος άντρας και η πρώτη γυναίκα στον κόσμο, ζούσε μια οικογένεια. Ζούσε κοντά στη θάλασσα και ενώ την ημέρα ήταν χαρούμενοι, το βράδυ, όταν μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά ήταν δυστυχισμένοι, αφού ήταν νωρίς για να κοιμηθούν, αλλά αργά και σκοτεινά για να κάνουν άλλες δουλειές. Τότε δεν ξέραν ακόμη καμία ιστορία για να πουν, κανένα παραμύθι. Και έτσι, η γυναίκα αποφάσισε να ξεκινήσει ένα μεγάλο ταξίδι με πολλές περιπέτειες για να βρει μια ιστορία να έχει να λέει τα βράδια. Μέχρι τα βάθη της θάλασσας ταξίδεψε και βρήκε τον λαό των πνευμάτων, που της έδωσε ένα κοχύλι που λέει ιστορίες, με αντάλλαγμα μια εικόνα του κόσμου της ξηράς. Από το κοχύλι εκείνο έμαθαν οι άνθρωποι τα πρώτα παραμύθια.

Δεύτερη στάση: Νιγηρία, Φυλή Εκόι

Εδώ λένε πως τα παραμύθια τα ύφανε μια κοσμογυρισμένη ποντικίνα. Ύφανε λένε ένα παιδί από τις ιστορίες που άκουσε και όλα όσα αντίκρισαν τα μάτια της, γλιστρώντας αθόρυβα μέσα στα σπίτια φτωχών και πλούσιων, μέσα σε στάβλους, χωράφια και δάση, μαθαίνοντας τα φανερά και τα αφανέρωτα ζώων και ανθρώπων. Ύφανε έτσι πολλές ιστορίες και τις έκανε παιδιά της, έκανε τα παραμύθια χρωματιστά ανάλογα με το τι λέγαν, άλλα κόκκινα, άλλα μπλε και άλλα μαύρα. Τα παιδιά-ιστορίες ζούσανε στο σπιτικό της ποντικίνας, μέχρι που ένας καυγάς (ή ένας κεραυνός ή άλλο περιστατικό) έσπασε την πόρτα της κι οι ιστορίες ξεχυθήκανε στον κόσμο.

  Art by https://andrianart.deviantart.com/

Art by https://andrianart.deviantart.com/

Τρίτη Στάση; Αφρική, Ασάντι

Σε αυτόν τον τόπο, λένε πως τα χρόνια τα πολύ παλιά δεν υπήρχαν ιστορίες στον κόσμο, γιατί τις κρατούσε σε ένα σακούλι σφαλισμένες ο Ουράνιος Θεός. Μία αράχνη τότε, ο Ανάνσι, θέλησε να τις αποκτήσει και ζήτησε από τον Ουράνιο Θεό να τις αγοράσει. Αρχικά αυτός αρνήθηκε, μα στο τέλος δέχθηκε, αν η αράχνη του έφερνε αυτά που ζητούσε, πράγματα δύσκολα και ακατόρθωτα. Ο Ανάνσι τότε, με εξυπνάδα, με πονηριά και θάρρος κατάφερε και του τα πήγε. Έτσι, ο Ουράνιος Θεός του έδωσε το σακούλι με τις ιστορίες που ονομάστηκαν «ιστορίες της αράχνης». Ο Ανάνσι, η αράχνη, τις μοιράστηκε με τους ανθρώπους και από τότε οι ιστορίες δεν έχουν σταματήσει να υφαίνονται.

Τέταρτη στάση: Περσία

Γιατί υπάρχουν τα παραμύθια; Μα επειδή πρέπει να τα ακούει ο Ωκεανός, έτσι λένε εδώ στην Περσία. Αυτός που βρίσκεται στην άκρη του κόσμου εκεί που τελειώνει η Γη. Εκεί ακριβώς, στο σύνορο μεταξύ Γης και Ωκεανού, υπάρχει, λένε, ένας μεγάλος βράχος και πάνω του είναι καθισμένος ένας παραμυθάς. Και όλο λέει και λέει, και λέει ιστορίες και ακούει και μαγεύεται ο Ωκεανός από κάτω. Άλλες φορές λένε πως ο Ωκεανός κοιμάται και ονειρεύεται τις ιστορίες που ακούει. Ο παραμυθάς, όμως, δεν σταματάει ποτέ, λέει τη μία μετά την άλλη. Ιστορίες για τη Γη και τον Ουρανό, τους ανθρώπους και τα ζώα, αλήθειες και ψέματα. Δεν σταματάει ποτέ, γιατί κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί αν ο Ωκεανός σταματήσει να ακούει παραμύθια.

Πέμπτη στάση: Μογγολία

Μια εποχή που αρρώστιες λένε πως είχαν πέσει πάνω στους ανθρώπους, ένα παλικάρι, ο Tarvaa, ήταν τόσο δυστυχισμένο από τον χαμό της οικογένειας του, που η ψυχή του τον λυπήθηκε και βγήκε από το σώμα του για να τον αφήσει να ησυχάσει (σε άλλη εκδοχή, ψυχορραγεί από την αρρώστια κι αυτός και η ψυχή του βγήκε πρόωρα διότι δεν ήθελε να περιμένει το μοιραίο). Σαν έφτασε, όμως, στο βασίλειο των νεκρών και είδε ο άρχοντας του κάτω κόσμου πως δεν ήταν ακόμη η ώρα του αγοριού, αφού άκουσε την ιστορία της ψυχής, συγκινήθηκε από την ειλικρίνεια των λόγων της και αποφάσισε να τη στείλει πίσω με ένα δώρο. Θα το διάλεγε μόνη της. Ανάμεσα σε όλους τους θησαυρούς του κάτω κόσμου, η ψυχή διάλεξε τα παραμύθια, έτσι ώστε το αγόρι να τα έχει για παρηγοριά και δύναμη. Τα πήρε, λοιπόν, και επέστρεψε στους ζωντανούς και στο αγόρι. Και από τότε, έχουν οι άνθρωποι τα παραμύθια.

  Art by Scott Gustafson

Art by Scott Gustafson

Έκτη στάση: Αμερική, Ινδιάνοι Σένεκα

Την εποχή αυτής της ιστορίας, σε αυτά τα άγρια δάση, οι άνθρωποι δεν γνώριζαν τι είναι τα παραμύθια. Μια μέρα που ένα νεαρό αγόρι είχε βγει για κυνήγι, βρήκε μία τεράστια πέτρα. Η πέτρα μιλούσε, μια φωνή έβγαινε από μέσα της που τον ρωτούσε αν ήθελε να ακούσει ιστορίες. Αυτός δεν είχε ιδέα τι ήταν οι ιστορίες και έτσι δέχθηκε, δίνοντάς της για αντάλλαγμα ένα μέρος της λείας του από το κυνήγι. Έκατσε, άκουσε και έμαθε τι είναι οι ιστορίες και πήγαινε κάθε μέρα εκεί. Και σιγά σιγά έφερε και άλλους να ακούσουν μαζί του. Κάνανε μια μικρή προσφορά στην πέτρα και αυτή τους έλεγε ιστορίες. Μέχρι που πήγε όλο το χωριό και ο αρχηγός της φυλής μαζί. Και όταν η πέτρα είπε όλες τις ιστορίες, τους ζήτησε να τις θυμούνται και να συνεχίσουν να τις λένε. Αφού αυτές οι ιστορίες λένε τι έγινε στον κόσμο πριν από αυτόν τον κόσμο, τον τωρινό. Από αυτήν εδώ την πέτρα γνωρίζουμε ό,τι συνέβη στον προηγούμενο κόσμο. Από αυτήν ήρθαν οι ιστορίες.

Κάπως έτσι, λένε λοιπόν, πως ξεφύτρωσαν τα παραμύθια σε κάποια από τα μέρη που επισκεφθήκαμε, και να είστε σίγουροι πως υπάρχουν άλλοι πόσοι τρόποι και λόγοι που δημιουργήθηκαν. Ίσα που αγγίξαμε την κορυφή του παγόβουνου. Αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε, όμως, σε ένα πρώτο επίπεδο από αυτήν τη βόλτα στις διάφορες ηπείρους του κόσμου, είναι πως οι ιστορίες για να γεννηθούν υπήρξαν οι συνθήκες που τις έκαναν αναγκαίες - που τις έκαναν απαραίτητες για την επιβίωση των ανθρώπων. Για άλλους σαν παρηγοριά και για άλλους σαν ψυχαγωγία, για κάποιους σαν διδασκαλία και για μερικούς ακόμα, σαν μετάδοση εμπειριών και έμπνευσης. Όπως γράφει και ο Δημήτρης Β. Προύσαλης «Η πανάρχαια τέχνη της αφήγησης, αλλά πάντα λειτουργική στη ζωή του καθημερινού ανθρώπου, βασισμένη πάνω στη συμβολική διαπραγμάτευση των μεγάλων ερωτημάτων για τα μυστήρια του κόσμου που μας περιβάλλει, αλλά και για όσα μας καίνε στις σκοτεινιές του έσω εαυτού, έγινε σχέση ζωής και βήμα ενός άδηλου διαλόγου σε μια πορεία μύησης για να βρούμε τη θέση μας στη ζωή αυτήν». Ουσιαστικά, πανανθρώπινες ανάγκες και ζητήματα που επιζητούσαν και επιζητούν λύσεις και απαντήσεις είναι οι πηγές των παραμυθιών. Παραμύθια που πάλλονται σαν ζωντανοί οργανισμοί και κάθε φορά βγαίνουν με διαφορετικό τρόπο από το στόμα του κάθε παραμυθά. Ξαναγεννιούνται. Γι' αυτό και οι ιστορίες πρέπει να λέγονται για να κρατιούνται ζωντανές. Και σε αυτό συμφωνούν όλα τα παραμύθια ανά τον κόσμο, ξέρετε πόσα παραμύθια υπάρχουν που σου λένε τι παθαίνεις αν φυλακίσεις μια ιστορία; Αν τη γνωρίζεις και δεν την πεις ποτέ σε κανέναν; Πολλά, πάρα πολλά! Άλλα αυτά θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή. Έφτασε η ώρα.

Η χρονομηχανή είναι έτοιμη. Προσδεθείτε επιστρέφουμε στο σήμερα. Μην ανησυχείτε όμως: ακόμη  λέγονται και γεννιούνται ιστορίες, απλά έχουμε ξεχάσει να ακούμε. Και επειδή όσο οι εποχές δυσκολεύουν, τόσο πιο απαραίτητες γίνονται, αν γνωρίζετε και εσείς καμία, με την πρώτη ευκαιρία μη φοβηθείτε να την αφηγηθείτε και αν ξεχνάτε κάποια κομμάτια της, μη διστάσετε, βάλτε τη φαντασία σας και ξαναδημιουργήστε την!

 

Πηγές

Παραμύθια των παραμυθάδων, Δημήτρης Β. Προύσαλης, Εκδ. Απόπειρα, 2011

Ινδιάνοι-Φυλές, Έθιμα και Ιστορία, Lewis Spence, Εκδ. Ιάμβλιχος, 1995

Μύθοι και θρύλοι των λαών: Αφρική, Ανθολογία, Εκδ. Ποντίκι, 2007