Μυθολογία των Βαμπίρ – Αρχέτυπα και συμβολισμός

Art by Edward Robert Hughes (1851–1914)

Art by Edward Robert Hughes (1851–1914)

Το έτος είναι 1891. Ολόκληρος ο τότε σύγχρονος δυτικός κόσμος, Ευρώπη και Αμερική, μαστίζονται από ένα κύμα ποικίλων νοσημάτων και ασθενειών, δύσκολων, έως και ακατόρθωτων στην αντιμετώπιση. Η φυματίωση κατέχει τα πρωτεία, πλήττοντας όλο και μεγαλύτερες μερίδες του πληθυσμού.

Η οικογένεια του George Brown δεν αποτελεί εξαίρεση. Μέσα σε ένα διάστημα δέκα χρόνων, ο άτυχος άνδρας θα υποφέρει την απώλεια όλων των πιο αγαπημένων του προσώπων: η σύζυγός του, Mary, οι δύο κόρες του, Mary Olive και Mercy, καθώς και ο σύζυγος της πρώτης, όλοι χάνονται, ένας ένας, θύματα της τότε ακόμα ακατανόητης ασθένειας (για τον πολύ κόσμο τουλάχιστον – οι Robert Koch και Friedrich Loeffler απομονώσανε το μυκοβακτήριο της φυματίωσης, για το οποίο ο πρώτος έλαβε το Νόμπελ το 1905). Όταν αρρωσταίνει και ο γιος του, Edwin, ο τελευταίος άνθρωπος που του έχει απομείνει, ο George Brown, ένας άνθρωπος της λογικής, καλός χριστιανός και καθόλου προληπτικός, έχει φτάσει πλέον σε τέτοιο σημείο απελπισίας, λαχταρώντας να σώσει έστω το τελευταίο του παιδί, που είναι πρόθυμος να δοκιμάσει -και να πιστέψει- τα πάντα.

Μία μικρή ομάδα καλόκαρδων, πλην προληπτικών φίλων και γειτόνων, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν, επιμένουν πως αυτό που συμβαίνει στην οικογένεια του George δεν μπορεί παρά να είναι κάποιου είδους κληρονομική κατάρα. Εκείνη την εποχή στο Rhode Island, τον τόπο κατοικίας τους, ήταν ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη πως όταν τόσοι θάνατοι σημειώνονταν σε μία οικογένεια, υπεύθυνο ήταν ένα από τα ήδη νεκρά μέλη της, το οποίο, παρότι άψυχο, διατηρούσε ακόμη έμβια χαρακτηριστικά, όπως την ικανότητα να σηκώνεται από τον τάφο του τη νύχτα, και να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ζωντανούς, σκορπίζοντας αρρώστια και θάνατο.

Εντέλει, ο George πείθεται να προχωρήσει, μαζί με μία ομάδα χωρικών, αλλά και με τον οικογενειακό γιατρό τους και παρουσία ενός δημοσιογράφου, σε εκταφή των νεκρών μελών της οικογένειάς του. Όλα τα σώματα βρέθηκαν στο αναμενόμενο στάδιο αποσύνθεσης, εκτός από εκείνο της Mercy: παρότι ήταν νεκρή για περισσότερο από ένα χρόνο, το σώμα της παρέμενε σχεδόν ακέραιο, ενώ υπήρχε ακόμη αίμα στην καρδιά της.

Οι εξηγήσεις για το ασυνήθιστο φαινόμενο σήμερα θα μπορούσαν να ποικίλλουν. Για εκείνη την εποχή, ωστόσο, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η κοπέλα ήταν απέθαντη, καταραμένη, και προφανώς υπεύθυνη και για την ασθένεια του νεαρού Edwin.

Όπως όριζε το προληπτικό εθιμοτυπικό, η καρδιά και το συκώτι της Mercy αφαιρέθηκαν και κάηκαν, ενώ στη συνέχεια το σώμα της θάφτηκε ξανά. Οι στάχτες χρησιμοποιήθηκαν στην παρασκευή ενός φίλτρου, το οποίο δόθηκε στον Edwin, με την ελπίδα να αναστείλει την κατάρα και την ασθένειά του. Φυσικά, δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Ο νεαρός κατέληξε μόλις δύο μήνες αργότερα.

Η μακάβρια ιστορία της Mercy έγινε ευρέως γνωστή. Δημοσιεύτηκε σε ένα σωρό εφημερίδες και περιοδικά, προκαλώντας τρόμο και φρίκη στο κοινό, αλλά και χαρίζοντας σε έναν άσημο μέχρι τότε Ιρλανδό τη σπίθα που έμελλε να εξελιχθεί σε μία από τις διασημότερες ιστορίες όλων των εποχών. Ανάμεσα στους μελετητές του Bram Stoker είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι το αριστούργημά του Dracula είναι εμπνευσμένο σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο περιστατικό, και ότι μάλιστα ο χαρακτήρας της Lucy Westenra είναι βασισμένος στη Mercy Brown.

Για τις πιθανές σλαβικές ρίζες του Δράκουλα και τη σχέση του Bram Stoker με τον Ármin Vámbéry, μπορείτε να διαβάσετε το παλιότερο άρθρο του Σταύρου Μαμούτου.

Art by Audrey Benjaminsen

Art by Audrey Benjaminsen

Παρότι, λοιπόν, η λέξη «βαμπίρ» δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην περίπτωση της Mercy, η ιστορία της θεωρείται το πρώτο επίσημα καταγεγραμμένο περιστατικό «βαμπιρισμού» στην Αμερική. Στην Ευρώπη, τέτοιες καταγραφές (εννοώντας θεωρούμενες ως –πιθανώς- πραγματικά περιστατικά και όχι μυθικές αφηγήσεις) υπήρχαν ήδη από τον 12ο αιώνα, δια χειρός των ιστορικών και χρονικογράφων William of Newburgh και Walter Map, οι οποίοι παρέθεσαν τις περιπτώσεις διαφόρων “Revenants”.

Ωστόσο, η πρώτη φερόμενη ως τυπικά και αυστηρά καταγεγραμμένη υπόθεση βαμπιρισμού στην Ευρώπη είναι αυτή του Jure Grando από την Κροατία (17ος αιώνας), ενώ οι δύο πιο φημισμένες περιπτώσεις ευρωπαϊκών βρικολάκων με επίσημη καταγραφή, ιατρική και αστυνομική έρευνα είναι του Arnold Paole και του Petar Blagojević από τον 18ο αιώνα. Υπάρχουν φυσικά παρόμοιες περιπτώσεις στον ελλαδικό χώρο, ειδικά επί Τουρκοκρατίας, όμως δεν είναι ενδεχομένως τόσο αυστηρά στοιχειοθετημένες και σώζονται κυρίως στο λαογραφικό έργο του Νικολάου Γ. Πολίτη.

Το γεγονός ότι όλες αυτές οι καταγραφές προέρχονται από τον βαλκανικό χώρο δεν είναι συμπτωματικό, όμως η περαιτέρω ανάλυση πιθανώς ν’ απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο.

Σε κάθε περίπτωση, ιστορίες περί απέθαντων όντων που τρέφονται με αίμα ή με τη σάρκα των ζωντανών, δεν είναι επινόηση των σκοτεινών τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, αλλά μία πανάρχαια νόρμα, με έντονες παραλλαγές από πολιτισμό σε πολιτισμό.

Στις αρχαιότερες παραδόσεις και κουλτούρες, ωστόσο, οι δραστηριότητες των βαμπίρ που εμείς ξέρουμε συσχετιζόταν πολύ συχνά με δαίμονες και κακόβουλα πνεύματα που αρέσκονταν στο να βασανίζουν τους ζωντανούς, από τα ghuûl των Αράβων μέχρι και την αρχαία αιγυπτιακή θεότητα Sekhmet, ενώ ακόμη και ο ίδιος ο διάβολος συσχετιζόταν με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, στη χριστιανική θρησκεία.

Οι αρχαιότερες αναφορές περί παρόμοιων πλασμάτων έρχονται από τους διάφορους λαούς της περιοχής της Μεσοποταμίας. Η πρώτη δε, από τους Πέρσες, καθώς μάλιστα έχουν βρεθεί σε ανασκαφές και θραύσματα αγγείων με αντίστοιχες απεικονίσεις. Στους Βαβυλώνιους βρίσκουμε μάλιστα και καταγεγραμμένους μύθους σχετικά με ένα μυστηριώδες, απόκοσμο πλάσμα που ακούει στο όνομα Lilitu, έναν θηλυκό δαίμονα, για τον οποίο μπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα, κατόπιν μελετών, ότι αποτέλεσε την πρώιμη μορφή της περισσότερο γνωστής στο κοινό Lilith, της Εβραϊκής μυθολογίας.

Η Lilith είναι ένας δαίμονας που απεικονίζεται αρκετά συχνά να τρέφεται με το αίμα βρεφών. Οι παραδοσιακές εβραϊκές διηγήσεις (The Alphabet of Ben Sirach, 700-1000 μ.Χ.) που αναπτύχθηκαν περαιτέρω κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα την περιγράφουν ως πρώτη σύζυγο του Αδάμ, πριν ακόμη από την Εύα. Στα αντίστοιχα κείμενα, η Lilith παρουσιάζεται να έχει εγκαταλείψει οικειοθελώς τον Αδάμ, κατόπιν της απαίτησής του να λειτουργεί ως κατώτερή του και όχι ως ίση του, προκειμένου να γίνει η βασίλισσα των δαιμόνων, κάτι που οδήγησε στην εξορία της από τον Παράδεισο. Καθώς ο εβραϊκός νόμος απαγόρευε κάθετα την κατανάλωση ανθρώπινης σάρκας, αλλά και οποιουδήποτε είδους αίματος, η δραστηριότητα της Lilith εμφανίζεται εξαιρετικά σατανική. Ο φόβος για το συγκεκριμένο δαίμονα φαίνεται πως ήταν τιτάνιος, καθώς υπήρχε το εθιμοτυπικό οι γονείς των νεογέννητων να κρεμούν πάνω από τις κούνιες των παιδιών τους συγκεκριμένα, καθαγιασμένα φυλαχτά προκειμένου να κρατήσουν το κακό μακριά.

Ο μύθος της Lilith όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, ακολουθεί τη μεσαιωνική εκδοχή του, η οποία αναπτύχθηκε ανάμεσα στους Εβραίους κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης. Αυτή η εκδοχή της, της αποδίδει επίσης τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σε ζώο, με αγαπημένη της μορφή εκείνη μίας υπερφυσικού μεγέθους γάτας, ενώ στην πραγματική, γυναικεία της μορφή, η γοητεία της την κάνει ακαταμάχητη.

Art by by Valentine Cameron Prinsep (1838-1904)

Art by by Valentine Cameron Prinsep (1838-1904)

Η τρομερή Lilith φέρει αρκετές ομοιότητες με ποικίλες αρχαιοελληνικές μυθολογικές οντότητες του ίδιου φύλου. Πρώτη είναι η Έμπουσα, μία σκοτεινή παραφυσική παρουσία ελεγχόμενη από τη θεά του Κάτω Κόσμου, Εκάτη. Πολλές ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ομοιάζουν με των σημερινών βαμπίρ: ικανότητα να αλλάζει μορφές και να μεταμορφώνεται σε διάφορα ζώα, αλλά κυρίως σε όμορφη γυναίκα που συνήθως στοχεύει στην αποπλάνηση ανδρών, με σκοπό στη συνέχεια την πόση του αίματός τους ή, κατά άλλες πηγές, την κατανάλωση της σάρκας τους. Γνωστότερη είναι η Λάμια, κόρη του Ποσειδώνα και της Λιβύης, και κατόπιν βασίλισσα της ομώνυμης χώρας και σύζυγος του Βασιλιά Βήλου. Η απαράμιλλη ομορφιά της δεν πέρασε απαρατήρητη από -ποιον άλλο;- τον βασιλιά των θεών, Δία. Η ένωσή τους γέννησε πολλά παιδιά, τα οποία σκοτώθηκαν πάνω στην εκδικητική μανία της Ήρας. Έκτοτε, τρελή από θλίψη εξαιτίας της απώλειας, η Λάμια μεταμορφώθηκε σε ένα φριχτό τέρας, που παραμόνευε τις νύχτες και σκότωνε παιδιά, ρουφώντας το αίμα τους.

Αντίστοιχα με τη Λάμια λειτουργούσαν και οι Στρίγγλες. Περισσότερο λαογραφικά παρά μυθολογικά τέρατα, και όμως, επίσης γνωστά από την αρχαιότητα. Η ονομασία προέρχεται από τη λέξη «στριγξ», που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα είδος κουκουβάγιας. Προέκυψε στην αρχαιότητα από τη στριγκή, ανατριχιαστική κραυγή του πτηνού, ενώ από την ίδια πήραν το όνομά τους αργότερα και τα μυθικά πλάσματα της νεότερης ελληνικής φαντασίας. Οι Στρίγγλες περιγράφονται να έχουν σώμα πτηνού, συγκεκριμένα κουκουβάγιας ή κορακιού, και όπως και η Λάμια, να τρέφονται με το αίμα και τη σάρκα παιδιών. Μία παραλλαγή των βαμπίρ που προέρχεται από τη Ρουμανία και ονομάζεται Strigoï, φαίνεται να έχει έμμεση σύνδεση με τις αρχαιοελληνικές Στρίγγλες -πιο συγκεκριμένα με τις strix, τη ρωμαϊκή παραλλαγή τους. Τέλος, όσον αφορά την ελληνική και πάλι μυθολογία, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί κανείς στο περίφημο ταξίδι του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο, όπου οι νεκροί, προκειμένου να λειτουργήσουν και να έρθουν σε οποιουδήποτε είδους επαφή με τους ζωντανούς, πρέπει απαραιτήτως να καταναλώσουν φρέσκο αίμα.

Πλούσια παράδοση συναντά κανείς και στην κελτική μυθολογία. Από τη Σκοτία καταφθάνουν οι μοχθηρές Baobhan sith, ένας μοχθηρός τύπος βαμπίρ που θυμίζει έντονα succubus*. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ιρλανδικές πηγές και εκδοχές των δαιμόνων της νύχτας, οι οποίες, είτε από μόνες τους είτε σε συνδυασμό με άλλες, θεωρείται ότι προσέφεραν επίσης έμπνευση σε συγγραφείς όπως ο Sheridan Le Fanu και ο Bram Stoker: Ο λόγος για τις Dearg-due, θηλυκά βαμπίρ που έχουν την τάση να περιπλανούνται σε νεκροταφεία αφού το φως έχει ήδη πέσει, και χρησιμοποιούν την ομορφιά τους για να σαγηνεύσουν όποιο αρσενικό πλησιάζει. Σχετικός είναι και ο θρύλος των Droch-fhuil (λέξεις που σημαίνουν, στην κυριολεξία ‘σατανικό αίμα’). Ίσως πιο οικείο, ωστόσο, να είναι το μοτίβο του Abhartach, ενός τυράννου ο οποίος, κατ’ επανάληψη, έφευγε από τον τάφο του για να «σκορπίσει τον τρόμο», ή, σύμφωνα με κάποιες άλλες εκδοχές, να πιει (στην κυριολεξία) το αίμα των υπηκόων του ώστε να μεταμορφωθεί σε έναν απέθαντο (neamh-mairbh). Ο μόνος τρόπος να σκοτωθεί ήταν από ένα σπαθί φτιαγμένο από ξύλο ιτάμου, και στη συνέχεια το σώμα του να θαφτεί ανάποδα.

Με μία σύντομη ματιά στη μυθολογία των διαφορετικών λαών γύρω από το συγκεκριμένο πλάσμα, σε συνδυασμό βέβαια και με την απεικόνισή του στη σύγχρονη λογοτεχνία, γίνεται σαφές πως υπάρχουν έντονοι και έκδηλοι συμβολισμοί πίσω από το φαντασιακό του θέματος, με πρωταρχικό, ίσως, το φόβο του θανάτου, ιδιαιτέρως των απογόνων. Σε μία μεγάλη μερίδα περιπτώσεων, τα υποτιθέμενα θύματα των βαμπίρ είναι νεογνά, μικρά παιδιά και γυναίκες, συνήθως λεχώνες. Είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να ζούμε στον δυτικό κόσμο, σε μία εποχή που έχουμε καταφέρει να καταπολεμήσουμε, ή και σχεδόν να εξαφανίσουμε, με μέσο μας εμβόλια και φάρμακα εύκολα προσβάσιμα σε όλες τις μερίδες του πληθυσμού, ασθένειες που παλαιότερα μάστιζαν τον κόσμο. Η γέννα ήταν ανέκαθεν μία ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση, που σπανιότατα λάμβανε χώρα σε καθαρά και αποστειρωμένα δωμάτια νοσοκομείου, με γιατρούς, νοσοκόμες και καταπραϋντικά. Ο θάνατος της λεχώνας ή του νεογέννητου παιδιού, είτε κατά την ώρα του τοκετού είτε κάποιο διάστημα αργότερα, δυστυχώς, δεν ήταν καθόλου σπάνιο φαινόμενο. Τα παιδιά, μέχρι την ηλικία των πέντε ετών το λιγότερο, βρίσκονταν μόνιμα σε υψηλό κίνδυνο. Συνεπώς, δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι το αποτρόπαιο αυτό θέμα ασκούσε ισχυρή επιρροή, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε προσωπικό, ψυχολογικό επίπεδο στον κάθε άνθρωπο που βίωνε μία τέτοια κατάσταση. Ο ανθρώπινος νους γεννάει τέρατα, και προκειμένου να μπορέσει να αντέξει μία παρόμοια κατάσταση, είναι ικανός να κατασκευάσει ένα τέτοιο πλάσμα.

Ένας δεύτερος, πολύ κοντινός συμβολισμός, είναι εκείνος της αρρώστιας, της ασθένειας. Στην περίπτωση της Mercy Brown, το σύμβολο του βαμπίρ χρησιμοποιήθηκε σε μία απελπισμένη προσπάθεια να εκλογικευτεί μία κατάσταση για την οποία οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν είχαν απολύτως καμία γνώση, ενώ ακόμη και οι γιατροί αδυνατούσαν να βρουν επαρκείς τρόπους ώστε να βοηθήσουν στην καταπολέμηση της μάστιγας. Μην έχοντας απαντήσεις από πουθενά, οι άνθρωποι προσπάθησαν να τις δώσουν μόνοι τους, βασισμένοι σε ημιμάθεια, προλήψεις, δεισιδαιμονίες, αλλά και προσωπικές μαρτυρίες, σε ορισμένες περιπτώσεις.

Τέλος, υπάρχει και κάτι πιο απλό, πιο προφανές στο όλο ζήτημα: ο διαρκής, διακαής πόθος για το απαγορευμένο, και ο κίνδυνος που ενέχει το να παραδοθεί κανείς σε αυτό, και κατ’ επέκταση, στα πάθη του.

Ο ερωτισμός στη μυθολογία, τους θρύλους, αλλά και τη λογοτεχνία, είναι έκδηλος. Ο συμβολισμός στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο πειρασμός, στον οποίοι όλοι οι άνθρωποι κατά βάθος επιθυμούν να αφεθούν. Η πεποίθηση ότι, σε περίπτωση που αφήσουν κάτι τέτοιο να συμβεί, θα οδηγηθούν στην καταστροφή τους, είναι ο παράγοντας που οδηγεί στη δημιουργία μίας επικίνδυνης, κυριολεκτικά θανατηφόρας κατάστασης πίσω από το επιθυμητό, προκειμένου, υποσυνείδητα, ο φόβος να κρατήσει τον άνθρωπο μακριά από το αντικείμενο του πόθου του. Περαιτέρω, ο κανιβαλισμός και η αιμοποσία, ειδικά όπως αυτά εμφανίζονται στις ιστορίες με τη Στρίγγλα Αδερφή, αποτελούν έναν συμβολισμό του φόβου απέναντι στο ταμπού της αιμομιξίας.

Ο φόβος της ασθένειας, του θανάτου, και ο πειρασμός, είναι θέματα και φόβοι διαχρονικοί, οι οποίοι, είτε λίγο είτε πολύ, είναι οικείοι σε όλους μας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, επί αιώνες, ο μύθος των βαμπίρ όχι μόνο διατηρήθηκε κι εξελίχθηκε, αλλά συνεχίζει ακόμα και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, να αποτελεί έναν πολύ ιδιαίτερο παράγοντα έμπνευσης στον τομέα του φανταστικού, με τεράστια ανταπόκριση από το κοινό.

Όπως και να έχουν τα πράγματα… το μόνο σίγουρο είναι πως η ανθρώπινη φαντασία δε γνωρίζει όρια. Συνεπώς, το συγκεκριμένο είδος είναι αμφίβολο πως θα σβήσει ποτέ. Ίσως γνωρίσει περιόδους καταστολής, πάντα όμως θα επανέρχεται, με κάποια ίσως διαφορετική μορφή, στο προσκήνιο.

Και δε θα μπορούσαμε να πούμε σε καμία περίπτωση ότι αυτό μας είναι δυσάρεστο.

Βιβλιογραφία:

A. Asbjørn, Jøn, From Nosteratu to Von Carstein: shifts in the portrayal of vampires, Australian Folklore: A Yearly Journal of Folklore Studies, Australia, 2015.

Burton, Sir Richard R., Vikram and The Vampire: Classic Hindu Tales of Adventure, Magic, and Romance, Tylston and Edwards, London, 2007.

Buxton, Richard, Οι Ελληνικοί Μύθοι: Ένας Ολοκληρωμένος Οδηγός, μτφ. Τυφλόπουλος Τ., Πατάκης, Αθήνα, 2005.

Copper, Basil, The Vampire in Legend, Fact and Art, Corgi, London, 1973.

Miller, Carey, A Dictionary of Monsters and Mysterious Beasts, Piccolo, London, 1974.

Montague, Charlotte, Vampires, Chartwell Books, 2010.

Parry, Michael, The Rivals of Dracula, Corgi, London, 1977.

Κατρινάκη, Εμμανουέλα. Το Στοίχημα της Σταχτοπούτας, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα, 2019.

Πολίτης, Νικόλαος, Παραδόσεις, Γράμματα, Αθήνα, 2012.



Επιμέλεια και Πρόσθετο Υλικό: Ανδρέας Μιχαηλίδης