Dragonkin, ένα τόσο ενδιαφέρον όσο και αγαπητό είδος πλασμάτων στο φανταστικό

  Art by Andrew Theophilopoulos

Art by Andrew Theophilopoulos

Η λέξη “dragonkin” είναι σύνθετη και προέρχεται από τις λέξεις “dragon” και “kin”, που δηλώνει συγγένεια ή γενικά οικογενειακή ομοιότητα με τους δράκους. Υπό αυτή την έννοια, οι dragonkin είναι μια περίεργη, κατά τη γνώμη μου, πτυχή της λογοτεχνίας του φανταστικού, καθώς πρακτικά αναφέρεται σε όλα τα είδη που έχουν σχέση με δράκους, αλλά δεν είναι ακριβώς δράκοι. Δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει ελληνική μετάφραση στον όρο dragonkin, αλλά φαντάζομαι οι πιο δόκιμοι όροι θα ήταν αυτός του «δρακογεννήματος» (που μπορεί να παραπέμπει και στον όρο “dragonspawn”, που είναι συγγενής με τον όρο dragonkin) ή του «δρακοειδούς» (για τον οποίο επίσης υπάρχει αντίστοιχη λέξη στα αγγλικά, “draconid”, που όμως είναι μάλλον αδόκιμος, καθώς η ορθή μετάφρασή του είναι «δρακοντίδες», και αποτελεί αστρονομικό φαινόμενο). Οι dragonkin ακροβατούν μεταξύ δύο καταστάσεων, αυτή του εντελώς ξεχωριστού είδους, διαχωρίζοντας εαυτόν από τους δράκους συγγενείς τους και αυτή του «υποείδους» ή sub-race.

Παρόλο που η αρχαιότερη ίσως αναφορά σε dragonkin φτάνει σ’ εμάς από τον Απολλόδωρο (Βιβλιοθήκη, 2ος π.Χ. αιώνας) με τη μορφή της Δελφύνης, τροφού του Τυφώνα, η κύρια απεικόνιση και διάδοσή τους οφείλεται στη λογοτεχνία και τα games (επιτραπέζια και μη), όπου μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: πρώτη είναι η κατηγορία των dragonkin που έχουν ορατές ομοιότητες και φυσικά χαρακτηριστικά παρόμοια με των δράκων. Η δεύτερη είναι η περίπτωση των dragonkin οι οποίοι, παρόλο που έχουν συγγένεια με τους δράκους, διατηρούν ανθρώπινη μορφή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συγγένεια εκδηλώνεται με άλλους τρόπους, όπως μαγεία, κληρονομικότητα με βάση το αίμα, ή ένας συνδυασμός και των δύο.

Χαρακτηριστική περίπτωση της πρώτης κατηγορίας είναι το σύμπαν των Forgotten Realms και πιο πρόσφατα, του World of Warcraft. Στα Forgotten Realms, οι dragonkin εμφανίστηκαν αρχικά τελείως αποσπασματικά. Η φερόμενη ως πρώτη τους εμφάνιση ήταν στο Halls of the High King (1990) του Advanced Dungeons and Dragons, με τη μορφή των Weredragons, που ήταν αποκλειστικά γυναίκες, με την ικανότητα να εναλλάσσονται μεταξύ ανθρώπινης και δρακονικής μορφής. Το 1984 ο Tracy Hickman εισήγαγε στον παιχνίδι τον κόσμο του Dragonlance και τους Draconians (Dragons of Despair), οι οποίοι ήταν προϊόν διαφθοράς των αυγών καλών Δράκων. Στο Council of Wyrms που κυκλοφόρησε το 1994, δόθηκε για πρώτη φορά στους παίκτες η δυνατότητα να ενσαρκώσουν Half-Dragons, ως προϊόν ένωσης Δράκου που είχε πάρει ανθρώπινη μορφή, με κάποια από τις συνήθεις ανθρωποειδείς φυλές (Human, Dwarf, Elf κλπ.).

Από την τρίτη έκδοση του D&D και μετά, οι Half-Dragons παρέμειναν χοντρικά οι ίδιοι (με τη διαφορά ότι το δρακονικό αίμα και μορφολογία μπορούσε πλέον να προστεθεί ως template σε οποιοδήποτε πλάσμα), όμως στο παιχνίδι προστέθηκαν και οι Dragonborn: εμφανίστηκαν αρχικά ως άνθρωποι, οι οποίοι όμως, υπό την αιγίδα και χάρη στη σχέση τους με τον δράκο - θεό Bahamut, σταδιακά άλλαξαν γενετικά και απέκτησαν δρακοειδή στοιχεία, όπως φτερά, μακριές ουρές, φολίδες αντί για δέρμα και κεφάλια δράκου. Έκτοτε οι dragonkin έχουν χωριστεί ανάλογα με την αφοσίωσή τους, με μερικούς να μένουν πιστοί στον Bahamut και άλλους να πηγαίνουν με το μέρος της κακής δρακο-θεάς Tiamat. Σε γενικές γραμμές είναι δυνατοί, έξυπνοι, και θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τις άλλες θνητές φυλές, κάτι που τους κάνει άλλοτε γενναιόδωρους και άλλοτε υπερόπτες.

Περαιτέρω, από την τρίτη έκδοση και μετά, που εμφανίστηκε το Class του Sorcerer, η ιδέα ήταν πως η εγγενής του μαγεία, ασχέτως φυλής, οφειλόταν σε κατάλοιπα δρακονικού αίματος. Την ίδια εποχή έγινε επίσης κάτι άλλο, μάλλον παράδοξο: τα Kobolds, ενώ αρχικά ήταν goblinoids, άρχισαν να παρουσιάζονται ως μακρινοί συγγενείς των δράκων, πράγμα που ενισχύθηκε στην 4η έκδοση και οριστικοποιήθηκε στην 5η.  

Στο Warcraft από την άλλη, οι dragonkin είναι περισσότερο βοηθητικοί χαρακτήρες, παρά ανεξάρτητη φυλή. Όπως και με τους ανθρώπους που έγιναν δράκοι στα Forgotten Realms, οι dragonkin στο World of Warcraft δεν κατάγονται απευθείας από τους πέντε δράκους-aspects, την Alexstrasza, την Ysera, τον Malygos, τον Neltharion (μετέπειτα Deathwing) και τον Nozdormu. Παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά στην παράδοση, οι dragonkin προέρχονται από κατώτερες φυλές, οι οποίες όμως πέρασαν πολύ καιρό μαζί με τους δράκους, ώστε να πάρουν κάποια από τα χαρακτηριστικά τους, και να εξελιχθούν σε κάτι ενδιάμεσο. Χωρίζονται κι αυτοί με τη σειρά τους σε δύο κατηγορίες, τους dragonspawn και τους drakonid. Οι dragonspawn έχουν περισσότερα χαρακτηριστικά δράκου: κινούνται στα τέσσερα πόδια, ενώ από τη μέση και πάνω διαθέτουν κορμό ανθρώπου και κεφάλι δράκου. Έχουν φολίδες αντί για δέρμα, δεν διαθέτουν φτερά, έχουν μακριά νύχια και κοφτερά δόντια –κάτι σαν κένταυροι - δράκοι. Οι drakonid από την άλλη, έχουν δημιουργηθεί περισσότερο σαν «πειράματα» παρά σαν φυσική εξέλιξη. Αυτό τους κάνει διαφορετικούς από τους dragonspawn, καθώς μπορούν να κινηθούν όρθιοι στα δύο πόδια, να φορέσουν πανοπλία και να χρησιμοποιήσουν όπλα. Είναι ψηλότεροι και δυνατότεροι, αλλά δεν έχουν τη μαγεία που έχουν οι dragonspawn συγγενείς τους.

Κάπου εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η λειτουργικότητα τους στον χώρο του fantasy –ειδικά στα games σύντομα καθίσταται οφθαλμοφανής. Ας κάνουμε ένα βήμα πίσω: ένα από τα ερωτήματα που πιθανόν να έχετε –και που είχα κι εγώ- είναι «γιατί να εφεύρουμε τους dragonkin, από τη στιγμή που έχουμε την έννοια του δράκου;». Το ερώτημα με ταλαιπώρησε λίγο, καθώς η απάντηση που ήθελε τους dragonkin απλά για εμπλουτισμό της ιστορίας, δεν με ικανοποιούσε. Η ιστορία θα μπορούσε να εμπλουτιστεί με διαφορετικές οντότητες, με πρωτότυπες μυθολογίες και όχι με την εισαγωγή μιας υποδεέστερης φυλής, που μεταξύ αστείου και σοβαρού θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε «νερφαρισμένοι δράκοι».

Τότε, επιτέλους, κατάλαβα την πραγματική τους λειτουργία. Ένας ήρωας δεν μπορεί να σκοτώσει απευθείας τον δράκο (το στερεότυπο της περιπέτειας και του αρχικακού). Σε μια ιστορία και πολύ περισσότερο σε ένα game, χρειάζεται να υπάρχει μια σταδιακή εξέλιξη του ήρωα, ένα leveling system που λέμε. Οι dragonkin καλύπτουν αυτό το κενό, μεταξύ των πρώτων εύκολων στόχων, και του τελικού κακού που πρέπει να εξοντωθεί. Ειδικά στο World of Warcraft, στο οποίο έχω λίγη περισσότερη εμπειρία από ό,τι στο Dungeons and Dragons, αυτό είναι πασιφανές. Όσους dragonkins συναντάτε, είναι είτε αναλώσιμοι κακοί (σαν τους Ούρουκ-Χάι), είτε «bosses» σε μικρού επιπέδου αποστολές. Στο πάλαι ποτέ Vanilla WoW, o overlord Wyrmthalak, ο Razorgore και ο Βroodlord Lashlayer είναι απλά προπόνηση, μέχρι να φτάσετε στον τελικό κακό, που είναι ο δράκος Nefarian.

Βέβαια, dragonkin  δεν είναι μόνο τα δρακοειδή ερπετά φτιαγμένα για να τρώνε ξύλο. Έχουμε κι άλλες περιπτώσεις, οι οποίες δεν έχουν τα «ζωικά» χαρακτηριστικά των δράκων, όμως μπορούν να ενταχθούν τόσο στη λειτουργικότητα, όσο και στην έννοια του dragonkin. Υπάρχουν αυτοί που, ενώ διατηρούν τη συγγένεια με τους τρομακτικούς προγόνους τους, εντούτοις παραμένουν με κανονική ανθρώπινη μορφή.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα και πιο γνωστά παραδείγματα είναι η περίπτωση της Daenerys Targaryen, από το γνωστό σύμπαν του Westeros στα βιβλία της σειράς A Song of Ice and Fire του G.R.R Martin. Παρόλο που σύμφωνα με τη μυθολογία του κόσμου, οι Valyrians δεν κατάγονταν από τους δράκους, εντούτοις ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση μαζί τους. Χωρίς να πάρουν κάποιο φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό, κατάφεραν να εκμαιεύσουν τη μαγεία τους, να τους εξημερώσουν και φυσικά, να χτίσουν το θαύμα που λεγόταν Valyria. Μετά την καταστροφή, μόνο οι τρεις Targaryen σώθηκαν μαζί με τους δράκους τους και κατοίκησαν στο Dragonstone, κατέχοντας πλήρως τη μαγεία των δράκων –που έφτασε μέχρι την Daenerys. Ήδη από την πρώτη σεζόν της σειράς, βλέπουμε εκφάνσεις της μαγείας της Daenerys: δεν καίγεται από τη φωτιά, σε αντίθεση με τον αδερφό της, κι επίσης αυτή η μαγεία την οδηγεί να εκκολάψει, να αναθρέψει και να εξημερώσει τους τρεις δράκους της. Γνωστή –ανάμεσα στα δέκα χιλιάδες άλλα ονόματά της- ως «Μητέρα των Δράκων», η Daenerys Targaryen θα μπορούσε πιστεύω να θεωρηθεί μια εκδοχή της έννοιας του dragonkin.

Κι ερχόμαστε φυσικά στα Elder Scrolls. Στον πέμπτο τίτλο της σειράς, το Skyrim, ο παίκτης αναλαμβάνει τον έλεγχο του Dragonborn (ή Dovahkin στα δρακονικά), δηλαδή ενός χαρακτήρα που έχει αίμα δράκου και διαθέτει κάποιες από τις μαγείες που έχουν οι δράκοι. Μερικές  από αυτές περιλαμβάνουν να απορροφά τις ψυχές των δράκων, να καταλαβαίνει την αρχαία τους γλώσσα και φυσικά να προφέρει αυτές τις λέξεις, μετουσιώνοντάς τις σε ύλη (π.χ φωνάζετε «φωτιά» και βγάζετε ένα φλογοβόλο από το στόμα σας, λες και είστε ο Charmander).

  Art by https://suburbbum.deviantart.com/

Art by https://suburbbum.deviantart.com/

Βέβαια, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται κάποιος «δρακογέννητος» σε παιχνίδι Elder Scrolls. Στον τέταρτο τίτλο, το Oblivion, η κύρια αποστολή σας είναι να προστατέψετε τον Martin Septim, νόθο γιο του αυτοκράτορα, να αναρριχηθεί και να αποτρέψει τη δαιμονική εισβολή του αρχιδαίμονα Mehrunes Dagon. Η δυναστεία των Septim, γνωστή και ως «Αυτοκρατορία του Δράκου», έχει πολλαπλές σχέσεις με δράκους, καθώς κατάγεται από τους Akaviri, μια μυστηριώδη φυλή που έχει ως σύμβολο τον κόκκινο δράκο, και ο προστάτης θεός τους είναι ο Akatosh, ο οποίος είναι ο δράκος θεός του χρόνου. Εν συντομία, στην τελευταία μάχη, ο Martin Septim, ο οποίος ανεβαίνει στο θρόνο, θυσιάζει τη ζωή του και μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο δράκο, που είναι πρακτικά η μορφή του θεού Akatosh και νικάει τον Mehrunes Dagon.

Η δεύτερη λειτουργία των dragonkin μέσα στη λογοτεχνία και το gaming είναι ακριβώς η αντίθετη από την πρώτη. Ενώ στην πρώτη ήταν απλά εχθροί «μεσαίου» επίπεδου, εδώ αναλαμβάνουν το χρέος της «νομιμοποίησης» του ήρωα. Η Daenerys έχει δικαίωμα στον θρόνο, επειδή έχει καταγωγή από δράκους, επειδή έχει τη μαγεία και το αίμα τους. Όπως και ο Aegon I, έτσι κι αυτή, αποκτά το ξεχωριστό της status στην αφήγηση λόγω της συγγένειας της με τους δράκους. Δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά κατέχει εκείνο το ξεχωριστό στοιχείο που την κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους και κατά συνέπεια να μπορεί να σταθεί ως βασίλισσα πάνω από όλους. Το ίδιο ισχύει και στο Elder Scrolls. Ο Martin Septim (fun fact: τον υποδύεται ο Sean Bean a.k.a Boromir, a.k.a Ned Stark) μπορεί να ανέλθει στον θρόνο γιατί κατάγεται, τρόπον τινά, από τους δράκους και μπορεί να γίνει το τεράστιο ερπετό που βλέπουμε στο τέλος. Στο Skyrim, όλα όσα θα βρείτε τον εαυτό σας να κάνει, γίνονται επειδή κατάγεστε από τους δράκους, άρα είστε ξεχωριστός και ανώτερος. Η «δρακονική» καταγωγή πρακτικά αντικαθιστά τη θεϊκή καταγωγή των βασιλιάδων της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, που επισφραγίζει το δικαίωμα και τη δικαιοδοσία του βασιλιά να ηγείται και να αποφασίζει για τους υπηκόους του.

Υπάρχουν κι άλλες απεικονίσεις της έννοιας του dragonkin στη λογοτεχνία, όπως για παράδειγμα τα Dragon Kin Series από την G.A. Aiken ή την τριλογία των Dragonkin από τον Robin Wayne Bailey, που εμπίπτουν λίγο πολύ στις δύο κατηγορίες που ήδη έχουμε αναφέρει και αναλύσει –αν και οι γραμμές μεταξύ δράκου και δρακοειδούς είναι περισσότερο δυσδιάκριτες. Οι dragonkin, όπως και οι δράκοι προπάτορές τους, έχουν να παίξουν αυτόν τον διπλό ρόλο του κακού αλλά και του βασιλικού γόνου, κι ακόμα περισσότερο καλούνται να καλύψουν κενά τα οποία δεν μπορεί να καλύψει ένας δράκος (όπως π.χ του κύριου υποτακτικού του τελικού κακού). Παρόλο που η φαντασία των συγγραφέων είναι άπειρη και προστίθενται ολοένα νέες φυλές και νέες μυθολογίες, που πρακτικά θα μπορούσαν να υπερκαλύψουν τη λειτουργικότητα των dragonkin, εντούτοις οι «όχι-ακριβώς-δράκοι» έχουν εδραιωθεί στη λογοτεχνία του φανταστικού και (ίσως περισσότερο) στο gaming, εμπλουτίζοντας με τον δικό τους τρόπο το φανταστικό.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία

G.R.R. Martin, A Game of Thrones, London, Harper Voyager, 2011

Aiken, G.A, Dragon Actually, New York, Zebra, 2008

Bailey, Robin-Wayne, Dragonkin Vol.1, U.S, iBooks-S&S, 2003

http://wowwiki.wikia.com/wiki/Dragonspawn

http://wowwiki.wikia.com/wiki/Drakonid

http://elderscrolls.wikia.com/wiki/Akatosh

https://www.dandwiki.com/wiki/Dragonkin,_Tirr_(3.5e_Race)

 

Guest Post

Ο Ανδρέας Αντωνίου γεννήθηκε στις 12/01/1988 στη Θεσσαλονίκη και διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα είναι η Μεταφυσική, η Αισθητική και η Φιλοσοφία της Τέχνης. Έχει εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα: «Το Φως και το Σκοτάδι» (Ποίηση, Nova-Atlantis, 2010), «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι» (Ποίηση, I-Write, 2012), «Τα Μάτια της Aelun (Ποίηση, Οδός Πανός, 2016) και «Το Παρελθόν Ενός Συγγραφέα» (Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Πηγή, 2016). Έχει βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά.