Ρώσικα Παραμύθια, φανταστικές αφηγήσεις αμείλικτες σαν τον σιβηρικό χειμώνα

  Art by Jody Bergsma

Art by Jody Bergsma

Βρισκόμαστε στη Σιβηρία.

Μια αχανής παγωμένη έρημος εκτείνεται μπροστά μας. Απόκοσμη και απομακρυσμένη, γοητευτική και άγονη· δεν σταματά ποτέ να συναρπάζει και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι δημιουργίας και φαντασίας. Κατευθυνόμαστε νοτιοδυτικά με τον Υπερσιβηρικό και βρισκόμαστε στη θρυλική Αγία Πετρούπολη. Μοιάζει ονειρική και βγαλμένη από ένα χειμωνιάτικο παραμύθι, γεμάτο μαγεία που εξακολουθεί να ζει μέσα στα μεγαλόπρεπα κτίρια μιας αλλιώτικης εποχής.

Στον απόηχο των αδερφών Grimm, ο Ρώσος βιβλιοθηκάριος Alexander Nikolayevich Afanasyev (Алекса́ндр Никола́евич Афана́сьев) κατάφερε να συγκεντρώσει και να δημοσιεύσει τη μεγαλύτερη συλλογή παραμυθιών και λαϊκών διηγήσεων στο κόσμο.
Το δύσκολο έργο του ξεκίνησε το 1850 και εκδόθηκε το 1855 περιλαμβάνοντας σχεδόν 600 παραμύθια και διηγήσεις.

 

Father Frost - Ο πατέρας Παγωνιά.

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια μακρινή στέπα της Σιβηρίας ζούσε μια γυναίκα που είχε δύο κόρες. Τη μία κόρη, το αίμα της, την υπεραγαπούσε, ενώ τη θετή της κόρη τη μισούσε. Ζήτησε τότε από τον σύζυγό της να την εγκαταλείψει στο έλεος της βαρυχειμωνιάς για να πεθάνει στην ερημιά. Εκείνος αγαπούσε το μικρό κορίτσι, παρόλο που το οδήγησε στο δάσος να πεθάνει από το κρύο. Η μικρή κοπέλα εγκαταλείφθηκε τότε, ολομόναχη μέσα στην καρδιά του δάσους, ικετεύοντας να εισακουστούν οι προσευχές της.

Τότε η ανάσα της κόπηκε στη θέα ενός ηλικιωμένου άνδρα με μακριά λευκή γενειάδα και μια μικρή κορώνα στο κεφάλι του. Εκείνος πλησίασε το κορίτσι και το ρώτησε με τη βαθιά του φωνή:

«Γνωρίζεις ποιος είμαι;»

«Βεβαίως, Father Frost...»απάντησε γλυκά το κορίτσι. «Επιτέλους, οι προσευχές μου εισακούστηκαν από Εκείνον και ήρθες για την αμαρτωλή ψυχή μου...»
«Αισθάνεσαι καλά παιδί μου;» ρώτησε εκείνος.

«Περίφημα», αποκρίθηκε το κορίτσι, που έτρεμε από το κρύο.

Ο Father Frost χαιρόταν με την καλοσύνη εκείνου του κοριτσιού. Ήξερε όμως ότι εκείνη δεν θα επιβίωνε στο παγωμένο βασίλειο του χειμώνα. Το καλόκαρδο κορίτσι συγκίνησε τον Father Frost, ο οποίος αποφάσισε να μην την παγώσει μέχρι θανάτου, αλλά να της δώσει ένα μπαούλο γεμάτο ζεστά ρούχα τα οποία θα την έσωζαν.
Η κακιά μητριά τότε ζήτησε από τον σύζυγο της να ξαναπάει στο δάσος και να φέρει το σώμα της  μικρής για να θαφτεί. Σύντομα ο πατέρας επέστρεψε, κρατώντας όχι την πεθαμένη κόρη, όπως εκείνη περίμενε, αλλά ένα μεγάλο μπαούλο. Η μεγαλύτερη έκπληξη όμως ήταν η σώα και αβλαβής κοπέλα που έλαμπε σαν τον ήλιο μέσα στα καινούρια ρούχα της.

Η γριά γυναίκα ζήτησε τότε από τον άνδρα της να στείλει τη δικιά της κόρη στο δάσος, προκειμένου να αποκτήσει και εκείνη τους θησαυρούς που απέκτησε η θετή, μισητή της κόρη.

Η θυγατέρα της βρέθηκε στο ίδιο σημείο και σύντομα ο Father Frost επισκέφτηκε και εκείνη.

«Αισθάνεσαι καλά;» τη ρώτησε εκείνος.

«Άφησε με μόνη...» απάντησε κοφτά το άλλο κορίτσι, «δεν βλέπεις ότι τουρτουρίζω μέσα στην παγωνιά;» συμπλήρωσε με αγένεια.

Τότε ο Father Frost κατάλαβε ότι η νέα επισκέπτρια δεν είχε καμιά διαφορά από όλους τους άλλους ανθρώπους στην αγένεια και τη μικροψυχία της και την πάγωσε μέχρι θανάτου.

Η μητέρα της, περιμένοντας για τέταρτη φορά με ανυπομονησία για τα δώρα της κόρης της έστειλε ακόμα μια φορά τον άνδρα της στο δάσος. Η καρδιά της ράγισε στη θέα του άψυχου σώματος της κόρης της κι έκλαψε γοερά και σε κάθε της δάκρυ και λυγμό καταλάβαινε ότι η ίδια της η κακία και η ζήλια ευθύνονταν για τον χαμό του παιδιού της.

 

  Art by Ruth Sanderson

Art by Ruth Sanderson

The Three Men of Power: Evening, Midnight and Sunrise

Κάποτε στην αρχαιότητα ζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις αξιαγάπητες θυγατέρες του. Τις υπεραγαπούσε τόσο, ώστε έχτισε ένα υπόγειο παλάτι για να τις προστατεύσει από τον δυνατό άνεμο και τον καυτό ήλιο. Ένα παλάτι μέσα στη γη που έμοιαζε με παράδεισο, γεμάτο πηγές με γάργαρο, παγωμένο νερό και πολύτιμους, χρωματιστούς λίθους για φως.

Οι τρεις πριγκίπισσες δεν γνώριζαν άλλο φως από αυτό που αντικατοπτριζόταν στους διαμαντένιους τοίχους. Για τον πραγματικό κόσμο δεν γνώριζαν τίποτα, παρά μόνο ό,τι είχαν διαβάσει για εκείνον στα βιβλία. Έναν κόσμο γεμάτο φως, νερό, άνεμο και χώμα. Έναν κόσμο όπου  οι άνθρωποι κατοικούσαν και ζούσαν μέσα σε υψηλά κάστρα ή σε ξύλινες καλύβες στην καρδιά απέραντων δασών.

«Πατέρα, είναι αλήθεια ότι υπάρχει ένας κήπος εκεί έξω;»

«Ναι...» αποκρίθηκε ο βασιλιάς.

«Με καταπράσινα λιβάδια και μικρά πολύχρωμα λουλούδια;»

«Ναι...» αποκρίθηκε ξανά ο βασιλιάς.

«Μεγαλειότατε, αγαπημένε μας πατέρα, άφησε μας να δούμε τον κόσμο, να δούμε τον καταπράσινο κήπο και να βαδίσουμε σ’ εκείνον...»

Ο πατέρας τους τότε απομακρύνθηκε, απογοητευμένος με το αίτημα τους. Η αγάπη του όμως για εκείνες και η ανυπομονησία τους να αντικρίσουν τον αληθινό κόσμο, έλιωσε την άκαμπτη στάση του. Διέταξε τότε τον στρατό του να παραταχθεί σε κάθε πύλη του κήπου, έτσι ώστε να προστατεύσουν τις πριγκίπισσες που θα ανακάλυπταν τον κήπο.

Οι πριγκίπισσες τότε περπάτησαν στο πράσινο γρασίδι με τα μάτια τους καλυμμένα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Σύντομα άρχισαν να χαίρονται τον κόσμο που είχαν μπροστά τους, έτρεχαν στο γρασίδι και μάζευαν λουλούδια για να στολίσουν τα μαλλιά τους. Ο βασιλιάς τις παρακολουθούσε ευτυχισμένος να χαίρονται και καθησύχαζε τον εαυτό του ότι τίποτε δεν μπορούσε να τις βλάψει.
Ξαφνικά όμως ο ουρανός σκοτείνιασε και ένας γιγάντιος ανεμοστρόβιλος εμφανίστηκε από το πουθενά. Ξερίζωσε τα δέντρα με μανία και σκοτείνιασε τον ηλιόλουστο κήπο του παλατιού. Οι πριγκίπισσες τότε παρασύρθηκαν στη δίνη του και στροβιλίζονταν στον άνεμο σαν να χόρευαν στον ουρανό.

Όταν όλα τελειώσαν, είχαν εξαφανιστεί μέσα στη δίνη. Ο βασιλιάς τότε κάλεσε τους στρατηγούς του και ζήτησε να στείλουν στρατιώτες σε κάθε μέρος του βασιλείου για να αναζητήσουν τις τρεις πριγκίπισσες. Εκείνοι πήγαν και επέστρεψαν με άδεια χέρια.
Τότε ο βασιλιάς ζήτησε από τους πιστούς του υπηρέτες να αναζητήσουν τις τρεις πριγκίπισσες, τάζοντας τους αμύθητα πλούτη. Και εκείνοι γύρισαν άπραγοι.
Τότε ο βασιλιάς συγκάλεσε το συμβούλιο του, προκειμένου να βρει κάποια λύση και να γυρίσουν πίσω οι πριγκίπισσες. Έταξε τότε ότι θα δώσει το χέρι μιας από τις χαμένες πριγκίπισσες σε εκείνον που θα τις αναζητούσε ως τα πέρατα του βασιλείου, υποσχόμενος παράλληλα αμύθητα πλούτη.

Κανείς δεν προθυμοποιήθηκε και όλοι σώπασαν. Τότε τους παρακάλεσε έναν-έναν, ικετεύοντας τους.

«Κατάλαβα», είπε καταρρακωμένος. «Δεν έχω φίλους στο ίδιο μου το παλάτι. Κανείς δεν μπορεί να φέρει πίσω τις πολύτιμες κόρες μου».

Αποφάσισε να στραφεί στον απλό λαό για βοήθεια. Σύντομα τα νέα του βασιλιά που αναζητούσε τις κόρες του έφθασαν σε ένα χωριό, όπου ζούσαν τρία αδέρφια με τη χήρα μητέρα τους. Και οι τρεις γιοι είχαν γεννηθεί την ίδια νύχτα. Ο μεγαλύτερος, ο Evening είχε γεννηθεί το σούρουπο, ο μεσαίος, ο Midnight, τα μεσάνυχτα και ο μικρότερος, o Sunrise λίγο πριν την αυγή. Οι γιοι αποφάσισαν να προστρέξουν στη βοήθεια του βασιλιά και εμφανίστηκαν μπροστά του για να αναζητήσουν τις χαμένες πριγκίπισσες.
Σαν αντάλλαγμα οι τρεις άνδρες δεν ζήτησαν τίποτα, παρά μόνο να φροντίσει ο βασιλιάς τη φτωχή μητέρα τους. Όπως και έγινε, η μητέρα τους απέκτησε πλούτη και ανέσεις που καμιά ηλικιωμένη γυναίκα δεν είχε σε ολόκληρη τη Ρωσία.
Οι τρεις άνδρες ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Για τρεις συνεχόμενους μήνες ταξίδευαν ασταμάτητα, ώσπου έφθασαν σε ένα δάσος στη μέση του πουθενά. Εκεί βρήκαν μια καλύβα και αποφάσισαν να μείνουν λίγο να ξαποστάσουν. Λίγες ώρες αφότου εγκαταστάθηκαν στη μικρή καλύβα στο δάσος, ξέχασαν τον σκοπό τους, σαν να ήταν σε κάποιο μαγεμένο μέρος. Σύντομα ο οικοδεσπότης της καλύβας, ένας μικροσκοπικός άνθρωπος, επέστρεψε και τους καθυστέρησε από τον αρχικό στόχο τους.

Αφότου κατάφεραν να δραπετεύσουν από τη μαγεμένη καλύβα και καθώς κυνηγούσαν τον εφιαλτικό οικοδεσπότη τους έφθασαν σε έναν σκοτεινό γκρεμό, όπου σταματούσαν και τα ίχνη του μικροσκοπικού άνδρα που στάθηκε η αιτία να ξεχάσουν τις τρεις αγνοούμενες πριγκίπισσες.

Τότε ο Sunrise αποφάσισε να είναι εκείνος που θα κατεβεί τον σκοτεινό γκρεμό.  Ακολουθώντας ένα σχοινί στην άκρη των βράχων, άρχισε την κάθοδό του σε ένα αβυσσαλέο βασίλειο.

  Art by L. Ionova

Art by L. Ionova

Βρέθηκε στον κάτω κόσμο και ξεκίνησε την περιπλάνηση του, ώσπου βρέθηκε μπροστά σε ένα χάλκινο παλάτι. Στα χάλκινα τείχη τον περίμενε η μικρότερη πριγκίπισσα, η ομορφότερη όλων. Τον χαιρέτησε εγκάρδια και τον ρώτησε με γλυκιά φωνή:

«Ήρθες με τη θέληση σου ή ενάντια της;»

«Ο πατέρας σου με έστειλε. Να σας σώσω», απάντησε εκείνος.

Τότε εκείνη τον καλοδέχτηκε μέσα στο παλάτι. Του πρόσφερε φαγητό και ένα μικρό φλασκί με ένα παράξενο νερό.

«Είσαι δυνατός. Αλλά όχι αρκετά για αυτό που βρίσκεται μπροστά σου. Πιες το και θα δυναμώσεις και θα νικήσεις».

Ο Sunrise την κοίταξε μέσα στα μάτια και ήπιε το νερό της δύναμης με μια γουλιά και η νέα δύναμη τον πλημμύρισε. Ένα κύμα δυνατού ανέμου παρέσυρε το δωμάτιο και η πριγκίπισσα άρχισε να τρέμει.

«Έρχεται αυτός που με κρατάει εδώ».

Η πριγκίπισσα κράτησε το χέρι του και τον τράβηξε σε μια κρυψώνα.
Στην αίθουσα του θρόνου έστεκε ένα γιγάντιο φίδι με τρία κεφάλια, ο τρομακτικός απαγωγέας της. Της ζήτησε φαγητό και νερό. Και εκείνη του τα έδωσε. Έπειτα το φίδι κοιμήθηκε στα γόνατα της και η πριγκίπισσα φώναξε τον Sunrise, ο οποίος έκοψε τα κεφάλια με μια κίνηση.

Απελευθερώνοντας τη μικρότερη αδερφή από τον απαγωγέα της, κατευθύνθηκε ακόμα πιο βαθιά στην ενδοχώρα του κάτω κόσμου. Εκεί συνάντησε ένα ασημένιο παλάτι και τη μεσαία πριγκίπισσα. Σκότωσε τον απαγωγέα της, ένα φίδι με έξι κεφάλια και συνέχισε την αναζήτηση του για την τρίτη αδερφή. Τη βρήκε σε ένα χρυσό παλάτι και σκότωσε το τρομερό φίδι με τα δώδεκα κεφάλια που την κρατούσε αιχμάλωτη.
Οι πριγκίπισσες επέστρεψαν στην επιφάνεια με τον Sunrise και εκεί αντάμωσαν τους δύο αδερφούς του. Μαζί ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής.
Ο βασιλιάς πατέρας τους καθόταν μελαγχολικός, όταν οι κόρες του εμφανίστηκαν με τους σωτήρες τους. Η συγκίνηση του ήταν μεγάλη και έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα.

Τότε, από ευγνωμοσύνη για την επιστροφή των θυγατέρων του, ο βασιλιάς τις πάντρεψε με τους τρεις γενναίους γιους και έζησαν ευτυχισμένοι.
 
 

Πηγές:

https://www.worldoftales.com/Peter's_Russian_tales.html

Cover art by Art by Ruth Sanderson