Άνυα: Η Καραβούπολη (Μέρος 7ο)

  Art by http://r-trigger.deviantart.com/

Art by http://r-trigger.deviantart.com/

Όταν ο Ορφέας άκουσε ότι θα πήγαινε στην Καραβούπολη, σκέφτηκε μια συνηθισμένη πόλη που είχε πάρει το όνομα της από κάποια σχετική ιστορία που δεν θα είχε και τόση σημασία. Ας πούμε, μια πόλη της οποίας οι πρώτοι κάτοικοι ήταν πλοιοκτήτες και ονόμασαν έτσι την περιοχή τους. Ποτέ δεν φανταζόταν πως η Καραβούπολη ήταν στην κυριολεξία αυτό που εννοούσε το όνομα της, δηλαδή μια πόλη φτιαγμένη από καράβια.

Εντάξει, εδώ υπάρχει μια υπερβολή. Η Καραβούπολη δεν ήταν ακριβώς πόλη, αλλά κωμόπολη, αφού οι κάτοικοί της δεν ξεπερνούσαν τις δύο χιλιάδες. Αλλά το ότι οι Καραβιώτες (έτσι έλεγαν τους ντόπιους) έμεναν σε καράβια αντί για σπίτια, αυτό ήταν αλήθεια.

«Πλάκα κάνεις!» ήταν το πρώτο πράγμα που είπε ο Ορφέας όταν το βανάκι μπήκε στην Καραβούπολη. Κανονικό κτίριο δεν είδε πουθενά, παρά μόνο καράβια. Θα μπορούσε να πει ότι εκείνη η περιοχή ήταν στην πραγματικότητα ένα νεκροταφείο από σαπιοκάραβα, εάν δεν έβλεπε όλα εκείνα τα καράβια διατηρημένα σαν καινούργια. Τα πιο πολλά ήταν ξύλινα με ψηλά κατάρτια, ενώ άλλα ήταν μικρότερα και βαμμένα με μπλε και λευκή μπογιά. Τα πρώτα ήταν χωρισμένα σε συγκροτήματα και αυτό φαινόταν από τις πολλές πόρτες, με τα φαναράκια και τα χαλάκια τους, ενώ τα δεύτερα, τα μικρότερα, ήταν μονοκατοικίες. Υπήρχαν επίσης ψαρότρατες και καΐκια, τα περισσότερα από τα οποία είχαν μεταμορφωθεί σε μαγαζιά και ταβέρνες, ενώ στα βόρεια της πόλης ξεχώριζε ένα τριώροφο κρουαζιερόπλοιο που το είχαν μετατρέψει σε εμπορικό κέντρο.

Ο Ορφέας κοιτούσε γύρω του έκπληκτος, αδυνατώντας να πιστέψει πως άνθρωποι είχαν καταφέρει να κατασκευάσουν μια ολόκληρη πόλη μόνο από καράβια.

«Απίθανο μέρος, ε φιλαράκο;» σχολίασε ο Όντι βλέποντας την έκπληξη του γιου του. «Αν είχε και θάλασσα εδώ, θα ήταν όνειρο».

Όντως, το παράξενο με την Καραβούπολη ήταν η γεωγραφική της θέση. Όλοι θα πίστευαν πως μια τέτοια πόλη με τόσο έντονο θαλασσινό πνεύμα, θα ήταν σίγουρα λιμενική. Όμως η θάλασσα απείχε πολύ από την Καραβούπολη και για να τη δεις έπρεπε να διανύσεις είκοσι χιλιόμετρα παίρνοντας τον δρόμο για τον Κάβο, την παραλία της Καραβούπολης, όπου οι Καραβιώτες πήγαιναν για μπάνιο και ψάρεμα.

Ο Όντι εξήγησε στον Ορφέα γιατί η Καραβούπολη ήταν χτισμένη πάνω σε υψόμετρο. Του είπε πως η πόλη αυτή ιδρύθηκε τα παλιά χρόνια από ναυτικούς και καπετάνιους που είχαν βαρεθεί τη θάλασσα έπειτα από μια ολόκληρη ζωή μακριά από τη στεριά και ανέβηκαν όσο πιο ψηλά μπορούσαν για να την αποφύγουν. Την είχαν σιχαθεί τόσο πολύ, που ούτε να τη βλέπουν ήθελαν, ούτε και να την μυρίζουν. Επειδή όμως αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τίποτα άλλο εκτός από πλεούμενα, αποφάσισαν να φτιάξουν καράβια αντί για κανονικά σπίτια. Ωστόσο υπήρχαν κι άλλες θεωρίες για το πώς χτίστηκε αυτή η πόλη, αφού κανείς δεν ήξερε την πραγματική της ιστορία και ο καθένας είχε μια δική του εκδοχή να πει. Είναι γνωστό άλλωστε πως οι ναυτικοί και οι ψαράδες είναι από τους μεγαλύτερους ψεύτες και οι Καραβιώτες δεν χαλούσαν με τίποτα αυτήν την παράδοση!

«Λένε επίσης μερικοί Καραβιώτες», συνέχισε ο Όντι, «ότι η πόλη τους φτιάχτηκε από ένα παλιρροϊκό κύμα που έστειλε τα καράβια στο βουνό. Άλλοι υποστηρίζουν πως έπεσαν από τον ουρανό. Όμως η ιστορία που μου αρέσει πιο πολύ είναι αυτή που λένε κάτι παππούδες που τα πίνουν με τον Άντι πού και πού. Λένε, λοιπόν, πως κάποτε έμενε εδώ μια γυναικάρα που την ποθούσανε πολλοί και τη ζητούσαν σε γάμο. Ο πατέρας της, ο οποίος δεν ήθελε να τη δώσει σε κανέναν, είπε πως θα την πάντρευε μόνο με εκείνον που θα έφερνε ένα καράβι πάνω στο βουνό. Κι από εκεί που πίστευε ότι κανείς δεν θα ήταν τόσο μουρλός για να κάνει κάτι τέτοιο, τελικά το βουνό γέμισε καράβια!»

«Είναι αλήθεια δηλαδή αυτό που λένε,» είπε ο Ορφέας.

«Ποιο πράγμα μικρέ;»

«Ότι το “νινί” σέρνει καράβι!»

«Χα, δεν βλέπεις;» είπε δείχνοντας έξω από το παράθυρο. «Στόλο ολοκληρο!»

Ο Βάγγος, το βανάκι, σταμάτησε έξω από μια τράτα που είχε μεταμορφωθεί σε μίνι μάρκετ, που εκτός των άλλων διέθετε και τουριστικά είδη, όπως μπλούζες, καπέλα, σανδάλια και μαγνητάκια για το ψυγείο με εικόνες της Καραβούπολης. Εκεί μπήκαν ο Ορφέας με τον πατέρα του κι έκαναν τα πρώτα τους ψώνια. Από εκείνο το μαγαζί ο Ορφέας πήρε το μαγιό και τις σαγιονάρες του, καθώς και οδοντόβουρτα, χτένα, ξυριστικά, μπατονέτες κι ό,τι άλλο χρειαζόταν για τη διαμονή του. Πήρε επίσης καπέλο για τον ήλιο, μάσκα και αναπνευστήρα, βατραχοπέδιλα, ρακέτες, κι ένα στρώμα θαλάσσης, ενώ ο πατέρας του επέμενε να του πάρει κι ένα σετ κουβαδάκια.

«Μπαμπά, είμαι μεγάλος πια για τέτοια, δεν νομίζεις;»

«Σωστά», είπε ο Όντι αφήνοντας στη θέση του το διχτάκι με τα φτυαράκια. «Πράγματι μεγάλωσες. Σαν ψέμα μου φαίνεται».

Μαζί με τις κάλτσες και τα εσώρουχα (ο Ορφέας δεν είχε φέρει ούτε ένα ρούχο μαζί του) ο Οδυσσέας πήρε για τον γιο του και δυο αναμνηστικά μπλουζάκια. Η μία μπλούζα έγραφε “Καραβούπολη” και είχε μια καρδιά με ένα ναυτικό καπελάκι στο πλάι και η άλλη είχε ένα καραβόσπιτο πάνω από τη συνθηματική λέξη «Αχόι!»

  Art by http://rcrkar17.deviantart.com/

Art by http://rcrkar17.deviantart.com/

Αφού τελείωσαν με το μίνι μάρκετ φόρτωσαν τα ψώνια στο βανάκι και έκαναν έναν μικρό περίπατο ώσπου να βρουν κάποιο κατάστημα με ρούχα. Από εκεί αγόρασαν βερμούδες και μπλούζες, καθώς και μια ζακέτα για τις πιο κρύες νύχτες.

«Και τώρα πού θα πάμε;» ρώτησε ο Ορφέας όταν βγήκαν από το μαγαζί. Είχε αρχίσει να του αρέσει εκείνη η αλλόκοτη πόλη. Μα πιο πολύ του άρεσε που ήταν μαζί με τον πατέρα του. Εκείνη η βόλτα δεν ήθελε να τελειώσει.

«Θα γυρίσουμε στην Άνυα. Θα πάμε στον Αγκαλίτσα να πιούμε καφέ ή ουζάκι αν προτιμάς. Τέτοια ώρα θα έχουν μαζευτεί και τα φιλαράκια σου εκεί, τα παιδιά που γνώρισες σήμερα».

«Ωραία! Όμως… γιατί πας από ‘κει; Από την άλλη δεν έχουμε παρκάρει;»

«Είναι κάτι τελευταίο που πρέπει να κάνουμε πριν φύγουμε. Έλα».

Πέρασαν έξω από ένα καράβι που στέγαζε τρία μαγαζιά -ένα μανάβικο, ένα ιχθυοπωλείο και ένα μαγαζί με δολώματα και είδη αλιείας. Στην αρχή ο Ορφέας πίστεψε ότι θα έμπαιναν στο τελευταίο μαγαζί για να αγοράσουν σύνεργα ψαρέματος, όμως ο πατέρας του δεν σταμάτησε εκεί.

«Πού πάμε;» ρώτησε ο Ορφέας. Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως, όταν είδε τον πατέρα του να σταματά μπροστά από ένα καρτοτηλέφωνο.

«Εδώ είμαστε», είπε ο Όντι. «Ώρα να πάρουμε τη μαμά σου ένα τηλέφωνο».

«Τι;» του Ορφέα δεν του άρεσε αυτή η ιδέα. «Είναι απαραίτητο αυτό;»

«Να μην ξέρει ότι έφτασες και ότι είσαι καλά;»

«Εντάξει...», είπε απρόθυμα ο Ορφέας και πλησίασε στο καρτοτηλέφωνο.

«Θυμάσαι τον αριθμό;» ρώτησε ο Όντι βάζοντας την τηλεκάρτα.

«Ναι», είπε ο Ορφέας και άρχισε να πατά τα νούμερα. «Θα της μιλήσεις κι εσύ;»

Ο Όντι πήρε μια γκριμάτσα αμφιβολίας.

«Δεν θα χαρεί που θα με ακούσει. Πες της πως είσαι καλά και δώσ’ μου να της πω ένα γεια».

«Εντάξει», είπε ο Ορφέας με το ακουστικό στο αυτί περιμένοντας να ακούσει τη φωνή της Νίτσας. «Ναι; Έλα μαμά... με ακούς;»

«Ορφέα;» ακούστηκε στην αρχή η φωνή της με λαχτάρα. Αυτό βέβαια δεν κράτησε παρά μόνο δυο δευτερόλεπτα. Ύστερα ξεκίνησε η υστερία. «ΟΡΦΕΑ; Πού στο δαίμονα είσαι; Δεν έχω κλείσει μάτι, μ’ ακούς; Πού είσαι; ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; Πώς μπόρεσες να μου κάνεις κάτι τέτοιο;»

«Ηρέμησε μαμά!» ο Ορφέας έδειχνε να το απολαμβάνει, όπως ο πατέρας του, που χασκογελούσε από δίπλα. «Είμαι μια χαρά!»

«Γιατί ακούγεσαι από το υπερπέραν; Πού βρίσκεσαι, πες μου!»

«Με απήγαγαν οι εξωγήινοι, καλά το είπες! Είμαι σε άλλο σύμπαν τώρα».

«Ορφέα άσε τις βλακείες και πες μου πού είσαι!»

«Και να σου πω δεν θα με πιστέψεις. Είμαι στην Άνυα, μαμά! Είναι και ο μπαμπάς εδώ. Θες να του μιλήσεις; Αλήθεια σου λέω, εδώ δίπλα μου είναι. Πάρε τον να σου πει κάτι... γεια από μένα».

Σαν παιδαρέλια που έκαναν τηλεφωνική φάρσα ο Ορφέας έδωσε το ακουστικό στον πατέρα του στήνοντας αυτί να ακούσει τη συνέχεια. Αυτό που άκουσε ήταν τη μητέρα του να στολίζει για τα καλά τον Όντι, καθώς εκείνος της μιλούσε με ευθυμία, σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

«Έλα Νίτσα! Δεν περίμενες να με ακούσεις ε; Τι; (εδώ προφανώς τον έβρισε) Κι εγώ χαίρομαι που σε ακούω! Εδώ είμαι με το παιδί, περνάει τέλεια. Στην Άνυα είμαστε... σου είπα που, έλα άμα θες. Καλά... καλά... ναι, το ξέρω (κι εδώ τον έβρισε) ναι κι αυτό το ξέρω... ναι, να σου πω, δεν έχω πολλές μονάδες... Θα μείνει μαζί μου για το καλοκαίρι... Μια χαρά θα περάσει, του το είχα υποσχεθεί... Πότε; Όχι, δεν γίνεται... ξέχνα το, ξέχνα το... τι έχει; Μα είναι καλοκαίρι, τι φροντιστήριο λες; Νίτσα... Νίτσα... α καλά...», είπε  απομακρύνοντας το ακουστικό που στρίγγλιζε απειλές και κατάρες. Έκανε νόημα στον Ορφέα να πάει λίγο πιο πέρα και στη συνέχεια μίλησε με τη Νίτσα μέχρι να πέσουν οι μονάδες.

Όταν έκλεισε το τηλέφωνο έφυγε με το χαμόγελο στα χείλη πιάνοντας τον Ορφέα από τον ώμο.

«Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε στην Άνυα», είπε.

«Τι είπατε;»

«Θέλει να γυρίσεις απόψε. Εσύ τι λες;»

«Δεν θέλω!»

«Αυτό της είπα κι εγώ. Έτσι κανονίσαμε για τη διαμονή σου».

«Μέχρι πότε θα μείνω;»

«Πότε ανοίγουν τα σχολεία;»

«Γύρω στις δεκαπέντε του Σεπτέμβρη», είπε ο Ορφέας κοιτώντας τον πατέρα του με λαχτάρα.

«Δηλαδή θα κάτσω μέχρι τότε;»

«Δυστυχώς όχι. Της είπα να σε περιμένει τον Δεκαπενταύγουστο. Είναι καλά ως τότε;»

«Μα... είναι ένας ολόκληρος μήνας μέχρι το σχολείο!  Ω μπαμπά, σε παρακαλώ άσε με να καθίσω κι άλλο μαζί σου».

«Δεν γίνεται, φιλαράκο. Κι εγώ έχω κάτι δουλειές να κάνω εκείνο το διάστημα και θα πρέπει να λείψω από την Άνυα μαζί με την μπάντα. Του χρόνου θα το κανονίσουμε να έρθεις πιο νωρίς για να μείνεις περισσότερο. Η μαμά σου μου είπε ότι έχει πληρώσει το φροντιστήριο κι ότι πρέπει να πας προς το τέλος του Αυγούστου. Τι βλακείες πάει και κάνει κι αυτή, πεταμένα λεφτά...»

Δεν το πλήρωσε η μάνα μου αλλά ο φίλος της ο Τάκης, ήθελε να πει ο Ορφέας αλλά συγκρατήθηκε.

«Κρίμα», είπε παραπονεμένα. «Νόμιζα ότι θα καθόμουν παραπάνω».

«Κι εγώ φιλαράκο. Όμως άκου. Θα έρθει κάποτε η μέρα που έρθεις στην Άνυα και δεν θα χρειαστεί να γυρίσεις πίσω, παρά μόνο όποτε το θελήσεις εσύ. Έλα, μην σε παίρνει από κάτω. Είναι πολλές μέρες ως τον Δεκαπενταύγουστο. Είμαστε ακόμα στην αρχή του Ιούλη!»

«Σου είπε τίποτα άλλο η μαμά;»

«Εκτός από μερικά “χαριτωμένα” επίθετα που είχα πολύ καιρό να τα ακούσω, είπε να την παίρνεις τηλέφωνο κάθε μέρα. Επειδή όμως της είπα πως έχουμε πρόβλημα εδώ με την τηλεφωνία, κανονίσαμε να την παίρνεις μια φορά τη βδομάδα. Εκτός βέβαια κι αν θες εσύ να της τηλεφωνείς πιο συχνά».

«Μια φορά τη βδομάδα νομίζω πως είναι εντάξει», είπε ο Ορφέας.

«Ωραία», συμφώνησε ο μπαμπάς και τον χτύπησε στην πλάτη. «Και τώρα πάμε πίσω στον Βάγγο». 

«Μένει να κάνουμε κάτι τελευταίο», είπε ο Όντι και άναψε φλας για να στρίψει σε ένα βενζινάδικο.

«Να βάλουμε βενζίνη;» υπέθεσε ο Ορφέας.

«Να πάρουμε πάγο», είπε ο πατέρας του δείχνοντας μια πινακίδα που έγραφε “Πωλείται Πάγος και Δολώματα”. «Ο Αγκαλίτσας άκουσε πως θα έρθουμε στην Καραβούπολη και μου ζήτησε να του φέρω λίγο πάγο για το μαγαζί».

Έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε.

«Κάτσε εδώ, δεν θα αργήσω».

«Θες βοήθεια μπαμπά;»

«Όχι», είπε ο Οδυσσέας σιάζοντας τη βερμούδα του. «Μείνε να προσέχεις τον Βάγγο».

«Εντάξει», είπε ο Ορφέας και άρχισε να ψαχουλεύει τα cd του Κάγκελου για να περάσει η ώρα. Βρήκε πολλά ροκ συγκροτήματα της παλιάς καλής εποχής μεταξύ των οποίων κι ένα άλμπουμ των Blue Oyster Cult. Ο Ορφέας έβγαλε το βιβλιαράκι για να χαζέψει στίχους και φωτογραφίες όταν άκουσε ένα μηχανάκι να καταφθάνει στο βενζινάδικο.

Στο μηχανάκι -σκουτεράκι για την ακρίβεια- επέβαιναν δύο νεαροί γύρω στα δεκαοχτώ. Αυτοί στην πραγματικότητα ήταν αδέλφια, αλλά φατσικά δεν έμοιαζαν καθόλου, με εξαίρεση ένα μόνιμο συνοφρύωμα που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό τους. Κι οι δύο φορούσαν φαρδιές βερμούδες, αμάνικα μπλουζάκια και μαύρα γυαλιά.

Αυτοί ήταν οι Ντούρηδες. Ο Πάνος και ο Ρωμύλος.

«Βρε βρε», είπε ο Ρωμύλος βλέποντας το πολύχρωμο βανάκι του Κάγκελου. «Πάνο, για δες ποιοι είναι εδώ».

«Οι πονοκέφαλοι», είπε ο Πάνος και ξέσπασαν στα γέλια.

Ο Ορφέας, απορροφημένος από το βιβλιαράκι που κράταγε στα χέρια του, άκουσε τα γέλια και γύρισε να αντικρίσει τους δύο νεαρούς. Βλέποντας τους έτσι χαρούμενους σκέφτηκε πως θα ήταν κι αυτοί τίποτα φίλοι του πατέρα του ή ακόμα καλύτερα, του Ορέστη και του Βύρωνα.

«Γεια σας», τους είπε καλοπροαίρετα. Και τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, τους είδε να σοβαρεύουν. Ο ένας από αυτούς, εκείνος με τα κοντά μαλλιά και την τσιριχτή φωνή, σήκωσε το γυαλί αποκαλύπτοντας ένα βλέμμα όλο αγριάδα.

«Σου μίλησε κανείς παράσιτο;»

«Ορίστε;» ρώτησε ο Ορφέας αφοπλισμένος.

«Σε ρώτησα αν σου μίλησε κανείς», επανέλαβε ο Ρωμύλος και προχώρησε με γρήγορες κινήσεις προς το βανάκι. Ο αδελφός του τον ακολούθησε κολλώντας τη μούρη του στο παράθυρο του Ορφέα. Η φωνή του ήταν πιο βαριά από του Ρωμύλου.

«Έχεις όρεξη για τσαμπουκάδες;» προκάλεσε τον Ορφέα. Εκείνος ο καημένος δεν είχε λόγια να πει.

«Δεν τα έχω ξαναδεί τα μούτρα σου εδώ γύρω», είπε ο Ρωμύλος με την τσιριχτή φωνή του. «Ξένος είσαι».

«Δεν γουστάρουμε τους ξένους εμείς», συμπλήρωσε ο Πάνος.

«Βρωμοκοπάς αλατόνερο», είπε ο Ρωμύλος κουνώντας το χέρι του σαν να είχε μυρίσει κακό. «Από την Άνυα ήρθες. Λοιπόν, πάρε το τσίρκο σου από ’δω και άδειασε μας τη γωνιά».

«Άκουσες;» είπε στο καπάκι ο Πάνος.

«Μάλλον μου κάνετε πλάκα», είπε ο Ορφέας γελώντας αμήχανα. «Θα είστε φίλοι του Κλώτσου, του νάνου, ε;»

Κι όμως, κάτι στο βλέμμα του Ρωμύλου του έλεγε πως ούτε πλάκα του έκαναν ούτε και ήταν φίλοι του Κλώτσου. Ο Ορφέας σταμάτησε να γελά.

«Μας βρίσκεις αστείους;» ρώτησε ο Πάνος αγριεμένα.

«Κάτσε να σου δώσουμε ένα μάθημα», είπε ο Ρωμύλος.

«Επ, τι έχουμε εδώ;» ακούστηκε η φωνή του Όντι. Τα αδέλφια γύρισαν για να τον δουν να πλησιάζει κουβαλώντας δύο σακούλες με πάγο. Παρά το γεγονός ότι δυο νταήδες απειλούσαν τον γιο του, δεν υπήρχε το παραμικρό σημάδι οργής στο πρόσωπο του Όντι. Εύθυμος, αεράτος και ευγενικός ως συνήθως έφτασε στο βανάκι λέγοντας:

«Βρε, βρε! Ο Πάνος και ο Ρωμύλος. Τι κάνουν τα παλικάρια;»

Εκείνοι τότε παράτησαν τον Ορφέα στην ησυχία του και πήγαν στο σκουτεράκι τους. Και παρόλο που ο Όντι τους είχε μιλήσει με διάθεση, εκείνοι τον κοιτούσαν εχθρικά.

«Τι έγινε; Τα λέγατε με τον γιο μου, τον Ορφέα;»

«Και έλεγα τι μου θύμιζε αυτή η βλακόφατσα», είπε ο Ρωμύλος.

«Ευγενικοί όπως πάντα!» σχολίασε ο Όντι φορτώνοντας τον πάγο στο βανάκι.

«Εσύ τον έφερες κι αυτόν;» ρώτησε ο Πάνος.

«Όχι ακριβώς», είπε ο Όντι. «Βαριόταν στο σπίτι και είπε να κάνει μια βόλτα να πάρει καθαρό αέρα. Σωστά Ορφέα;»

  Art by http://cyan707.deviantart.com/

Art by http://cyan707.deviantart.com/

Και πάλι ο Ορφέας δεν είπε τίποτα. Αυτή τη φορά όμως κοιτούσε τους δυο νταήδες με βλέμμα έτοιμο για φασαρία. Πλέον είχε καταλάβει ότι αυτοί ήταν εχθροί και όχι φίλοι.

«Επί τη ευκαιρία, ο Ορφέας πήγε στην Άνυα και τη βρήκε υπέροχη», συνέχισε ο Όντι. «Πόσος καιρός πάει από τότε που εσείς βουτήξατε στη Θάλασσα του Βασιλιά;»

«Από τότε που κουβαληθήκατε όλοι εσείς οι μεθύστακες και κατσικωθήκατε στην Άνυα», είπε ο Ρωμύλος εξοργισμένος. Ήταν φανερό πως ο Όντι του είχε πατήσει κάποιον κάλο με αυτά που του είπε. «Έγνοια σας όμως βρομιάρηδες, μια μέρα θα ξεκουμπιστείτε όλοι σας από ’κει».

Και σαν να μην είχε ακούσει λέξη από όλα αυτά, ο Όντι έκατσε στο τιμόνι βάζοντας μπρος τη μηχανή.

«Καλό μεσημέρι λυκόπουλα!» τους φώναξε. «Τα χαιρετίσματα μου στον πατέρα σας!»

Και έτσι έφυγαν αφήνοντας πίσω τους τούς δυο εξοργισμένους νταήδες να εξαπολύουν βρισιές και να κάνουν χυδαίες χειρονομίες στο βανάκι που εγκατέλειπε την Καραβούπολη.

«Τι βλάκες ήταν αυτοί;»

«Ποιοι; Α για εκείνους τους δύο στο βενζινάδικο λες; Μην ασχολείσαι μαζί τους».

«Μα πώς; Δεν τους είδες πώς έκαναν;»

«Και; Θα τους αφήσεις να σου χαλάσουν τη διάθεση; Είναι η πρώτη σου μέρα στην Άνυα!» του υπενθύμισε ο μπαμπάς.

«Μου τη χάλασαν ήδη. Στα καλά καθούμενα ήρθαν και μου πουλάγανε μαγκιές! Νόμιζα πως ήταν φίλοι σου που ήθελαν να μου κάνουν πλάκα. Ψάρωσα στην αρχή, αλλά μετά είδα πως αυτοί το πήγαιναν στα σοβαρά. Και όλα αυτά χωρίς να τους έχω κάνει τίποτα!»

«Σε πιστεύω. Μην τους δίνεις σημασία και δεν θα σου δίνουν ούτε αυτοί. Να σε τρομάξουν θέλανε».

«Όπου και να πάω, πάνω σε τέτοιους ηλίθιους νταήδες θα πέφτω», είπε ο Ορφέας και στη συνέχεια ρώτησε. «Πώς είπαμε ότι τους λένε; Είχανε παράξενα ονόματα».

«Ο μεγάλος είναι ο Πάνος και ο μικρός ο Ρωμύλος. Οι αδελφοί Ντούρηδες».

«Από την Καραβούπολη;»

«Όχι, από το Λυκοχώρι», είπε ο Όντι και έδειξε δεξιά. «Πάνω εκεί στο βουνό».

«Λυκοχώρι…» μουρμούρισε ο Ορφέας εντυπωσιασμένος από το όνομα του χωριού.

«Εμείς δεν πάμε εκεί. Ούτε κι εκείνοι κατεβαίνουν στην Άνυα».

«Γιατί έτσι;»

«Έγινε κάποτε ένας καβγάς και από τότε οι Λυκοχωρίτες δεν πατούν το πόδι τους στα μέρη μας. Εμείς δεν έχουμε κανέναν λόγο να πάμε στο χωριό τους. Είναι απομονωμένο πάνω στα βράχια και το χτυπά μονίμως η ζέστη. Δεν έχουν τη δροσιά που μας φέρνει το δικό μας βουνό».

«Αλήθεια μπαμπά, θα πάμε καμιά μέρα εκεί για εξερεύνηση;»

«Στο βουνό; Όχι βέβαια».

«Γιατί;»

Ο Όντι δεν μίλησε για λίγο.

«Απλώς δεν πηγαίνουμε. Το βλέπουμε αλλά δεν το αγγίζουμε. Κάπως έτσι».

«Σαν να λέμε απαγορευμένο», είπε ο Ορφέας με ενδιαφέρον.

«Ωραία το έθεσες», είπε ο Όντι και κοίταξε τον γιο του. «Θέλω να μου υποσχεθείς πως δεν θα πας ποτέ εκεί, εντάξει;»

«Εν… πρόσεξε μπαμπά!»

Ενστικτωδώς το πόδι του Όντι πάτησε το φρένο και το βανάκι κοκάλωσε στριγκλίζοντας. Ο Ορφέας ένιωσε τη ζώνη να του σφίγγει το στήθος.

Μισό μέτρο μπροστά από τη μούρη του βαν στεκόταν ένας γέρος. Τα γκρίζα μαλλιά του, μπλέκονταν αχτένιστα σε μπούκλες. Τα ρούχα του ήταν κάποτε μαύρα, μα τώρα είχαν ξεβάψει και ήταν σαν το μολύβι. Στον ώμο κουβαλούσε μια λύρα κι ένα δοξάρι και αυτά ήταν τα μόνα πράγματα που είχε μαζί του εκείνος ο μοναχικός διαβάτης που περπατούσε στον στενό δρόμο.

Το γεγονός ότι παραλίγο θα είχε προκληθεί ατύχημα χάρη στον γέρο δεν έδειχνε να απασχολεί ιδιαίτερα τον Όντι, ο οποίος έβγαλε το χαρούμενο κεφάλι του έξω από το παράθυρο για να τον χαιρετήσει.

«Καλημέρα!» του φώναξε.

Μα ούτε και ο γέρος φαινόταν να έχει θορυβηθεί, παρ’ όλο που σώθηκε τελευταία στιγμή από του χάρου τα δόντια. Γύρισε αργά για να αντικρίσει το βαν και τους δυο επιβάτες ανταποδίδοντας το χαιρετισμό:

«Καλημέρα», είπε με τη βραχνή φωνή του. «Αν και θα τώρα είναι η ώρα που λένε καλησπέρα».

«Ε τότε καλησπέρα!» διόρθωσε ο Όντι. «Πού πας με τέτοια ζέστη;»

«Πάντα έχει ζέστη», είπε ο γέρος σκουπίζοντας τον ιδρώτα του. «Ο γιος σου;» ρώτησε κοιτώντας τον Ορφέα.

«Ναι, ο γιος μου ο Ορφέας», είπε με καμάρι ο Όντι.

Η καρδιά του Ορφέα χτυπούσε ακόμη γρήγορα από το απότομο φρενάρισμα. Εκείνος ο άνθρωπος θα ήταν νεκρός εάν ο Ορφέας δεν είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον πατέρα του να φρενάρει. Σαν σκέψη ήταν ανατριχιαστικό, πιο ανατριχιαστικό κι από το διαπεραστικό γκρίζο βλέμμα του γέρου κάτω από τα χοντρά του φρύδια.

«Πότε ήρθε;» ρώτησε χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τον νεαρό.

«Εχθές το βράδυ», είπε ο Οδυσσέας.

«Με τη νέα σελήνη», είπε ο γέρος κουνώντας το κεφάλι του.

«Πάμε κάτω, στην ακτή», είπε ο Όντι. «Να σε πάρουμε μαζί;»

«Άλλη φορά», είπε ο γέρος και συνέχισε τον δρόμο του.

«Όπως θέλεις. Καλό μεσημέρι».

«Προσέχετε».

«Κι εσύ το ίδιο».

  Art by http://kamirah.deviantart.com/

Art by http://kamirah.deviantart.com/

 Έβαλε και πάλι μπρος και έκανε αριστερά για να τον προσπεράσει. Ο Ορφέας γύρισε να κοιτάξει τον γέρο από το παράθυρο του και τον άκουσε να του λέει, κοιτώντας τον με νόημα, «Σε ευχαριστώ».

«Αυτός πάλι ποιος ήταν;» ρώτησε ο Ορφέας.

«Ο λυράρης; Ξενία τον λένε. Παλιά που δεν ξέραμε το όνομα του τον φωνάζαμε “Περατζάδα” και “Βίγλα”. Όλο πάει κι έρχεται. Κατεβαίνει στην Άνυα κάνα πρωί ή μεσημέρι, πίνει το ουζάκι του στον Αγκαλίτσα και φεύγει. Καμιά φορά παίζει και κάνα τραγούδι αλλά παραμένει έτσι όπως τον είδες. Ήσυχος κι ωραίος».

«Και πού μένει;»

«Κανείς μας δεν ξέρει. Όπως σου είπα, όλο πάει και έρχεται, χωρίς να μιλάει πολύ. Τώρα τελευταία κατηφορίζει συχνά στην Άνυα. Είναι σαν να περιμένει κάτι. Ή κάποιον».

«Νομίζω ότι τον ξέρω από κάπου», είπε ο Ορφέας. «Πρέπει να τον έχω δει στην τηλεόραση».

«Τον Ξενία; Αποκλείεται. Μάλλον θα σου θυμίζει κάποιον».

«Ίσως. Αλλά ποιον;»

«Τον Ψαραντώνη;»

«Ναι! Ήταν ίδιος μπαμπά!»

«Τότε ή έχει δίδυμο αδελφό ή παραθερίζει κι αυτός στην Άνυα», είπε ο Όντι και του έκλεισε το μάτι. «Για πάμε τώρα να δούμε τι κάνει ο φίλος μας, ο Ιρλανδός».

Αυτή τη φορά βρήκαν τον Άντι ξύπνιο. Στεκόταν έξω από το καλυβάκι του και έπλενε τον Ρόβερ με το λάστιχο.

«Καλημέρα Άντι!» σταμάτησαν να τον χαιρετήσουν.

«Έι laddies!» τους είπε κεφάτος, αν και αγουροξυπνημένος. «Πώς πάει, ξεμασήσατε;»

«Ναι, ξεμεθύσαμε», αποκρίθηκε ο Οδυσσέας καταλαβαίνοντας τι ήθελε να πει ο φίλος του. «Θα έρθεις στη θάλασσα;»

«Κάνω μπανάκι τον Ρόβερ τώρα. Είναι πολύ βρώμικος και θέλει να ξεκουραστεί. Έι, Μορφέα, πώς είναι το κεφάλι σου;»

«Καλύτερα. Ξέρεις Άντι, δεν πρόλαβα να σε ευχαριστήσω εχθές».

«Για ποιο πράγμα laddie;»

«Που με έφερες στην Άνυα», είπε ο Ορφέας και πρόσθεσε χαμηλόφωνα, «ζωντανό».

«Οι, μη με ευχαριστείς Μορφέα. Το χάρηκα πολύ αυτό το ταξίδι».

«Πράγματι, σου χρωστάμε ένα μεγάλο ευχαριστώ, αδελφέ», είπε ο Όντι.

«Ποτό! Μόνο αυτό μου χρωστάτε. Εχθές έπινα μόνος μου στην παραλία, εσείς ξεχνούσατε», είπε αντί για ξερνούσατε. «Απόψε θα πιούμε, εντάξει Όντι;»

«Σωστά», είπε ο Όντι. «Άρα λοιπόν, τα λέμε το βράδυ».

«Γεια σου Άντι!» χαιρέτησε ο Ορφέας καθώς ξεκινούσε το βανάκι.

Κι ο Ιρλανδός, που τώρα ξύπνησε για καλά, φώναξε με όλη του την καρδιά.

«Γεια σας laddies. Γεια σας παλαμάρια!»

Μετά τον ελαιώνα ο Ορφέας είδε και πάλι το λιβάδι με τα ηλιοτρόπια. Το μεσημέρι είχε πέσει για τα καλά και στην Άνυα βασίλευε ησυχία εκτός από τα τζιτζίκια που γρατζουνούσαν τις ηλεκτρικές τους κιθάρες πάνω στα δέντρα.

Φτάνοντας στην ακτή, πάρκαραν έξω από το καλυβάκι του Οδυσσέα, εκεί όπου λίγες ώρες πριν ξυπνούσε ο Ορφέας κάτω από τον ήχο των πουλιών και της κιθάρας. Η ευχάριστη βόλτα στην Καραβούπολη είχε πια τελειώσει και τώρα είχε έρθει η στιγμή για τη μεγάλη έκπληξη.

«Έτοιμος;» ρώτησε ο Όντι έχοντας βγάλει τα ψώνια από το όχημα.

«Έτοιμος», είπε ο Ορφέας παίρνοντας τις μισές σακούλες. 

«Έι, όχι από ’κει!» του είπε ο πατέρας του βλέποντας τον να κατευθύνεται στο καλυβάκι. «Ακολούθησε με».

«Νόμιζα πως θα αφήναμε πρώτα τα πράγματα».

«Πάρε τα μαζί σου. Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά είναι για το νέο σου σπίτι».

Ο Ορφέας ανασήκωσε τα φρύδια.

«Το νέο μου τι;»

«Αυτό που άκουσες!» είπε περήφανα ο Όντι. «Να το».

Ο Ορφέας σήκωσε το κεφάλι για να δει που κοιτούσε ο πατέρας του. Τα έχασε. Αυτό που έβλεπαν δεν ήταν σπίτι. Ήταν δεντρόσπιτο.

«Λοιπόν;» ρώτησε ο πατέρας του με πρόσωπο όλο λάμψη. Έμοιαζε με παιδάκι που μόλις είχε τελειώσει μια χειροτεχνία και καλούσε τους γονείς του να την καμαρώσουν. «Πώς σου φαίνεται;»

Ο Ορφέας είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Α... αποκλείεται», κατάφερε να πει.

«Τι; Δεν σου αρέσει;»

«Αστειεύεσαι; Πάντα ήθελα ένα τέτοιο».

«Θυμάμαι! Πρέπει να ήσουν οχτώ χρονών όταν είχες δει ένα τέτοιο στην τηλεόραση. Το είχες ζητήσει και από τον Άη Βασίλη. Λοιπόν, ορίστε. Είναι όλο δικό σου».

Μια ανεμόσκαλα περίμενε τον Ορφέα να τον ανεβάσει στην νέα του κατοικία. Το δεντρόσπιτο ήταν φτιαγμένο πάνω στα κλαδιά ενός ψηλού σφένδαμου, καλυμμένο από την πυκνή φυλλωσιά του. Ο χώρος ήταν μικρός, όμως τα δυο παράθυρα τον έκαναν να δείχνει λίγο μεγαλύτερος.

«Πώς το βλέπεις;» ρώτησε από κάτω ο Όντι. «Χωράς;»

«Μπαμπά είναι τέλειο!»

«Το φτιάξαμε με τον πατέρα του Ορέστη και τον Αστέρη. Ίσως δεν υπολόγισα καλά το ύψος σου και μάλλον βγήκε μικρό».

«Μια χαρά είναι», είπε ο Ορφέας επιθεωρώντας το δεντρόσπιτο. Τον περισσότερο χώρο καταλάμβανε ένα κρεβάτι το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ένα φουσκωτό στρώμα θαλάσσης στρωμένο με σεντόνι και μαξιλάρι. Στην άλλη πλευρά βρισκόταν ένα σκαμνάκι και μερικά φανάρια, καθώς και μια σκούπα που ακουμπούσε στη γωνία.

«Ήρθα και το καθάρισα σήμερα το πρωί», είπε ο Όντι μόλις ανέβηκε. «Από πέρυσι σε περιμένει. Τώρα μένει να κρεμάσουμε αυτή τη λάμπα και τα φαναράκια για να μπορείς να βλέπεις το βράδυ. Εδώ σου έχω κι ένα φακό», είπε σκαλίζοντας το κρεβάτι. «Πρόσεχε μόνο το κεφάλι σου, αν και απ’ ό,τι βλέπω η οροφή ήρθε στο κατάλληλο ύψος. Όταν το φτιάχναμε δεν υπολόγιζα πόσο πολύ θα ψήλωνες».

Ο Ορφέας του χάρισε ένα χαμόγελο και κοίταξε από το παράθυρο. Έβλεπε μερικές σκεπές, δέντρα και το θεόρατο βουνό κάτω από το απαλό γαλάζιο χρώμα του καλοκαιρινού μεσημεριού.

«Που λες, είναι μικρό, αλλά πιστεύω πως θα την κάνει τη δουλειά του», συνέχισε ο Όντι. «Άλλωστε όλη τη μέρα θα την περνάς έξω. Σε περίπτωση που δεν σε βολεύει έχω μια σκηνή κι αν θες την στήνουμε στο κάμπινγκ ή έξω από το δικό μου».

Μην αγχώνεσαι μπαμπά. Μου αρέσει πολύ εδώ πάνω».

Ο Όντι ένιωσε ανακούφιση. Αυτό το δεντρόσπιτο είχε φτιαχτεί με πολύ αγάπη για τον Ορφέα και ο πατέρας του αγωνιούσε για τη μέρα που θα το έβλεπε.

«Και τώρα μπαμπά νομίζω πως πρέπει να αλλάξω», είπε ο Ορφέας, προσπαθώντας να αποφύγει τους συναισθηματισμούς. «Ακόμη με τα αλάτια είμαι. Αν δεν με πετούσες στη θάλασσα με τα ρούχα, ίσως και να καθόμουν περισσότερο με εκείνα τα κορίτσια που γνώρισα λίγο μετά».

Ο Όντι γέλασε και τον σκούντηξε στον ώμο. Έπειτα τον κοίταξε στα μάτια και τον αγκάλιασε σφιχτά.

«Αχ γιε μου», είπε μεταξύ χαράς και συγκίνησης, «δεν φαντάζεσαι πόσο καιρό περίμενα να ανταμώσουμε στην Άνυα».

«Ούτε κι εσύ, μπαμπά», είπε ο Ορφέας σφίγγοντας τον ακόμα πιο δυνατά. «Ούτε κι εσύ».

 

© Γιώργος Χατζηκυριάκος, για το Will o' Wisps.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου, για οποιαδήποτε κοινοποίηση ή χρήση του περιεχομένου, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη συγγραφική ομάδα του Will o' Wisps.gr.

Άνυα: Όταν ήρθε ο Ιούνης (Μέρος 1ο)

Άνυα: Το χειρότερο καλοκαίρι (Μέρος 2ο)

Άνυα: Ταξίδι με τον Τρελό Ιρλανδό (Mέρος 3ο)

Άνυα: Το Πέρασμα (Mέρος 4ο)

Άνυα: Ξημέρωμα στην Άνυα (Mέρος 5ο)

Άνυα: Έχει τουαλέτες στον Παράδεισο (Μέρος 6ο)

Μια καλοκαιρινή περιπέτεια ξεκινάει στο Will o' Wisps, διαβάστε περισσότερα εδώ: Το Πνεύμα των Περασμένων Καλοκαιριών

Cover art by Art by http://rcrkar17.deviantart.com/